Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ «ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΗ ΓΕΝΕΣΗ» [ΕΝΟΤΗΤΑ 18η - ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ]

ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ «ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΗ ΓΕΝΕΣΗ» [ΕΝΟΤΗΤΑ 18η - ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ]


Joseph in the Pharaoh's Palace by Jacopo (Giacomo) Amigoni
ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ
«ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΗ ΓΕΝΕΣΗ»
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ – ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ
ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΟΣ-ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ 
ΕΝΟΤΗΤΑ 17η


Τμῆμα ΛΘ´
1. Ὁ Ἰούδας μίλησε τόσο θρηνώδη λόγια, ὥστε ὁ ᾽Ιωσήφ ὑποχώρησε ὄχι μόνο γιά νά τούς ἐπιστρέψη τόν ἀδελφό τους, ὅπως ἤλπιζαν, ἀλλά, ἐπιπλέον, γιά νά φανερωθῆ στούς ἀδελφούς του, πρᾶγμα πού δέν ἀνέμεναν. Διέταξε ὁ ᾽Ιωσήφ νά βγοῦν ἔξω ὅλοι οἱ ἄλλοι (οἱ Αἰγύπτιοι). Διότι καί ἐάν ἀκόμη τήν κρίσι περί πλαστῆς κατηγορίας ἐναντίον τους ἔδειξε σέ ὅλους, ἀλλ᾽ ὅμως τήν κρίσι περί τῆς ἀληθινῆς καταδίκης τους σέ κανένα βέβαια ἀπ᾽ τούς ἄλλους ἀνθρώπους δέν ἔδειξε.
2. Διότι, ἀφοῦ ὅλοι βγῆκαν ἔξω ἀπό ᾽κεῖ πού ἦταν αὐτός, μέ τρόμο ἄλλαξε τή γλῶσσα του καί τόν τρόπο τῆς φωνῆς, καί χωρίς διερμηνέα εἶπε ἑβραϊστί, “᾽Εγώ εἶμαι ὁ ᾽Ιωσήφ, ὁ ἀδελφός σας. ᾽Εκεῖνοι, ὅμως, δέν μπόρεσαν νά τοῦ ἀπαντήσουν κάτι, ἐπειδή φοβοῦνταν”(Γεν 45, 3) μήπως τυχόν, ἀφοῦ τούς δείξη τά παραπτώματά τους, τούς φονεύσει. ᾽Ασφαλῶς μέχρι αὐτή τή στιγμή ἀμφέβαλλαν, μήπως τυχόν δηλ. τόν ἀκούσουν οἱ Αἰγύπτιοι, πού ἀνέμεναν ἔξω, στίς θύρες, νά λέη, “ἐγώ εἶμαι ἐκεῖνος, τόν ὁποῖο πουλήσατε ὡς δοῦλο”· καί τούς καταδικάσουν. Καί τούς εἶπε:  “Πλησιάστε με”. ῞Οταν εἶχαν δέ πλησιάσει τούς εἶπε μέ προσήνεια: “᾽Εγώ εἶμαι ὁ ᾽Ιωσήφ, τόν ὁποῖο πουλήσατε γιά τήν Αἴγυπτο”. Βλέποντάς τους νά χαμηλώνουν τό πρόσωπο καί νά μή μποροῦν νά προσβλέψουν πρός αὐτόν ἐξαιτίας τῆς συγχύσεώς τους, τούς παρηγόρησε, “Νά μή λυπᾶσθε γιά τό ὅτι μέ πουλήσατε, ἐπειδή ὁ Θεός μέ ἔστειλε, γιά νά θρέψω ὅλη τή γῆ, πρίν ἀπό σᾶς. ᾽Από τώρα καί ἐπί πέντε ἔτη θά διαρκέση ἡ πεῖνα, κατά τή διάρκεια τῶν ὁποίων (ἐτῶν) δέν θά ὑπάρχη οὔτε σποριᾶς οὔτε θεριστής”(Γεν 45, 5-6). Τά δέ ἑπτά προηγούμενα ἔτη μοῦ ἐπιβεβαιώνουν ὅτι ἔτσι θά ἔχουν τά πράγματα.
3. “Βιασθῆτε ν᾽ ἀνεβῆτε στόν πατέρα μου καί πέστε του ὅτι ὁ Θεός μέ ἔκανε κύριο”(Γεν 45, 9), ὄχι μόνο τῶν ἀδελφῶν μου, ὅπως μοῦ προφήτευσαν τά ὄνειρά μου, ἀλλά καί ὁλόκληρης τῆς Αἰγύπτου, πρᾶγμα πού δέν μοῦ εἶχε δοθῆ ὡς ὑπόσχεσι. Καί καταστήσατέ του γνωστή τήν τιμή μου στήν Αἴγυπτο, γιά ν᾽ ἀποδώση ὑπέρ ἐμοῦ εὐχαριστίες (στό Θεό) γιά ὅλα ὅσα μοῦ συνέβησαν στήν Αἴγυπτο. “᾽Εναγκαλίσθηκε δέ” τόν Βενιαμίν καί ἔκλαψαν καί οἱ δύο, ὁ ἕνας στό λαιμό τοῦ ἄλλου καί, γυρίζοντας, ἐναγκαλίσθηκε ἐπίσης τούς ἄλλους ἀδελφούς του. Καί, μόλις πείσθηκαν ἐκεῖνοι ὅτι ὁ ᾽Ιωσήφ τούς εἶναι εὐμενής, τότε ἄνοιξαν τά στόματά τους καί συζητοῦσαν μαζί του.
Τμῆμα Μ´
1. Ἀφοῦ κι ἐκεῖνοι συμπλήρωσαν τά μεταξύ τους λόγια, ἄνοιξαν τίς αὐλικές θύρες καί μπῆκαν περιχαρεῖς οἱ πρεσβύτεροι καί οἱ στρατηγοί· αὐτό τό γεγονός ἦταν ἀρεστό στά μάτια τοῦ Φαραώ καί τῶν δούλων του, οἱ ὁποῖοι θεώρησαν σίγουρο ὅτι δέν εἶναι δοῦλος, αὐτός πού ἔγινε πατέρας τῶν Φαραώ καί προστάτης τῶν γενναίων καί εὐγενῶν τῆς Αἰγύπτου, ἀλλ᾽ ὅτι εἶναι εὐγενής ἀπό εὐλογημένο γένος, ἀπ᾽ τή ρίζα τοῦ ᾽Αβραάμ.
2. Ὁ Ἰωσήφ τούς ἔστειλε μέ ἐνδύματα καί ἅρματα καί μέ ὅλα τά γεννήματα τῆς Αἰγύπτου, γιά νά φέρουν τόν πατέρα του, καί τούς ἀπαγόρευσε νά φιλονικοῦν καθοδόν. Ἡ λογομαχία, ἀπ᾽ τήν ὁποία ἐμποδίζονταν, ἦταν ἡ ἑξῆς, γιά νά μή λέη ὁ ἕνας στόν ἄλλο, “σύ παρακίνησες νά τόν ρίξουμε στόν λάκκο”· καί γιά νά μή διαμάχεται ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλο λέγοντας, “Σύ πίεζες νά πωληθῆ (ὁ ᾽Ιωσήφ) γυμνός καί μέ χειροπέδες στούς ῎Αραβες”.
῞Οπως συγχώρησα, εἶπε, ὅλους σας (ἔτσι) ὅλοι μεταξύ σας συγχωρεθῆτε, γιά νά μήν τυχόν διαμάχεσθε κατηγορώντας ὁ ἕνας τόν ἄλλο καί γίνη ἡ ἐπιστροφή τῶν δώρων τῆς χαρᾶς ἐπιστροφή λύπης λόγῳ πάλι.
3. Ἀφοῦ ἐξῆλθαν δέ, καί, ἐπειδή, ἐπίσης, βρέθηκε ὁ ᾽Ιωσήφ, χαίρονταν· ὅμως, λυποῦνταν, ἐπειδή δέν εἶχαν καμμία δικαιολογία νά ποῦν στόν πατέρα τους. Ἦλθαν βέβαια καί ἀνήγγειλαν (τά νέα) στόν πατέρα τους, ὁ ὁποῖος, βλέποντας ἅμαξες καί δῶρα, ὁδηγήθηκε στό νά πιστεύση· καί ἔνοιωσε ἀγαλλίασι τό πνεῦμα του καί εἶπε, “Σάν τό σύμπαν κι ἀκόμη σημαντικότερο” ἀπό ἐκεῖνο μοῦ εἶναι αὐτό: “τό ὅτι ὁ υἱός μου ὁ ᾽Ιωσήφ ζῆ”(Γεν 45, 28).
4. Ἀφοῦ εἶχαν διηγηθῆ γιά τίς τιμές πού εἶχε ὁ ᾽Ιωσήφ καί γιά τή σοφία του σάν διοικητής καί γιά τήν ἐναντίον τους πρόσφατη ἀπόφασί του, ἡ ὁποία ἦταν πικρότερη τῆς προγενέστερης, τούς ρώτησε ὁ πατέρας τους: “῎Αραγε δέν ρωτήσατε νά μάθετε ἀπ᾽ τόν ᾽Ιωσήφ πῶς καί γιά ποιό λόγο εἶχε κατέβει στήν Αἴγυπτο;”. ᾽Επειδή ὅλοι ἀλληλοκυττάζονταν καί ἀγνοοῦσαν τί νά ποῦν, ἄνοιξε τό στόμα του ὁ ᾽Ιούδας καί εἶπε στόν πατέρα του: “Σήμερα ἐνώπιον τοῦ πατέρα μας ἄς κάνουμε μνεία τῆς κακοήθειάς μας”.
᾽Εξαιτίας τῶν ὀνείρων τοῦ ᾽Ιωσήφ πίστευσαν τ᾽ ἀδέλφια του, ἐν ἀγνοίͺα του, ὅτι καί σύ καί τά ἴδια (τ᾽ ἀδέλφια του) θά γίνουν δοῦλοι του, καί νόμισαν ἀνοήτως ὅτι καλύτερο ἦταν νά εἶναι ἐκεῖνος μόνο ὑπηρέτης καί ὄχι ἐμεῖς καί ὁ πατέρας μας νά ὑπηρετοῦμε αὐτόν ὡς δοῦλοι. Διότι, λυπήθηκαν ἐσένα καί τόν Βενιαμίν, καί τό ἔκαναν, ὄχι βέβαια ἐπειδή τούς ἀγαποῦσες· διότι καί τόν Βενιαμίν ἀγαπᾶς, ἀλλά, ἐπειδή δέν εἶπε ποτέ του ὁ Βενιαμίν ὅτι ἐμεῖς θά τόν ὑπηρετήσουμε, ὅπως τό εἶχε πεῖ ὁ ᾽Ιωσήφ, ὅλοι ἀγαπᾶμε τόν Βενιαμίν. Συγχώρεσέ μας, λοιπόν, ἐπειδή ταπεινώσαμε τόν ᾽Ιωσήφ· διότι ἔφθασε σ᾽ αὐτό τό ὕψος ἀπ᾽ τό ὅτι ταπεινώθηκε ἀπό μᾶς.
῎Εκανε δεκτή ὁ πατέρας τους τή δικαιολογία καί τούς εἶπε: “᾽Εξαιτίας τῆς εἰδήσεως γιά τόν ᾽Ιωσήφ, μέ τήν ὁποία μέ χαροποιήσατε, ἄς σᾶς συγχωρεθῆ ἡ ἀδικία, τήν ὁποία ἄκουσα ὅτι τοῦ κάνατε”.
5. ῎Αρχισε ὁ ᾽Ιακώβ καί ὅλος ὁ οἶκος του νά κατεβαίνουν στήν Αἴγυπτο κι ἐπειδή φοβόταν μήπως ἡ μαγική τέχνη τῆς Αἰγύπτου  βλάψη τούς υἱούς του, “τοῦ φανερώθηκε ὁ Θεός καί τοῦ εἶπε, Μή φοβᾶσαι νά κατεβῆς στήν Αἴγυπτο”(Γεν 46, 3), κι ἐπειδή πίστευσε ὅτι τυχόν θά συμβῆ, ὥστε, ἐξαιτίας τῶν ἀγαθῶν πού εἶχαν μπροστά τους, θά παρέμεναν στήν Αἴγυπτο καί θά ἐξατμιζόταν σάν μάταια ἡ ὑπόσχεσι τοῦ Θεοῦ, τοῦ εἶπε (ὁ Θεός): “᾽Εγώ θά σέ κατεβάσω ἐκεῖ καί ἐγώ θά σέ ἀνεβάσω ἀπό ᾽κεῖ”. Καί ἐπειδή φοβόταν ὁ ᾽Ιακώβ μήπως πεθάνη ὁ ᾽Ιωσήφ, τοῦ εἶπε ὁ Θεός, “Ὁ υἱός σου, ὁ ᾽Ιωσήφ, θά σοῦ κλείση τά μάτια”. Καί σηκώθηκε ὁ ᾽Ιακώβ μετά ἀπ᾽ αὐτά καί, χαρούμενος, κατέβηκε μέ ἑβδομῆντα ἄτομα, δηλ. συγκαταριθμουμένων τοῦ ᾽Ιωσήφ καί τῶν δύο υἱῶν του.
6. Ἐξῆλθε δέ ὁ ᾽Ιωσήφ νά προϋπαντήση τόν πατέρα του, μέ ἅρματα καί πολύ λαό· καί, μόλις κατέβηκε καί προσκύνησε τόν πατέρα του, ἔκλαψαν ὁ ἕνας πάνω στόν τράχηλο τοῦ ἄλλου. Καί διέταξε ὁ ᾽Ιωσήφ τούς ἀδελφούς του νά ποῦν στό Φαραώ: “᾽Εμεῖς καί οἱ πρόγονοί μας εἴμαστε κτηνοτρόφοι”, γιά νά κατοικήσουν στή γῆ Γεσέμ καί νά ξεφύγουν ἀπ᾽ τούς λάτρεις τῶν προβάτων καί τῶν ταύρων.
Τμῆμα ΜΑ´
1. “Τοῦ εἶπε δέ ὁ Φαραώ: Ὁ πατέρας σου καί οἱ ἀδελφοί σου κάνε νά κατοικοῦν σέ ἄριστη γῆ... Καί εὐλόγησε ὁ ᾽Ιακώβ τό Φαραώ καί ἔφυγε ἀπό μπροστά του”(Γεν 47, 6-7).
Ὁ Ἰωσήφ πούλησε στούς Αἰγυπτίους τό σιτάρι ἔναντι χρημάτων καί ὅπου ἔλλειπε τό χρῆμα, τοῦ πουλοῦσε ἀντί ἀγελῶν καί τέλος ἀγόρασε αὐτούς τούς ἴδιους καί τά κτήματά τους ἔναντι τῆς διατροφῆς τους μέ ἄρτους, ἐκτός τῆς........γῆς, τήν ὁποία δέν πούλησε, διότι περιελάμβανε σ᾽ αὐτούς (τούς ἱερεῖς) τή μερίδα τήν κατασταθεῖσα ἀπ᾽ τό Φαραώ· καί κατά τό ἕβδομο ἔτος τούς ἔδωσε σπόρο κι ἔβγαλε νόμο, νά δίδουν στό Φαραώ τό ἕνα πέμπτο.
2. Πλησίασαν οἱ ἡμέρες θανάτου τοῦ ᾽Ιακώβ, καί ὁ ᾽Ιακώβ εἶπε στόν ᾽Ιωσήφ: “Βάλε τό χέρι σου κάτω ἀπ᾽ τό ἰσχύο μου, ὅπως εἶχε κάνει ὁ ᾽Αβραάμ μέ τόν ᾽Ελιέζερ, γιά νά τόν ὁρκήση γιά τή συνθήκη τῆς περιτομῆς. Καί τοῦ ὁρκίσθηκε ὁ ᾽Ιωσήφ ὅτι θά τόν σηκώση καί θά τόν θάψη πλησίον τῶν πατέρων του. Καί προσκύνησε ὁ ᾽Ιακώβ τό ἄκρο τοῦ σκήπτρου του”.
3. ῞Οταν δέ πληροφορήθηκε ὁ ᾽Ιωσήφ ὅτι ἀσθενεῖ ὁ πατέρας του, ἦλθε κι ἔφερε τούς δύο υἱούς του, νά εὐλογηθοῦν ἀπ᾽ αὐτόν, πρίν πεθάνη. Καί εἶπε ὁ ᾽Ιακώβ, “῾Ὁ ᾽Ελ-Σαδδάι μοῦ φανερώθηκε στή Λουζά᾽(Γεν 48, 3) ἐνῶ κοιμόμουν καί εἶχα θέσει ὡς προσκεφάλι μου λίθο”. Καί μέ εὐλόγησε καί μοῦ εἶπε, “Θά σοῦ δώσω τά ἔθνη, δηλ. τίς φυλές· καί τώρα ὁ ᾽Εφραΐμ καί ὁ Μανασσῆ, ὅπως ὁ Ρουβήν καί ὁ Συμεών θά εἶναι δικοί μου, ἔτσι οἱ ἄλλοι ὅσοι γεννηθοῦν ἀπό σένα, θά ὀνομασθοῦν υἱοί τῆς φυλῆς ᾽Εφραΐμ καί Μανασσῆ”.
4. Καί εἶπε: “Φέρε τους σ᾽ ἐμένα νά τούς εὐλογήσω”. Καί σταύρωσε ὁ ᾽Ισραήλ τά χέρια του χάριν τοῦ Μανασσῆ τοῦ πρωτοτόκου κι ἔβαλε τό δεξί του χέρι στό κεφάλι τοῦ νεοτέρου, τοῦ ᾽Εφραΐμ”. Τή στιγμή αὐτή ἐπίσης σκιαγραφήθηκε γιά δεύτερα φανερά ὁ Σταυρός, γιά νά εἰκονισθῆ τό μυστήριο ἐκείνου, διά τοῦ ὁποίου διασώθηκε ὁ πρωτότοκος ᾽Ισραήλ —ὅπως ὁ πρωτότοκος Μανασσῆς— καί γιά ν᾽ αὐξάνουν τά ἔθνη κατά τόν τρόπο τοῦ νεοτέρου στήν ἡλικία ᾽Εφραΐμ.
5. Εἶπε δέ ὁ ᾽Ιακώβ εὐλογώντας τά παιδιά: “῎Ας καλῆται σ᾽ αὐτούς τό δικό μου ὄνομα καί τό ὄνομα τῶν πατέρων μου”, δηλ. ἄς καλοῦνται υἱοί ᾽Αβραάμ καί ᾽Ισαάκ καί ᾽Ιακώβ. ᾽Επιχείρησε δέ ὁ Ἰωσήφ νά φέρη τή δεξιά τοῦ πατέρα του πάνω στό Μανασσῆ καί δέν θέλησε ὁ ᾽Ιακώβ καί τοῦ εἶπε: “Δέν θά τόν στερήσω δολίως τῆς εὐλογίας. Διότι καί ὁ Μανασσῆ θά πολλαπλασιασθῆ, ἀλλά ὁ νεώτερος ἀδελφός του θά πολλαπλασιασθῆ περισσότερο”(Γεν 48, 19).
Καί γιά νά δείξη ἤδη μπροστά τους ὅτι δηλώθηκε ὡς πρεσβύτερος ὁ ᾽Εφραΐμ —ἄν καί ἦταν νεότερος σέ ἡλικία— εἶπε: “Στό πρόσωπό σου θά εὐλογηθῆ ὁ ᾽Ισραήλ καί θά εἰπωθῆ: θά σέ κάνη ὁ Θεός ὅπως τόν ᾽Εφραΐμ καί ὅπως τό Μανασσῆ”.
6. Καί εἶπε στόν ᾽Ιωσήφ: “Σοῦ ἔδωσα τό μεγαλύτερο μερίδιο, παρά στούς ἀδελφούς σου, τό ὁποῖο κατέλαβα διά ξίφους καί τόξου”(Γεν 48, 22), πράγματι αὐτός, ὁ ὁποῖος πούλησε τό μερίδιο ἔναντι ἑκατό προβάτων, τά ὁποῖα ἀπέκτησε διά τῆς δυνάμεως τῶν βραχιόνων του. ᾽Αφοῦ εὐλόγησε τή Ραχήλ στό πρόσωπο τοῦ ἀπογόνου της, προσέφερε μέ τρόπο πένθιμο εἰς μνήμην τοῦ θανάτου της, ἡ ὁποία ἔγινε αἰτία τῆς γεννήσεώς του.
Τμῆμα ΜΒ´
Οἱ εὐλογίες τοῦ ᾽Ιακώβ
1. “Καί κάλεσε ὁ ᾽Ιακώβ τούς υἱούς του καί τούς εἶπε: “Συναθροισθῆτε καί θά σᾶς δείξω τί θά συμβῆ στό τέλος τῶν ἡμερῶν”(Γεν 49, 1). ᾽Εξαιτίας τοῦ ᾽Ιωσήφ πού εἶχε ἔλθη, καί ἐξαιτίας τοῦ πατέρου του πού εἶχε κυριευθῆ ἀπό ἀδημονία, ἄν καί δέν συναθροίζονταν στόν ἴδιο οἶκο, ἀλλά ἀπό κάθε τόπο τῆς ἐργασίας τους ἐκτός οἴκου συνῆλθαν, προσελθόντες κατ᾽ αὐτή τήν ἴδια ἡμέρα· Οἱ ἀδελφοί, λοιπόν, τοῦ ᾽Ιωσήφ, πού καθόταν, τόν περιστοίχιζαν καί προσδοκοῦσαν κάθε ἄλλο βέβαια παρά νά εὐλογηθοῦν ἤ νά τύχουν κατάρας, ἀλλά νά μάθουν τί θά τούς συμβῆ στά ἔσχατα. Ὁ ᾽Ιακώβ ἄνοιξε τό στόμα του καί εἶπε στόν πρωτότοκό του Ρουβήν:
2. “Ρουβήν, ἐσύ εἶσαι ὁ πρωτότοκός μου, δύναμί μου καί ἀρχή τῆς εὐρωστίας μου”(Γεν 49, 3), γνωστοποιώντας τά τοῦ ἑαυτοῦ του, μέχρι τήν ἡμέρα πού ἔλαβε τή Λεία, καί ὅτι μετά ἐπί ὀγδόντα τέσσερα ἔτη παρέμεινε ἐν παρθενίᾳ. “Ὑπόλοιπο εὐρωστίας καί ὑπόλοιπο ἀρετῆς”: δηλ. εἴτε εἶσαι υἱός τῆς νεότητος καί οἱ ἄλλοι ἀδελφοί σου εἶναι ἀπ᾽ τό ὑπόλοιπο τῆς εὐρωστίας καί ἀρετῆς τῆς νεότητος εἴτε ἄν μοῦ εἶχες ὁμοιάσει περισσότερο, θά εἶχες ἰσχυρότερη μερίδα ἐξαιτίας τῆς πρωτοτοκίας σου· “περιπλανήθηκες σάν τό νερό”, τό ὁποῖο ἀφήνει τό αὐλάκι του καί ἀρδεύει ξένη γῆ. Καί μ᾽ αὐτό πού εἶπε: “Καί μέ τό πλανήθηκες σάν τό νερό, εἶναι πιθανότατο νά ἐννοῆται ὅτι εἶχε σύζυγο ὁ Ρουβήν καί νά τήν ἐγκατέλειψε καί νά εἰσόρμησε ὄχι ἐλαυνόμενος ἀπό δίψα, γιά νά πιῆ κρυφά ὕδατα. “Πλανήθηκες, εἶπε, σάν τό νερό δέν θά παραμείνης” δηλ. μεταξύ τῶν φυλῶν καί γι᾽ αὐτό εὐλογώντας τον, ὁ Μωϋσῆς εἶπε: “῎Ας ζήση ὁ Ρουβήν, ἄς μήν πεθάνη, ἀλλ᾽ ἄς συναριθμηθῆ μέ τούς ἀδελφούς του”(Δευ 33, 6). “᾽Ανέβηκες στήν κλίνη τοῦ πατέρα σου”, τοῦτο πάλι εἶναι ἔνδειξι ὅτι ὁ ἴδιος εἰσόρμησε πρός τήν Βαλλάμ ἐνῶ αὐτή κοιμόταν, ἡ ὁποία γι᾽ αὐτό καί δέν ἔτυχε κατάρας μαζί μ᾽ αὐτόν. “᾽Αλήθεια, μόλυνες τήν κλίνη μου”, κλίνη ὀνομάζει εἴτε τήν κακή πρᾶξι πού ἔκανε ἐπί τῆς κλίνης, εἴτε τήν ἴδια τή γυναῖκα.
3. Ἀφοῦ δέ προσπέρασε τόν Ρουβήν, στράφηκε στούς ἀδελφούς του, λέγοντας τά ἑξῆς, “Ὁ Συμεών καί ὁ Λευΐ, τά ἀδέλφια, εἶναι δοχεῖα ἀγανακτήσεως ἀπ᾽ τή φύσι τους”(Γεν 49, 5), δηλ. δέν γνώριζα γιά τό μυστικό σχέδιο πού μηχανεύθηκαν νά περικυκλώσουν τούς Σιχεμίτες καί νά τούς φονεύσουν. Καί στή συνέλευσί τους, δηλ. στή συνομωσία τους γιά τό φόνο ἀνδρῶν, δέν ξέπεσα ἀπ᾽ τήν τιμή μου. Διότι ὁ Θεός ἀπέστειλε τό φόβο Του κατά τῶν περιισταμένων ἐθνῶν καί μέ ἐξήρπασε ἀπ᾽ τό ὄνειδος· ἐγώ εἶχα προορισθῆ ἀπ᾽ αὐτούς γιά σφαγή. “Λόγῳ τῆς ὀργῆς τους φόνευσαν ἄνδρες” οὔτε εἶχαν δίκιο. Διότι ὁ Συχέμ ἔπρεπε νά φονευθῆ, ἐπειδή τούς εἶχε διαφθείρει τήν ἀδελφή, ὄχι, ὅμως, ὅλη ἡ πολιτεία. “Καί μέ τή θέλησί τους κατεδάφισαν τείχος”, δηλ. ὀχυρό οἴκων τῆς δικῆς τους πολιτείας. “Καταραμένη ἡ μανία τους”, διότι ὑπερίσχυσε κατά τῶν κατοίκων Σιχέμ· “καί ἡ ὀργίλη παραφορά τους, ἐπειδή ἦταν σκληρή”, ἐπειδή παρέτειναν γιά πολλές ἡμέρες, ἐνόσῳ προσπαθοῦσαν νά τούς πείσουν νά συναφθοῦν μαζί τους καί νά περιτμηθοῦν, ἐνόσῳ ἐπιπλέον διαρκοῦσε ὁ πόνος του· καί ὅλες ἐκεῖνες τίς ἡμέρες ἡ μανία τους δέν εἶχε καταπραϋνθῆ. “Θά τούς διαμερίσω ἐν ᾽Ιακώβ”, δηλ. ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου, διότι μετά τήν ἐναντίον τους κατάρα, δέν διαφύλαξαν τήν ἑνότητα πού εἶχαν πρό τῆς κατάρας. Διότι τόσο συνδεδεμένοι ἦταν (πρίν), ὥστε οὔτε στούς ἴδιους τούς ἀδελφούς, βεβαίως, τῆς Δείνας ν᾽ ἀποκαλύψουν πότε ἄρχισαν νά παίρνουν ἐκδίκησι ἀπ᾽ τούς διαφθορεῖς τῆς Δείνας: “Θά τούς διαμερίσω ἐν ᾽Ιακώβ”, δηλ. μεταξύ τῶν υἱῶν τοῦ ᾽Ιακώβ “καί θά τούς διασπείρω ἐν ᾽Ισραήλ” δηλ. μεταξύ τῶν υἱῶν τοῦ ᾽Ισραήλ.
4. Στασίασαν (Αρθ 25, 10) κατά τῶν ἀπογόνων τους (ἀμοιβαίως) ὁ Ζαμρί ἀπ᾽ τή φυλή τοῦ Συμεών καί ὁ Φινεές ἀπ᾽ τή φυλή τοῦ Λευΐ· καί ὁ Λευΐ, ὁ ὁποῖος μέ γάμου εἶχε συνδεθῆ μέ τήν πλευρά τοῦ Συμεών, μέ πολλούς νεκρούς ἐξαιτίας τῆς γυναικός, τώρα μετά τήν κατάρα, ὁ (υἱός του) Φινεές φονεύει τόν υἱό τοῦ Συμεών μαζί μέ τή γυναῖκα, ἐξαιτίας τῆς γυναικός.
᾽Επίσης, ἄν διά τῆς ψυχικῆς δυνάμεως διαμέρισε τόν ἕνα ἀπ᾽ τόν ἄλλο, γιά νά μή τούς ὠφελήση ἡ προηγούμενη συνθήκη, ὅμως, διεσκόρπισε καί τίς δύο αὐτές φυλές ἀνάμεσα στίς ἄλλες. Διότι διέσπειρε τόν Λευΐ, γιά νά κληρονομῆ ἀνάμεσα σέ ὅλες τίς φυλές, ἐπειδή δέν εἶχε ἐκεῖνος παραχωρημένο μερίδιο, ὅπως οἱ ἀδελφοί του. Καί ὁ Συμεών, ἐξαιτίας τοῦ ὅτι τό μερίδιό του ἦταν λίγο, ἐκδηλώθηκε καταλαμβάνοντας ὡς κληρονομιά ὅλους τούς ἀδελφούς του.
5. “Ἰούδα οἱ ἀδελφοί σου θά σ᾽ εὐγνωμονοῦν, ἐπειδή τούς διαφύλαξες ἀπό αἱματοχυσία τοῦ ἀδελφοῦ τους ᾽Ιωσήφ. Διότι, διά σοῦ ὁ ᾽Ιωσήφ ἔγινε πατήρ δύο φυλῶν· διότι, ἄν δέν εἶχε ὑπάρξει ἡ ζωοποιήσασα αὐτόν συμβουλή σου, ὅλες οἱ φυλές θά εἶχαν ἀφανισθῆ ἀπ᾽ τήν πεῖνα. ᾽Επειδή, λοπόν, τούς διαφύλαξες νά μήν ἁμαρτήσουν καί πεθάνουν ἀπό λιμό, σέ εὐγνωμονοῦν οἱ ἀδελφοί σου γιά ἐκεῖνα τά δύο· ἐπειδή τό χέρι σου τούς διαφύλαξε ἀπ᾽ αὐτούς τούς δύο, ῾τό χέρι σου (θά βρίσκεται) πάνω στόν αὐχένα τῶν ἐχθρῶν σου᾽”, μ᾽ ἐκείνη τή νίκη πού ὑποσχέθηκε στό βασίλειο τοῦ Δαβίδ, ἐξαιτίας καταγωγῆς ἀπ᾽ αὐτόν (τόν ᾽Ιούδα), μ᾽ ἐκείνη διαφυλάχθηκε, μέ τήν ὁποία ὑπέταξε, ὁ Δαβίδ, ὅσα ἔθνη κατοικοῦσαν ἀπ᾽ τή θάλασσα μέχρι τόν Εὐφράτη ποταμό. “᾽Απ᾽ τό φόνο, υἱέ μου ἀνῆλθες” εἴτε ἐπειδή διαφυλάχθηκε ἀπ᾽ τό φόνο τῆς Θάμαρ καί τῶν δύο υἱῶν της, εἴτε ἐπειδή δέν εἶχε καμμία συμμετοχή στό σχεδιαζόμενο φόνο τοῦ ᾽Ιωσήφ. “῎Εκαμψε τά γόνατα καί ἀνεκλίθη στήν κληρονομία του, ὄχι ὡς γηραλέο λιοντάρι, ἀλλά σάν σκύμνος”, δηλ. νεαρός λιοντάρι, πού δέν φοβᾶται κανένα, σύμφωνα μέ τήν ἑξῆς ἐκδοχή· ἀνακλινόμενος σάν λιοντάρι στήν κληρονομία, τήν ὁποία ἀπέκτησε πρός ὄφελός του, μέ τήν ἔννοια ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά τοῦ τήν ἁρπάση· ἀλλ᾽ αὐτό τό εἶπε γιά τό βασίλειο, τό ὁποῖο, ἄν καί δοκιμασθέντες καί ταπεινωθέντες (οἱ ἀπόγονοι τοῦ ᾽Ιούδα), κανείς, ὅμως, δέν ὑπῆρξε πού νά μπορῆ νά τούς τό ἁρπάξη, ἐπειδή τό βασίλειο διατηρήθηκε ἀπ᾽ τόν Κύριο τοῦ βασιλείου, πάνω ἀπ᾽ τίς φυλές τους. Καί γιά νά γίνη γνωστό ὅτι ὁ ᾽Ιακώβ μιλᾶ γιά τό διάδημα —τό ὁποῖο ἀπ᾽ αὐτόν ἔπρεπε νά δοθῆ— καί ὄχι γιά τή φυλή του, ἔγραψε: “Δέν θά λείψη σκῆπτρο, δηλ. βασιλιάς, οὔτε ἀποκαλυπτής”, δηλ. προφήτης ἀποκαλύπτων τά μέλλοντα, μέχρις ὅτου ἔλθη, ὄχι βεβαίως, ὁ Δαβίδ, τόν ὁποῖο ἐξύψωσε τό βασίλειον, ἀλλ᾽ ὁ ᾽Ιησοῦς, ὁ υἱός τοῦ Δαβίδ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ κύριος τοῦ βασιλείου.
“Δέν θά λείψη”, εἶπε, “βασιλιάς ἤ προφήτης ἀπ᾽ τόν οἶκο ᾽Ιούδα, μέχρις ὅτου ἔλθη αὐτός, στόν ὁποῖο ἀνῆκε τό βασίλειο”.
῎Η ἄς μοῦ δείξουν ὅτι πρό τοῦ Δαβίδ ὑπῆρξαν στή φυλή τοῦ ᾽Ιούδα βασιλεῖς οἱ ὁποῖοι μετέδιδαν καί διέσωζαν τό στέμμα χάριν τοῦ βασιλέως Δαβίδ, ἤ ἄν καί πρό τοῦ Δαβίδ δέν ὑπῆρξε βασιλιάς, ὁμολογεῖται ὅτι ἀπ᾽ τόν ἴδιο τό Δαβίδ καί τούς υἱούς τοῦ Δαβίδ πρέπει νά μεταδοθῆ καί νά διατηρηθῆ τό βασίλειο χάριν τοῦ υἱοῦ τοῦ Δαβίδ, ὁ ὁποῖος εἶναι καί κύριος τοῦ βασιλείου. Διότι καί ἄν ἀπό ἐκεῖνο τό λόγο: “᾽Ιούδα, οἱ ἀδελφοί σου σέ εὐχαριστοῦν”, καί μέχρι τό “Δέν θά λείψη σκῆπτρο καί ἀποκαλυπτής”, ὅλα πρέπει ν᾽ ἀναφερθοῦν στόν ᾽Ιούδα καί στό βασίλειο τοῦ Δαβίδ καί τῶν υἱῶν τοῦ Δαβίδ ὅσοι κατάγονταν ἀπ᾽ τόν ᾽Ιούδα· ὅμως ἀπ᾽ ἐκεῖνο τό λόγο. “Μέχρι νά ἔλθη αὐτός, στόν ὁποῖο ἀνήκει”, καί ἄλλα συναφῆ μ᾽ αὐτά, ὅσοι κατάγονται ἀπ᾽ τόν ᾽Ιούδα πρέπει νά συσχετισθοῦν ἀληθινά μέ τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, καί ὄχι μέ τό Δαβίδ καί τούς υἱούς του. ᾽Ακόμη καί μέ τό: “Θά ἔλθη ἐκεῖνος, στόν ὁποῖο ἀνήκει”, φανερά ἔδειξε ὅτι ὅλοι οἱ προηγούμενοι κατέχοντες (αὐτή) τή θέσι θά εἶναι μελλοντικοί, δηλ. μεταδότες τοῦ διαδήματος· ὄχι κύριοί του. “Καί τόν ἴδιο προσδοκοῦν ὅλα τά ἔθνη”, εἶπε, δηλ. ἡ ᾽Εκκλησία, ἡ ἐκ τῶν ᾽Εθνῶν. ῎Εδεσε στήν ἄμπελο τό πουλάρι του καί σέ κλαδί τόν υἱό τῆς ὄνου (Ψ 80, 8-14): τήν ἴδια τή συναγωγή ὀνομάζει ἄμπελο, ὅπως καί ὁ Δαβίδ τήν ὀνομάζει. Γι᾽ αὐτό καί τό: “Θά δέση σέ ἀμπέλι τό πουλάρι του”, διότι στήν ἴδια τήν συναγωγή προσαρτήθηκε καί ἀπ᾽ αὐτή μεταδόθηκε ἡ βασιλεία, καί αὐτό εἶναι τό: “Δέν θά λείψη σκῆπτρο ἀπ᾽ τόν ᾽Ιούδα, μέχρι νά ἔλθη ἐκεῖνος στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ βασιλεία”.
6. Ἐπίσης, ὅταν ἦλθε ὁ Κύριός μας, πάλι, στό ἀληθινό κλῆμα, προσέδεσε τόν πουλάρι του, μέ σκοπό —ὅπως ἀπ᾽ αὐτόν ἐκπληρώθηκαν ὅλα τά μυστήρια— νά τελειώση ἐν ἀληθεία καί αὐτό, πού τούς μεταδόθηκε μέ ἐξεικόνισι. Ἑπομένως, εἴτε στά Ἱεροσόλυμα, ἔξω ἀπ᾽ τό ἁγιαστήριο, ὑπῆρχε κλῆμα, στό ὅποιο ἔδενε τό πουλάρι του (ὁ Κύριος), καθώς ἔμπαινε στό ναό· εἴτε στήν ἴδια τήν κώμη, ἀπ᾽ ὅπου ἦλθε, εἶχε δεθῆ τό πουλάρι σέ κλῆμα· διότι λέχθηκε: “῎Αν σᾶς ποῦν, γιατί λύνετε αὐτό τό πουλάρι;, πέστε τους, θά ζητηθοῦν πληροφορίες ἀπ᾽ τό ἀφεντικό του”(Μθ 21, 3).
Θά λευκάνη τό ἱμάτιό του μέσα στό κρασί, δηλ. θά πλύνη τό σῶμα του μέσα στό αἷμα του καί τό κάλυμμά του μέσα στό αἷμα τῶν σταφυλιῶν, διότι μέ τό ἴδιο του τό αἷμα θά πλύνη τό σῶμα του, δηλ. τό κάλυμμα τῆς θεότητός του. “Κατακόκκινοι εἶναι οἱ ὀφθαλμοί του ἀπ᾽ τό κρασί”, λέει, διότι καθαρότερη εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ νοός του ἀπό οἶνο διϋλισμένο. “Καί τά δόντια του εἶναι λευκότερα ἀπ᾽ τό γάλα”, διότι ἡ διδασκαλία τῶν χειλέων του εἶναι καθαρή καί λάμπει.
7. Ὁ Ἰσσάχαρ, ἄνδρας ἰσχυρός, ξαπλωμένος μεταξύ τῶν δρόμων (Γεν 49, 14-15), δηλ. ὁ Γεδεών, ὁ ὁποῖος ἔστειλε ἐπιστολές, γιά νά ἔλθουν σέ πόλεμο κατά τῶν Μαδιανιτῶν καί μέ τριακοσίους γενναίους ἄνδρες κατῆλθε κατά τῶν μεγάλων στρατοπέδων χιλιάδων καί μυριάδων. “Καί αὐτός (ὁ ᾽Ισσάχαρ), πού εἶδε τόν τόπο τῆς διαμονῆς του (νά εἶναι θελκτικός)”, δηλ. τήν κληρονομιά, ἡ ὁποία τοῦ περιῆλθε καί τή γῆ του νά εἶναι ἀγαθή, ἡ ὁποία ἔρρεε γάλα καί μέλι. Καί, ἐπειδή, ἀφοῦ ἡ κληρονομιά του δέν εἶναι καλύτερη ἀπ᾽ τήν κληρονομιά τῶν συμμάχων του, ἡ εὐγνωμοσύνη του (ὅμως) ὑπῆρξε μεγαλύτερη ἐκείνης τῶν συμμάχων του. “῎Εκλινε τό βραχίονά του” εἰς δουλείαν, ὄχι βέβαια τῶν ἐθνῶν, ἀλλά τοῦ Θεοῦ, καί ἔγινε “φόρου ὑποτελής δοῦλος”, δηλ. ἀποτελείωσε τίς δεκάτες τῶν κτηνῶν τους καί τῶν γεννημάτων τῶν υἱῶν τοῦ Λευΐ.
8. “Ὁ Ζαβουλών θά κατοικήση στήν ἀκτή τῆς θάλασσας”(Γεν 49, 13), δηλ. κοντά στά θαλάσσια λιμάνια, “καί ὁ ἴδιος στόν ὅρμο τῶν πλοίων” καί ὅπως κάθε κάτοικος κοντά στή θάλασσα, τό ἐμπόριό του ἀπ᾽ τά γεννήματα ὑπῆρξε ἀπ᾽ τά πλοῖα. “Καί τά πέρατά του θά ἐκτείνωνται μέχρι τή Σιδώνα, ἡ ὁποία κεῖται πρός τήν πλευρά τῆς θάλασσας”.
9. “Ὁ Δάν θά κρίνη τό λαό του”(Γεν 49, 16), δηλ. ὁ Σαμψών, ὁ ὁποῖος ἔκρινε τόν ᾽Ισραήλ ἐπί εἴκοσι ἔτη “ὡς μία ἀπ᾽ τίς φυλές τοῦ ᾽Ισραήλ, δηλ. σάν ἕνας ἀπ᾽ τούς ἀδελφούς του, ἀπ᾽ τούς υἱούς πού ἀπέκτησε ὁ ᾽Ιακώβ ἀπ᾽ τίς ἐλεύθερες συζύγους”· “ὁ Δάν θά εἶναι (ἕρπων) ἐπί τῆς γῆς”. Ἑκεῖνοι δέ οἱ ὁποῖοι σάν νά σέρνονταν πάνω στή γῆ, ἔδειχναν τίς κεφαλές τους νά προβάλλουν ἀπ᾽ τή γῆ στήν ἔρημο τοῦ Σινᾶ· “καί βασιλίσκος ἐπί τῆς ὁδοῦ”, ἐπειδή, ὅπως ταράσσονται ἀπ᾽ τά φίδια πού ἕρπουν πάνω στή γῆ, ὅσοι περπατοῦν σέ ἀπάτητα μέρη· καί ὅπως φοβοῦνται τό βασιλίσκο, πού προσβλέπει ὕπουλα στίς ὁδούς, ὅσοι βαδίζουν σ᾽ αὐτές, ἔτσι ἐπίσης οἱ Φιλισταῖοι —οἱ ὁποῖοι περπατοῦσαν ἀπό μονοπάτια κι ἀπάτητα μέρη— φοβοῦνταν τό Σαμψών. Διότι δάγκωσε ἵππο στήν πτέρνα καί ἔρριξε κάτω τόν καβαλλάρη του, διότι μέ τή μεγάλη πεῖνα πού προκάλεσε στούς Φιλισταίους —κατακαίγοντας μέ ἀλεποῦδες τό σιτάρι τους στούς ἀγρούς, οἱ ὁποῖοι (Φιλισταῖοι) ὑποβάσταζαν τό σῶμα τους, ὅπως ὁ ἵππος τόν ἀναβάτη του— ἔπεσαν στά γόνατα ἀπ᾽ τήν ἔλλειψι ἄρτου καί ἀκόμη ἡττήθηκαν πρός τά πίσω ἀπ᾽ τήν ἔλλειψι τροφῆς.
“Τή σωτηρία σου ἀνέμεινα Κύριε”, ἤ ἐκεῖνο τό: “ἡ ἴδια ἡ Παλαιστίνη ἀνέμεινε κατ᾽ ἐκεῖνο τόν καιρό, ὅπως κατά τίς ἡμέρες τῆς κιβωτοῦ, ὅταν ἔγιναν κτήτορες τῆς σωτηρίας τοῦ Κυρίου”· εἴτε ἀπό προσώπου τῶν υἱῶν Δάν εἴτε ὁλοκλήρου τοῦ ᾽Ισραήλ, ἔτσι εἰπώθηκε ἀπ᾽ τό στόμα τοῦ ᾽Ιακώβ, γιά νά δείξη ὅτι ὅλοι αὐτοί οἱ σωτῆρες ὅσοι ὑψώνονταν ἀπ᾽ αὐτούς εἶναι σύμβολο ἐκείνης τῆς μεγάλης σωτηρίας, ἡ ὁποία ἦταν μελλοντική γιά ὅλους τούς λαούς μέσῳ τοῦ ᾽Ιησοῦ, διότι ἐξεικόνιζαν τήν ἀλήθεια.
10. “Ὁ Γάδ ἄς ἐξέλθη (σέ μάχη) μέ σμῆνος (στρατιωτῶν)”(Γεν 49, 19), σαράντα χιλιάδες ἔνοπλοι προπορεύονταν αὐτοῦ, ἐξακόσιες χιλιάδες ἀνδρῶν, πού μέ τά παιδιά τους καί τίς γυναῖκες τους καί τίς ἀποσκευές τους ἀκολουθοῦσαν καί τό: “ὁ ἴδιος θά ἕλξη τήν πτέρνα”, δηλ. ὁ ἴδιος προηγεῖτο ὁπλισμένος καί γενναίως καί δι᾽ αὐτοῦ εἶναι ἐνδυναμωμένη ἡ συνάθροισι, πού, σάν πτέρνα, ἀπό πίσω ἐρχόταν.
11. “Ἀσήρ, ἀγαθή ἡ γῆ του”(Γεν 49, 20). ᾽Ιδού ὁ λόγος τοῦ Μωϋσέως “῎Ας ἐμβάψη μέ λάδι τό πόδι του”(Δευ 33, 24). Φαίνεται ὅτι ὑπῆρξε γῆ τῆς ᾽Απαμείας, καί ἡ ὁποία θά παράσχη τροφή στούς βασιλεῖς ἀπό λάδι καθαρό καί ἀπό διάφορα εὔγευστα κρασιά, οἱ ὁποῖοι βρίσκονται μέσα στήν κληρονομιά του.
12. “Νεφθαλείμ, ταχύπους ἀγγελιαφόρος”, ὁ ὁποῖος δέν μεταδίδει ὅσα ἄκουσε, ἀλλά “ὁ ὁποῖος λέει λόγο ὡραῖο”(Γεν 49, 21). Ὁ Βαράκ εἶναι αὐτός πού ἔστειλε ἀγαθό ἀγγελιαφόρο πρός ὅλους ὅσοι ἔφευγαν μπρός στήν ἰσχύ καί ὁρμητικότητα τοῦ Σισάρα (Κριτ 4).
13. “Ἰωσήφ, ὁ ἔχων σπέρμα”(Γεν 49, 22), ὁ ὁποῖος πράγματι ἀπό παιδί ἀνατράφηκε μέ ἄριστη τροφή. “Νά ἐκχυθῆς πηγή, γιά νά γίνης στηριγμένο οἰκοδόμημα”, ἐπειδή ὁ ᾽Ιωσήφ ἦταν θεοστήρικτος λόγῳ τῆς μεγάλης του ἐμπιστοσύνης πρός τό Θεό, καί πάλι στηριγμένος διά τοῦ δικαίου τῆς πρωτοτοκίας του καί διά τῆς βασιλείας του καί διά τῶν ἀδελφῶν του· καί στηριγμένος σάν πηγή διά τῶν δύο υἱῶν του, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὁ ἕνας στά δεξιά του καί ὁ ἄλλος στ᾽ ἀριστερά του. ᾽Εκεῖνο δέ τό, “᾽Ανέβη ἐπί τοῖχον”, λέχθηκε καθόσον τελειοποιεῖται καί στεφανώνεται μέ διασημότητα.
᾽Εκεῖνο δέ τό, “᾽Αγωνίσθησαν καί τόν μίσησαν οἱ ἀρχηγοί τῶν στρατευμάτων”, δηλ. οἱ ἀρχηγοί τῶν φυλῶν, καί ἄν “οἱ υἱοί τῆς διαφωνίας”, γράφθηκε, τό ἴδιο εἶναι, ἐπειδή οἱ ἀδελφοί του χωρίσθηκαν ἀπ᾽ αὐτόν, καί τόν μίσησαν καί τόν πούλησαν γιά τήν Αἴγυπτο· “Μετεστράφη, λέει, μέ τήν ἰσχύ τοῦ τόξου του”, ἐξαιτίας τοῦ ὅτι ὑπερίσχυσε κι ἔγινε κύριός τους.
“Καί διαλύθηκαν οἱ βραχίονες τῶν χεριῶν του”, ἐξαιτίας τοῦ ὅτι, ἔστω κι ἄν εἶναι ἰσχυρό ἕνα τόξο, ἄν στούς βραχίονες δέν ὑπάρχη δύναμι, μάταιη εἶναι ἡ ἰσχύς τοῦ τόξου: ῎Ετσι καί ὁ ᾽Ιωσήφ, ἄν καί εἶχε δύναμι —ὅπως τό τόξο— νά φονεύη τ᾽ ἀδέλφια του, ὅμως, δέν εἶχε κατά τῶν ἀδελφῶν του τήν ὀργή, ἡ ὁποία δηλώνεται μέ τή δύναμι. “Λύθηκαν, λοιπόν, μέ τήν ἀγάπη οἱ βραχίονες τῶν χεριῶν του, μέσῳ τῶν χεριῶν τοῦ ἰσχυροῦ ᾽Ιακώβ, δηλ. ἐξαιτίας τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἦταν μαζί μέ τόν ᾽Ιακώβ”, καί ἐξαιτίας τοῦ ὀνόματός τοῦ Ποιμένος, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νά ὁδηγήση διά τῆς καυτῆς ἐρήμου, λίθο, ὁ ὁποῖος θά ζωοποιοῦσε ὅλο τόν ᾽Ισραήλ διά τῆς πόσεως (᾽Εξ 17, 5-6· ᾽Αρθ 20, 7-11, πρβλ Α´ Κορ 10, 4).
14. “Ὁ Θεός τοῦ πατέρα σου θά σέ βοηθήση” στόν καιρό τῆς μάχης σου κατά τῶν ἐχθρῶν, διότι ἀπεῖχες ἀπ᾽ τό ν᾽ ἀναλάβης ἐκδίκησι κατά τῶν υἱῶν τοῦ πατέρα σου. “Καί ὁ Εl-Saddai (ὁ παντοδύναμος Θεός) θά σέ εὐλογήση μέ τίς εὐλογίες τοῦ οὐρανοῦ ἄνωθεν”, δηλ. μέ ἄφθονα καί πλούσια στεφάνια καί (μέ εὐεργεσίες) τῆς εὐμενείας του στό ἑξῆς, πού ἀπορρέουν πάνω ἀπ᾽ τά εὐλογηθέντα γεννήματα τοῦ ἔτους. “Διά τῆς εὐλογίας τῆς ἀβύσσου ἡ ὁποία βρίσκεται ἀπό κάτω”, ἐπειδή, ἄν καί ὅλα προέρχωνται ἐκ τοῦ μηδενός, ὅμως ἀπ᾽ τά ὕδατα τῆς ἀβύσσου λένε ὅτι τά σύννεφα ἀναλαμβάνουν καθώς ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ τά ὕδατα ἄλλαξε, ὥστε νά ἔχουν ἁλμύρα, γιά νά μήν ἀλλοιώνωνται ἀπ᾽ τή συσσώρευσί τους, ἔτσι τά ἔκανε νέφη ἁπαλά κι εὐχάριστα στήν πόσι ἀπό ἀνθρώπους καί ζῶα καί βοτάνες καί βλαστήματα. Γι᾽ αὐτό ὁ ὑετός καί ἡ δροσιά εἶναι εὐλογία τοῦ οὐρανοῦ· καί ἡ εὐλογία τῆς ἀβύσσου εἶναι ἡ εὐλογία τῶν ποταμῶν καί τῶν πηγῶν πού ποτίζουν τήν κληρονομημένη ἀπ᾽ τόν ᾽Ιωσήφ γῆ. Ἡ εὐλογία μαστῶν καί μήτρας, δηλ. εὐλογία ποθητή, μέ τήν ὁποία ἡ μητέρα εὐλογεῖ τόν υἱό μέ τό ζεστό γάλα τῶν μαστῶν της καί εὐλογία ἀγαπητή, μέ τήν ὁποία οἱ πατέρες εὐλογοῦν μέσα στήν καρδιά τους τούς δικούς τους ἐκλεκτούς. “Οἱ εὐλογίες τοῦ πατέρα σου ὑπερέβησαν τίς εὐλογίες τῶν προγόνων μου”, ἐπειδή εἶναι ἰσχυρότερες οἱ εὐλογίες, μέ τίς ὁποῖες σέ εὐλόγησα, παρά ἐκεῖνες, μέ τίς ὁποῖες εὐλογήθηκα ἐγώ. Διότι ἐσύ εὐλογήθηκες ἐν πίστει ἀπό πατέρα βλέποντα, ἐγώ, ὅμως, δι᾽ ἄλλου ὀνόματος τίς ἔλαβα ἐν πίστει, διότι ἐκ μέρους τοῦ πατρός μου, διά τῆς κυριότητος, πού ἐκείνη τήν ἡμέρα ἔδινε στόν ἀδελφό μου, μέ ἔκανε τήν ἡμέρα ἐκείνη ὑπηρέτη τοῦ ἀδελφοῦ μου. ᾽Ισχυρότερες, λοιπόν, εἶναι οἱ εὐλογίες μου, ἀπό ἐκεῖνες τοῦ πατρός μου, ὄχι ἐξαιτίας δυνάμεως, ἀλλά ἐξαιτίας ἀγάπης.
“Ἡ ἐλπίδα (εὐλογιῶν) πάνω στά αἰωνόβια βουνά, δηλ. εὐλογιῶν πού ἔλαβα ἀπ᾽ τόν ᾽Ισαάκ, πού ὁ ἴδιος εὐλογήθηκε πάνω στό βουνό καί στό λόφο, ὅπου προοριζόταν νά προσφερθῆ (ὡς θυσία), εἶναι πάνω στήν κεφαλή τοῦ ᾽Ιωσήφ. ῞Οπως εἶναι αὐτός σήμερα μεταξύ τῶν Αἰγυπτίων σκῆπτρο καί δόξα γιά τούς ἀδελφούς του, ἄς τούς γίνη μέχρι τέλους ἐπίσης κορώνα καί ἄς βασιλεύη πάνω στούς ἀδελφούς του στήν κληρονομούμενη γῆ τους”.
15. “Βενιαμίν, λύκος ἅρπαγας, ὁ ὁποῖος μέ ἐπιβολή παρατηρεῖ νά πάρη τή λεία του στήν κληρονομία του, τό πρωΐ θά κατατρώη τή λεία”(Γεν 49, 27), δηλ. μέ τήν ἀπελευθέρωσί τους ἀπ᾽ τούς ᾽Ινδούς καί ἀπ᾽ τόν Σενναχερίβ καί ἀπ᾽ τόν οἶκον Γκόγκ· καί τό βράδυ θά ἐπιμερίζη ὅ,τι εἶχε ἁρπάξει, ἐπειδή (κατά τό χρόνο) τῆς ἡσυχίας στήν Ἱερουσαλήμ, θά διαμοιράζεται μέ τή ρίζα τοῦ ᾽Ιούδα, ἡ ὁποία θά κατοικῆ μαζί του, ὅ,τι θά ἔχη ἁρπάξη καί θά ἔχη προσφέρη ἀπ᾽ τό στρατόπεδο τῶν στρατευμάτων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπό μᾶς ἀριθμήθηκαν.
Τμῆμα ΜΓ´
1. Τώρα δέ, ἀφοῦ μιλήσαμε κατά γράμμα γιά ἐκεῖνες τίς εὐλογίες τοῦ ᾽Ιακώβ, ἐκ νέου θά κάνουμε λόγο γι᾽ αὐτές καί κατά πνεῦμα. Καί δέν εἴπαμε γι᾽ αὐτές κατά γράμμα ὅσο θά ἔπρεπε, οὔτε θά γράψουμε γι᾽ αὐτές κατά πνεῦμα ὅπως θά ἅρμοζε· ἐλλειπτικῶς εἴπαμε γι᾽ αὐτές κατά γράμμα καί βραχυλογικῶς θά γράψουμε γι᾽ αὐτές κατά πνεῦμα.
2. “Ρουβήν, ἡ ἰσχύς μου καί ἡ ἀρχή τῆς δυνάμεώς μου, περιπλανήθηκες σάν τό νερό, δέν θά μείνης ἤρεμος”(Γεν μθ, 3-4).
Καί ὅπως αὐτός ὁ πρωτότοκος τοῦ ᾽Ιακώβ ἔλαβε ἐκ μέρους τῆς δικαιοσύνης τοῦ ᾽Ιακώβ κατάρα, ἐξαιτίας τῆς ἀδικίας του, ἀναφέρει ὁ Μωϋσῆς (Δευτ 33, 6) τήν κατάρα κατά τοῦ Ρουβήν, τοῦ υἱοῦ τοῦ ᾽Ιακώβ· ἔτσι καί ἡ περί θανάτου ἀπόφασι, ἐξαιτίας παραβάσεως τῆς ἐντολῆς ἀπαγγέλθηκε ἀπ᾽ τό Θεό κατά τοῦ ᾽Αδάμ, ἦλθε, ὅμως, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν ὑπόσχεσι γιά ἀνάστασι, πού ὑποσχέθηκε (αὐτός) σ᾽ ἐκείνον, στέρησε περιεχομένου τήν καταδικαστική ἀπόφασι, ἡ ὁποία τόν ἀκολουθοῦσε ἀπό τήν ἐποχή τοῦ παραδείσου.
3. “Ὁ Συμεών καί ὁ Λευΐ, τά ἀδέλφια, δοχεῖα ὀργῆς”(Γεν 49, 5), καί αὐτοί ἔγιναν ὁμοίωσι τοῦ Σατανᾶ καί τοῦ θανάτου. ῞Οπως αὐτοί ἐξαιτίας τῆς ὀργῆς τους ἀφάνισαν τήν πόλι καί ἐξαιτίας τῆς ἀπληστίας τους λαφυραγώγησαν τά σκεύη αὐτῶν καί ὁ Σατανᾶς ἐξαιτίας τοῦ φθόνου του κρυφά ἀφάνισε τήν οἰκουμένη, ὅπως ἐκεῖνοι φανερά εἶχαν καταστρέψει τούς υἱούς Σιχέμ· καί ὁ θάνατος εἰσέβαλε σέ ὅλα τά σώματα, καθώς αὐτοί πρός κατάληψι τῶν Σιχεμιτῶν.
Τό εὐαγγέλιο, λοιπόν, τοῦ Κυρίου μας ζωοποίησε τά θύματα αὐτῶν τῶν σφαγῶν, τίς ὁποίες ἔκανε κρυφά ἡ ἁμαρτία. Καί ἡ εὐλογημένη ὑπόσχεσι τοῦ Υἱοῦ ἀνέστησε τούς νεκρούς, στούς ὁποίους εἶχε εἰσδύσει ὁ τυραννικός θάνατος.
4. Ὁ Ζαβουλών, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ στήν ἀκτή τῶν θαλασσῶν, εἶναι τύπος τῶν ἐθνῶν πού κατοικοῦν κοντά στούς προφῆτες· τά ὅριά του ἐκτείνονται μέχρι τή Σιδῶνα (Γεν 49, 13), ἔτσι εἶναι καί τά ὅριά τους μέ τήν ἁμαρτία, τήν ὁποία εἰκονίζει ἡ Σιδώνα. “Πόσοι σᾶς θαυμάζουν, πόλις τῆς Τύρου καί Σιδῶνος”.
5. “Ἰσσάχαρ· ἰσχυρός ἄνδρας, ἀνακλινόμενος στούς δρόμους” τῆς δικαιοσύνης, τούς ὁποίους παρέβει καί κατόπιν μετανοίας ἔλαβε ἄφεσι γιά τόν ἑαυτό του, “εἶδε ὅτι ὁ τόπος κατοικίας του εἶναι τερπνός καί ἡ γῆ του ἀγαθή”(Γεν 49, 14-15), δηλ. εἶδε ὅτι ἡ ἐκκλησία του εἶναι ἀγαθή καί ὁ τόπος τῆς κατοικίας του ἅγιος. ῎Εκλινε τόν ὦμο του κάτω ἀπ᾽ τό σταυρό καί ἀποδείχθη ὅτι ἐκπλήρωσε τό χρέος του.
6. “Ὁ Δάν θά κρίνη τό λαό του σάν μία ἀπ᾽ τίς φυλές”(Γεν 49, 16), ἄν (κάποιος) ἀπ᾽ τό Δάν θά κρίνη τό λαό του, πόσο μᾶλλον θά κρίνη ὅλους τούς λαούς ἐκεῖνος, πού εἶναι ἀπ᾽ τόν ᾽Ιούδα (ὁ Χριστός), στόν ὁποῖο ἀνήκει τό βασίλειο. Διότι ὁ Κύριός μας ἔγινε ὄφις ὡς πρός τόν προηγούμενο ὄφι καί βασιλίσκος ὡς πρός τό Σατανᾶ, ὅπως ὁ χάλκινος ὄφις, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἐναντίον τῶν ὄφεων (᾽Αρθ 21, 8)· καί διότι ἄν καί ἡ εὐρεία σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μικρή, (πάλι) εἶπε ὁ ᾽Ιακώβ ἐν πνεύματι περί τῆς γενικῆς σωτηρίας: “Τό σωτήριόν σου ἀνέμεινα Κύριε”.
7. “Ὁ Γάδ μέ πλῆθος (στρατιωτῶν) θά ἐξέλθη”, δηλ. μέ σαράντα χιλιάδες ἐνόπλους (Γεν 49, 19), ἡ ἀλήθεια δέ (αὐτῆς τῆς εἰκόνος) εἶναι οἱ δώδεκα ᾽Απόστολοι, οἱ ὁποῖοι, προηγούμενοι, εἵλκυσαν πίσω τους ὅλα τά ἔθνη σέ καταδίωξι μέ τό πλῆθος τῶν ἀνθρώπων, τοῦ ληστοῦ (Σατανᾶ), γιά νά τοῦ ἁρπάξουν τά ἔθνη, πού αὐτός εἶχε λαφυραγωγήσει.
8. “Ἀσήρ· ἡ γῆ του θά εἶναι ἀγαθή καί θά παράσχη τροφή στούς βασιλεῖς”(Γεν 49, 20). Εἶναι ἡ ἐκκλησία, ἡ ὁποία δίνει ἄφεσι (ἁμαρτιῶν) μαζί μέ φάρμακο ζωῆς, ὄχι μόνο στούς βασιλεῖς, ἀλλά ἐπίσης σέ ὁλόκληρο τό στρατό, πού τούς ἀκολουθεῖ.
9. “Νεφθαλείμ· ἀγγελιαφόρος ταχύπους, ἐκφέρει ὡραῖο λόγο”(Γεν 49, 21), ἐνῶ ὁ Κύριός μας δίδασκε στά ὅρια Ζαβουλών καί Νεφθαλείμ, ἐξῆλθαν ἀκροατές καί ἀνήγγειλαν ὡραῖο λόγο ὅτι δηλ. αὐτός εἶναι ἐκεῖνος, τόν ὁποῖο ἀναμέναμε.
10. ῎Εχων αὔξησι ὁ ᾽Ιωσήφ, ὅπως δέ σέ ἀντικατάστασι τοῦ πρωτοτόκου Ρουβήν, ὁ ᾽Ιακώβ στηρίχθηκε στόν ᾽Ιωσήφ, (ἔτσι) ἐπίσης σέ διαδοχή τοῦ πρωτοτόκου καί ὀργή προκαλοῦντος ᾽Αδάμ, ἕνας υἱός τοῦ γήρατος ὑπῆρξε γιά τόν κόσμο, στό τέλος τοῦ ἴδιου κόσμου, πού πάνω του στηριζόταν σάν σέ κολώνα καί πού πάνω του στηριζόταν ὅλος ὁ κόσμος. “Εκράγηθι, πηγή, εἰς οἰκοδόμημα ὠχυρωμένον”(Γεν 49, 22-26), χάριν τῶν ἀδελφῶν καί τῶν υἱῶν· μέ τή δύναμι δέ τοῦ Κυρίου μας ὀχυρώθηκε (ὁ κόσμος) διά τῶν Προφητῶν καί τῶν ᾽Αποστόλων. Ὁ ᾽Ιωσήφ ἔγινε τοῖχος πού κάλυπτε τό χορτασμό τῶν ἀδελφῶν του κατά τόν καιρόν τῆς πείνας, καί ὁ Κύριός μας ἔγινε τοῖχος πού διαφυλάττει τή γνῶσι χάριν τοῦ κόσμου, κατά τόν καιρόν τῆς ἀγνοίας του. Οἱ ἀρχηγοί τῶν φυλῶν ἔδειξαν μῖσος κατά τοῦ ᾽Ιωσήφ καί οἱ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ κατά τοῦ Κυρίου μας. “᾽Απεκρούσθη ἐν τῇ ἰσχύει τοῦ τόξου του”, ἐπειδή ὑπερίσχυσαν ἀμφότεροι (ὁ ᾽Ιωσήφ καί ὁ Κύριος) ἐπί τῶν ἐχθρῶν τους καί διαλύθηκαν οἰ βραχίονες τῶν χεριῶν τους, ἐπειδή δέν τέντωσαν (τό τόξο) ἤ ἔρριξαν βέλη κατά τῶν ἀδελφῶν τους. Μέ τό χέρι τοῦ ᾽Ισχυροῦ, δηλ. μέ τό ὄνομα τοῦ δικοῦ του Υἱοῦ, ὁ ὁποῖος ὀνομάσθηκε ἀπ᾽ τόν ᾽Απόστολο “Ἡ Πέτρα, ἡ ὁποία παρακολουθοῦσε τόν ᾽Ισραήλ μέσα στήν ἔρημο”(πρβλ. Α´ Κορ 10, 4).
11. “Βενιαμίν· λύκος ἅρπαγας”. Μικρός, ὁ ὁποῖος ἔγινε στούς λύκους λύκος καί ἐξάρπασε ἀπ᾽ τόν καταραμένο ὅλες τίς ψυχές· καί τό βράδυ θά ἐπιμερήση ὅ,τι ἐξάρπασε, δηλ. στό τέλος τοῦ κόσμου θά καρπωθῆ ἐπιπλέον ἐκεῖνο τόν ἐξαιρετικό μισθό τῶν κόπων του.
Τμῆμα ΜΔ´
1. Καί ἀφοῦ εὐλόγησε τούς υἱούς του (ὁ ᾽Ιακώβ), πέθανε σέ ἡλικία ἑκατόν σαράντα ἑπτά ἐτῶν· “καί ἀνέβηκαν ὁ ᾽Ιωσήφ μέ τούς πρεσβυτέρους τῆς Αἰγύπτου καί ὅλος ὁ οἶκος τοῦ πατρός του”(Γεν 50, 7), καί τόν ἐνταφίασε δίπλα στούς προγόνους του, κι ἐπέστρεψε ὁ ᾽Ιωσήφ καί ὅλοι ὅσοι ἦταν μαζί του στήν Αἴγυπτο.
2. “Φοβήθηκαν τ᾽ ἀδέλφια τοῦ ᾽Ιωσήφ καί εἶπαν: Ὁ πατέρας σου πρίν πεθάνη διέταξε: ῾Σέ παρακαλῶ, συγχώρεσε τήν ἀδικία τῶν ἀδελφῶν σου καί τά ἁμαρτήματα πού ἔκαναν ἐναντίον σου᾽· καί ἔκλαψε ὁ ᾽Ιωσήφ καί εἶπε, μή μέ φοβᾶσθε”(Γεν 50, 15-19), διότι, ἄν πέθανε ὁ πατέρας σας, ὅμως, ζῆ ὁ Θεός τοῦ πατέρα σας, χάριν τοῦ ὁποίου δέν σᾶς ἔβλαψα· κι ἐπειδή μετέστρεψε σέ ἀγαθό πρός ὄφελός μου τό κακό πού σχεδιάζατε ἐναντίον μου, καί ἔθεσε στό χέρι μου πολύ λαό, μακρυά ἀπό ἐμένα νά κακοποιήσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν σέ πολλούς αἰτία ζωοποιήσεως. ᾽Αλλ᾽ ὅμως, ὅπως δέν σᾶς παρέδωσα σέ θάνατο στήν Αἴγυπτο, (ἔτσι κι ἐσεῖς) μήν ἀφήσετε τά ὀστά μου στήν Αἴγυπτο. “Καί τούς ὅρκισε, λέγοντας, Δι᾽ ἀναμνήσεως θά σᾶς θυμηθῆ ὁ Θεός καί θά κάνη ν᾽ ἀνεβῆτε στή γῆ, τήν ὁποία δι᾽ ὅρκου ὑποσχέθηκε (ὁ Θεός) στόν ᾽Αβραάμ”. Νά κάνετε μετακομιδή ἀπό ᾽δῶ τῶν ὀστῶν μου, γιά νά ἐγερθῶ δι᾽ ἀναστάσεως πάλι μαζί σας ἀπ᾽ αὐτή τή γῆ τῆς κληρονομίας, (ἀκόμα) καί ἄν δέν τήν κληρονομήσω μαζί σας. Καί πέθανε ὁ ᾽Ιωσήφ στά ἑκατόν δέκα χρόνια τῆς ἡλικίας του, καί τόν τοποθέτησαν σέ λάρνακα στήν Αἴγυπτο.
3. Γιά τό Θεό δέ, πού, μέσῳ τοῦ υἱοῦ του δημιούργησε ἀπ᾽ τό μηδέν τά δημιουργήματα, δέν τά ἔγραψε Αὐτός ἐξαρχῆς, γιατί ὅλα αὐτά ἦταν γνωστά στόν ᾽Αδάμ καί κάθε γενεά μεταγενέστερη ἐκείνης (τοῦ ᾽Αδάμ) τά παρέδιδε, ὅπως (τά) μάθαινε ἀπ᾽ τήν προηγούμενη.
Καί πῶς τό σύμπαν πλανηθέν ἀπομακρύνθηκε ἀπ᾽ τό Θεό καί λησμόνησε τή δημιουργία Του, τά ἔγραψε μέσῳ τοῦ Μωϋσέως στό λαό τῶν Ἑβραίων, ἀφοῦ τό σύμπαν εἶχε ἀλλάξει φύσι, γιά νά δώση μάρτυρα γιά τό ὅτι τά φυσικά ὄντα (τά ἔδωσε) δημιουργήθηκαν, καί σ᾽ αὐτόν δέ πού ἔγραψε στήν ἔρημο ὅσα στή διάνοια τοῦ ᾽Αδάμ εἶχαν ἤδη ἐπιδειχθῆ μέσα στόν Παράδεισο ἀπ᾽ τούς προγενεστέρους λαούς, πού, χωρίς γραφή, τά γνώριζαν, καί ἀπό λαό τῆς μεσαίας ἐποχῆς, ὁ ὁποῖος γραπτῶς τά πληροφορήθηκε καί τά πίστευσε καί ἀπό λαούς τῆς ἐσχάτης ἐποχῆς, πού προσκολλήθηκαν στά βιβλία τῆς μεσαίας ἐποχῆς καί ἀπό ἐκείνους ἀκόμη πού ἐνέμειναν στήν ἐξέγερσι τῶν θελήσεών τους οὔτε πείσθηκαν σ᾽ ᾽Εκεῖνο (τό Θεό-Πατέρα) καί στό Χριστό καί στό Πνεῦμα τῆς Ἁγιότητός του, στόν Ὁποῖο (Θεό) ἁρμόζει δόξα καί τιμή, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾽Αμήν καί ᾽Αμήν. Τέλος τῆς ἐξηγήσεως τῆς Γενέσεως, τοῦ πρώτου βιβλίου τῆς Πεντατεύχου».


Το έργο θα δημοσιευθεί εξ ολοκλήρου στην ιστοσελίδα
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική, περιληπτική, κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του κειμένου για εμπορικούς ή κερδοσκοπικούς σκοπούς. Τα δικαιώματα αυτά ανήκουν εξ ολοκλήρου στον συγγραφέα κ.Χρίστο Βασιλειάδη.
 Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
3  ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ  2012 


Read more:http://www.egolpion.net/efraim_genesis_18-end.el.aspx#ixzz2kmZWM2W6

ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ «ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΗ ΓΕΝΕΣΗ» [ΕΝΟΤΗΤΑ 17η]

ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ «ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΗ ΓΕΝΕΣΗ» [ΕΝΟΤΗΤΑ 17η]


Joseph Interprets Pharaoh's Dream (engraving)
ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ
«ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΗ ΓΕΝΕΣΗ»
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ – ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ
ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΟΣ-ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ 
ΕΝΟΤΗΤΑ 17η

Τμῆμα ΛΕ´
1) Ἀφοῦ δέ ὁ ᾽Ιωσήφ πουλήθηκε στόν Πετεφρή, πού ὁ ἴδιος ἔγινε πλούσιος χάρι στόν ᾽Ιωσήφ, ὅπως ὁ Λάβαν εἶχε ὑπάρξει πλούσιος χάρι στόν πατέρα τοῦ ᾽Ιωσήφ, τόν ἐρωτεύθηκε ἡ κυρία του καί τοῦ εἶπε: “Κοιμήσου μαζί μου”(Γεν 39). ᾽Αφοῦ δέ αὐτή ἀπηύδησε ἀπ᾽ τίς μηχανορραφίες της καί δέν τήν ὑπάκουσε ὁ ᾽Ιωσήφ, τόν εἰσήγαγε τεχνηέντως σέ δωμάτιο γιά νά τόν κερδίση. ᾽Αφοῦ δέ τόν ἅρπαξε ἀπ᾽ τόν ἔνδυμά του, ὁ ἴδιος τό ἄφησε στά χέρια της καί διέφυγε ἀπ᾽ τή θύρα. ᾽Επειδή, ὅμως, ἡ γυναίκα ἔκρινε ὅτι θά εἶναι αὐτή παίγνιο τῶν δούλων της, κραύγασε καί συνέρρευσαν οἱ ὑπηρέτες της, γιά νά τῆς χρησιμεύσουν ὡς μάρτυρές της, ὄχι γι᾽ αὐτό πού ἐπιθυμοῦσε νά κάνη, ἀλλά γι᾽ αὐτό πού σχεδίαζε νά πῆ.
2) Ὁ Ἰωσήφ, ὅμως, ὁ ὁποῖος θά μποροῦσε νά φύγη, κι ἔτσι νά ἔλθη στόν οἶκο τοῦ πατέρα του, ἀποστράφηκε τή λύσι τῆς φυγῆς, πού θά τόν ἔσωζε ἀπ᾽ τήν ἀτίμωσι, καί ἐπέμεινε ὡσότου δῆ ποιά ἔκβασι θά ἔχουν τά ὄνειρα, πού εἶχε δεῖ.
3) Ἦλθε δέ ὁ κύριός του καί ἄκουσε τά λόγια τῆς κυρίας του καί τούς μάρτυρες νά ἐπιβεβαιώνουν τά λόγια της· εἶδε ἐπίσης τό ἔνδυμα τοῦ ᾽Ιωσήφ, τό ὁποῖο ἦταν τεκμήριο κατά τοῦ ᾽Ιωσήφ· καί τόν ἔριξε χωρίς τό ἔνδυμά του στή φυλακή, ὅπως στό παρελθόν τόν εἶχαν ρίξει οἱ ἀδελφοί του στό λάκκο τῆς  ἐρήμου χωρίς τό χιτῶνα του. Ἡ παρηγοριά δέ, πού εἶχαν οἱ ὑπηρέτες τοῦ κυρίου του, ὅσο βρισκόταν στόν οἶκο τοῦ κυρίου του, ἡ ἴδια ἤλθε πρός τούς φυλακισμένους, ἐνόσῳ ὁ ἴδιος εἶχε κλεισθῆ στή φυλακή.
Πάλι ἑρμήνευσε στούς δύο ὑπηρέτες τοῦ Φαραώ τά δύο ὀνειρά τους καί ὁ ἕνας σταυρώθηκε τήν ἡμέρα πού τοῦ μίλησε ὁ ᾽Ιωσήφ, καί ὁ ἄλλος ἔδωσε τό ποτήρι στά χέρια τοῦ Φαραώ, ὅπως ὁ ᾽Ιωσήφ τοῦ ἑρμήνευσε. Ζήτησε δέ ὁ ᾽Ιωσήφ ἀπ᾽ τόν ἀρχιοινοχόο νά τόν θυμηθῆ ἐνώπιον τοῦ Φαραώ. Τοῦτε δέ τό ἴδιο τό λεχθέν: “Θυμήσου με”, ἔκανε ἐκεῖνον νά τόν λησμονήση ἐπί δύο χρόνια.
4) Πάλι εἶδε ὁ Φαραώ ὄνειρα ἀμφίβολα, τῶν στάχεων καί τῶν ἀγελάδων, καί μολονότι ἡ ἑρμηνεία τους ἦταν εὔκολη σέ ὅλους, (ὅμως) ἐτηρεῖτο ἀποκεκρυμμένη —χάριν τοῦ ᾽Ιωσήφ— καί ἀπ᾽ τούς ἴδιους τούς σοφούς τοῦ Φαραώ. ᾽Αμέσως, ὅμως, μόλις ἔκανε μνεία του (ὁ οἰνοχόος) ἐνώπιον τοῦ Φαραώ, μετά δηλαδή δύο ἔτη, τοῦ ἔστειλε ἀπεσταλμένους, γιά νά τόν ὁδηγήσουν στό Φαραώ. Τήν κόμη, πού ἔγινε μακρυά μέ τήν ἀδημονία του, τήν ἔκοψε ἀπ᾽ τή χαρά του. ᾽Απ᾽ τά λερωμένα ροῦχα, μέ τά ὁποῖα τόν ἔντυσε ἡ θλῖψι, τόν ἔγδυσε ἡ χαρά.
5) Ἀμέσως μόλις ἦλθε ὁ ᾽Ιωσήφ καί ἄκουσε τά ὄνειρα τοῦ Φαραώ, καί εἶδε πόση ἔνδεια μαστίζει τούς Αἰγυπτίους καί τούς εἶπε τήν ἀληθῆ ἑρμηνεία κι ἐπιπροσθέτως ἔδωσε συμβουλή χρήσιμη: “Νά προνοήση ὁ Φαραώ ἄνδρα σοφό, στόν ὁποῖο νά δώση ἐξουσία σέ ὅλη τήν Αἴγυπτο, πρός συλλογή τῶν σιτηρῶν τῶν καλῶν χρόνων”, τά ὁποῖα νά καταναλώνωνται στή διάρκεια τῶν ἑπτά δύσκολων χρόνων. “Γιά νά μήν καταστραφῆ ἀπ᾽ τήν πεῖνα ὁλόκληρη ἡ Αἴγυπτος”. ᾽Εκεῖνο δέ πού εἶπε: “ἄς προνοήση ὁ Φαραώ ἄνδρα”, γιά τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό τό εἶπε. Δέν εἶπε μέ τό ὄνομά του τόν ἑαυτό του φανερά, συμπεριφερόμενος μετριοπαθῶς· οὔτε σέ ἄλλον τό ἀπέδωσε, διότι ὁ ἴδιος γνώριζε ὅτι δέν ὑπῆρχε κανείς ὅμοιός του, πού ν᾽ ἀναλάβη τή φροντίδα γιά τή μεγάλη συμφορά, ἡ ὁποία θά ἐρχόταν ἐναντίον τους.
Φάνηκε σπουδαῖος στά μάτια τοῦ Φαραώ, γιά τήν ἑρμηνεία τῶν ὀνείρων του (Φαραώ), καί κυρίως ἐξαιτίας τῆς χρήσιμης συμβουλῆς, πού ἡ εὐφυΐα του (τοῦ ᾽Ιωσήφ) ἐπινόησε.
6) Ὁ Φαραώ δέ τοῦ ἔδωσε ἐξουσία πάνω σ᾽ ὅλη του τήν ἐπικράτεια κι ἐπιπλέον δακτυλίδι, μέ τό ὁποῖο ὑποθηκεύονταν οἱ βασιλικοί θησαυροί· διότι ἐκεῖνο τό δακτυλίδι, πού οὐδέποτε εἶχε τεθῆ σέ χέρια Αἰγυπτίων, μετά χαρᾶς ἀφαιρέθηκε ἀπ᾽ τό χέρι τοῦ Φαραώ, καί τέθηκε στό δάκτυλο τοῦ ᾽Ιωσήφ. Διότι, μέ τό δακτυλίδι πού τοῦ δόθηκε, τοῦ δόθηκε γενική ἐξουσία.
᾽Εγώ ὁ Φαραώ, διέταξα: “Καί ἐπί (τῆς ἐξουσίας σου) κανείς ἄς μήν ὑψώση τό χέρι ἤ τό πόδι του σέ ὁλόκληρη τή γῆ τῆς Αἰγύπτου”. Μέ ὅλους, λοιπόν, ὅσοι τοῦ ὑποτάχθηκαν, τοῦ ὑποτάχθηκαν ἀκόμη καί οἱ ἀρχιστράτηγοι καί οἱ πιό ἰσχυροί τοῦ βασιλιᾶ στήν πολιτεία.
7) Ὁ Κύριος, ὅμως, τοῦ ᾽Ιωσήφ ἦταν ἐκεῖ τήν ὥρα πού ἑρμηνεύθηκαν τά ὄνειρα τοῦ Φαραώ. Βλέποντάς τον στό θρόνο νά εἶναι κατώτερος μόνο ἀπ᾽ τόν Φαραώ, ἔφυγε βιαστικά στό σπίτι του κι ἔμπαινε (ἐκεῖ) γιά ν᾽ ἀναγγείλη στή σύζυγό του τήν ἐξύψωσι τοῦ ᾽Ιωσήφ· ἐξαιτίας τῆς βιασύνης του ἔμοιαζε μέ τήν ἴδια τή σύζυγό του, ἡ ὁποία (τώρα) ἀντετίθετο στό νά κατηγορῆ τόν ᾽Ιωσήφ. Τῆς εἶπε δέ: Ὁ ᾽Ιωσήφ ὁ ὑπηρέτης μας, ἔγινε κύριός μας· κι ἐκεῖνος, πού τόν στείλαμε ἔγκλειστο χωρίς ἔνδυμα, ἰδού ὁ Φαραώ τόν ἔντυσε μέ ροῦχα ἀπό βύσσο· κι ἐκεῖνος πού τόν ρίξαμε στή φυλακή, ἰδού κάθεται στό ἅρμα τοῦ Φαραώ· κι ἐκεῖνος, πού τόν συσφίξαμε μέ περιλαίμιο σιδερένιων ἁλυσίδων, στό λαιμό του τοῦ ἔβαλαν χρυσό περιδέραιο. Πῶς, λοιπόν, ἐκ νέου νά κυττάξω αὐτόν, πού τά μάτια μου δέν μποροῦν νά κοιτάξουν;
8) Τοῦ εἶπε δέ (ἡ σύζυγός του): Μή φοβᾶσαι αὐτόν πού δέν τόν ἔβλαψες. Διότι, εἴτε δίκαια εἴτε ἄδικα μπῆκε ἡ ἀτιμία στόν οἶκο μας, ἐκεῖνος εἶναι βεβαιότερος ὅτι ἐκείνη ἡ ἀτιμία διαπράχθηκε μέ τά ἴδια μου τά χέρια. Πήγαινε, λοιπόν, χωρίς φόβο, μέ τούς μεγιστάνες καί ἀρχιστρατήγους, πού ἀκολουθοῦν τό ἅρμα του, γιά νά μή νομίση ὅτι ἐμεῖς λυπόμαστε γιά τήν ὕψωσί του. Καί γιά νά σοῦ δείξω ὅτι αὐτός δέν εἶναι κακός, σήμερα ἄς σοῦ πῶ ἐγώ τήν ἀλήθεια, πού εἶναι ἀντίθετη στό προηγούμενο ψεῦδος μου. ᾽Εγώ εἶχα ἐρωτευθῆ τόν ᾽Ιωσήφ, τότε πού τόν ἔβλαψα· καί ἐγώ ὅρμησα στό ἔνδυμά του, ἐπειδή εἶχα ἡττηθῆ ἀπ᾽ τή λάμψι (τῆς ὀμορφιᾶς) του. ᾽Εάν εἶναι δίκαιος, θά φερθῆ ἄσχημα, ἐξαιτίας τοῦ βάρους (τῆς κατηγορίας) ὄχι σ᾽ ἐσένα, ἀλλά σ᾽ ἐμένα· ἀλλά, ἐάν εἶναι δίκαιος, δέν θά φερθῆ κακῶς, ἐξαιτίας τοῦ ἄχθοῦς, οὔτε πρός ἐμένα, διότι ἐάν δέν τόν εἶχα βλάψει δέν θά φυλακιζόταν· καί ἐάν δέν εἶχε φυλακισθῆ, δέν θά εἶχε ἑρμηνεύση τά ὄνειρα τοῦ Φαραώ, καί δέν θά ἔφθανε σ᾽ αὐτό τό μεγαλεῖο, πού μοῦ διηγήθηκες. ῎Αν καί βέβαια δέν ἤμαστε ἐμεῖς αὐτοί πού τόν ἐξυψώσαμε, εἶναι σάν ἐμεῖς νά τόν ἐξυψώσαμε, γιατί καταπιέζοντάς τον, γίναμε ἐμεῖς ἡ αἰτία πού δοξάσθηκε κι ἔγινε δεύτερος μετά τό βασιλιά.
9) ᾽Αποχώρησε δέ ὁ πρώην κύριος τοῦ ᾽Ιωσήφ καί ἀκολουθοῦσε μαζί μέ ἄλλους ἀνωτέρους του τά ἅρμα τοῦ ᾽Ιωσήφ διά μέσου τῆς ἀγορᾶς τῆς Αἰγύπτου. Κανένα δέ κακό δέν τοῦ ἔκανε ὁ ᾽Ιωσήφ, ἐπειδή γνώριζε ὅτι αὐτός (ὁ Θεός) ἦταν πού ἐπέτρεψε στούς ἀδελφούς του νά τόν ρίξουν στό λάκκο τῆς ἐρήμου, γιά ν᾽ ἀποσταλῆ ὁ ἴδιος μέ σιδερένιες (ἁλυσίδες) ἀπ᾽ τό λάκκο στή φυλακή, καί γιά νά κάθεται ἀπό ἐκείνη τήν ταπεινωτική θέσι πάνω στό ἅρμα τοῦ Φαραώ.
Τμῆμα ΛΣΤ´
1) “Βγῆκε ὁ ᾽Ιωσήφ πρός συλλογή σιταριοῦ”(Γεν 41, 46-47) καί σέ κάθε μιά κώμη, συνέλεγε σύμφωνα μέ τήν ἐτήσια συγκομιδή. Μόλις δέ πέρασαν τά ἀγαθά ἔτη κι ἔφθασαν τά ἔτη τῆς πείνας, ὁ ᾽Ιωσήφ προνόησε γιά τά ὀρφανά καί τίς χῆρες καί γιά ὅλους τούς πτωχούς, πού ἦταν στήν Αἴγυπτο, ὥστε καμμιά ἀνησυχία νά μήν ὑπάρχη στήν Αἴγυπτο.
2) Αὐτός δέ ὁ λιμός ἄν εἶχε ξεσπάση μόνο στήν Αἴγυπτο, ἡ Αἴγυπτος, ἐξαιτίας τοῦ σίτου τοῦ ᾽Ιωσήφ, δέν θά ταρασσόταν· ὅμως ὁ λιμός ἁπλώθηκε σέ ὅλη τή γῆ κι ἐπειδή ὁλόκληρη ἡ γῆ εἶχε ἀνάγκη τῆς Αἰγύπτου, τό σιτάρι ἔγινε σπάνιο καί πολύτιμο πρός ὄφελος τῶν Αἰγυπτίων· διότι λόγῳ τῆς ἀφθονίας του θά τό ἔτρωγαν οἱ Αἰγύπτοι ἔναντι μικρῆς τιμῆς, ἐάν δηλ. ὁλόκληρη ἡ γῆ δέν εἶχε κατεβεῖ στήν Αἴγυπτο πρός ἀντιμετώπισι τοῦ λιμοῦ. Καί πρός δήλωσι, ὅτι ὁλόκληρη ἡ γῆλιμοκτονοῦσε, λέχθηκε: “Ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη ἦλθε στήν Αἴγυπτο, γιά νά προμηθευθοῦν σιτάρι ἀπ᾽ τόν ᾽Ιωσήφ, ἐπειδή εἶχε ἐπικρατήσει λιμός σέ ὁλόκληρη τή γῆ”(Γεν 41, 57).
3) Ἐπειδή δέ κυριαρχοῦσε ἡ πεῖνα ἀκόμα καί στό σπίτι τοῦ ᾽Ιακώβ, “εἶπε ὁ ᾽Ιακώβ στούς γιούς του: Μή φοβᾶσθε· ἄκουσα ὅτι ὑπάρχει σῖτος στή γῆ Αἰγύπτου. Κατεβεῖτε, ἀγορᾶστε γιά μᾶς, γιά νά ζήσουμε καί νά μήν πεθάνουμε”(Γεν 42, 1-2). Αὐτός δέ ὁ λόγος, πού εἶπε: “Μή φοβᾶσθε”, δείχνει πόσο φοβόταν· καί τό “῎Ακουσα ὅτι ὑπάρχει σῖτος”, τό εἶπε ἐξαιτίας τοῦ ὅτι ἔλειπε τό σιτάρι ἀπό ὁλόκληρη τή γῆ· καί τό “᾽Αγορᾶστε γιά μᾶς, γιά νά ζήσουμε καί νά μήν πεθάνουμε”, ἐπειδή εἶχαν ὡς βέβαιο ὅτι αὐτοί θά πέθαιναν μαζί μέ ὅλη τή χώρα τῆς Χαναάν.
4) “Ἦλθαν τά ἀδέλφια τοῦ ᾽Ιωσήφ καί τόν προσκύνησαν ἐδαφιαίως καί τούς ἀναγνώρισε”(Γεν 42, 6-7). ᾽Εκεῖνος, πού προηγουμένως εἶχε ἀγωνία, πότε ἄραγε θά κατέβαιναν (στήν Αἴγυπτο), γιά νά πάρουν σιτάρι (γιά τίς οἰκογένειές τους) —διότι γνώριζε ὅτι κι ἐκεῖνοι μαζί μέ ὅλη τή (γῆ) Χαναάν ἐπλήγησαν ἀπό τή σιτοδεία— καί βλέποντάς τους, χρησιμοποίησε τέχνασμα μ᾽ αὐτούς καί τούς συμπεριφέρθηκε δριμύτατα καί (τούς) εἶπε: “Εἶσθε κατάσκοποι”.
᾽Απάντησαν δέ μέ τά ἑξῆς λόγια: Οὔτε καί τήν αἰγυπτιακή γλῶσσα γνωρίζουμε, γιά νά (μπορέσουμε νά) ἀποκρύψουμε τούς ἑαυτούς μας καί νά κλέψουμε τά σχέδια τῶν Αἰγυπτίων. Καί ὅτι ἐμεῖς κατοικοῦμε τή γῆ Χαναάν, μπορεῖς ἀπό μόνος σου νά τό μάθης ἀπ᾽ τήν προσφορά μας. ῎Αλλωστε εἴμαστε δώδεκα· δέν εἶναι δυνατόν ὅλοι ἐμεῖς νά ἔχουμε μιά κακή θέλησι, νά εἴμαστε δηλ. κατάσκοποι· καί ὅτι ἑκούσια ἤλθαμε καί βρισκόμαστε ἐνώπιόν σου, καί τοῦτο μαρτυρεῖ τήν εἰλικρίνειά μας. ᾽Επειδή βέβαια ἀγνοοῦμε τήν αἰγυπτιακή γλῶσσα καί δέν ντυθήκαμε τήν ἐξωτερική ἐμφάνισι τῶν αἰγυπτίων, εἶναι ἐπιπλέον φανερό ὅτι δέν εἴμαστε κατάσκοποι. Διότι εἴμαστε δώδεκα, οἱ ὁποῖοι παντοῦ εἴμαστε εὐδιάκριτοι ἐξαιτίας τοῦ γένους μας καί τοῦ πλήθους μας. ῞Ενας δέ ἀδελφός μας εἶναι κοντά στόν πατέρα μας, καί ἄλλος (ἐπιπλέον) δέν ὑπάρχει.
5) Βλέποντας δέ ὁ ᾽Ιωσήφ, ὅτι τά ὄνειρά του μέχρι τώρα δέν ἐκπληρώθηκαν —διότι εἶχε δεῖ ἕνδεκα ἀστέρες νά τόν προσκυνοῦν, καί ἐδῶ ἦταν δέκα— ἀπέκρυψε τόν ἑαυτό του ἀπ᾽ αὐτούς, γιά νά μήν καταστήση ὁ ἴδιος, ἐάν φανερωνόταν, λανθασμένα τά ὄνειρά του. “Καί τούς εἶπε: “Γιά νά διαπιστωθῆ ἄν στ᾽ ἀλήθεια εἶσθε ἀδέλφια, νά στείλετε τόν μικρότερο ἀδελφό σας σ᾽ ἐμένα. Καί τούς ἔριξε γιά τρεῖς μέρες στή φυλακή”(Γεν 42, 15-17), γιά νά δοκιμάσουν οἱ ἴδιοι ὅ,τι (αὐτός) ἔπαθε ἔγκλειστος ἐκεῖ ἐπί πολλά ἔτη.
6) Ἀφοῦ ὁ ᾽Ιωσήφ συλλογίσθηκε τά ὄνειρά του, καί εἶδε ὅτι θά συμβῆ ὥστε δυό φορές νά τόν προσκυνήσουν, ὑπό μορφή δεματιῶν δηλ. καί ἀστέρων, αἰσθάνθηκε σωστό νά τούς φανερωθῆ μιά ἄλλη δεύτερη φορά. Ὁδήγησε κι ἔδεσε τόν Συμεών μπροστά στά μάτια τους, προκειμένου νά μάθη ἀπ᾽ αὐτόν μέ ποιό τρόπο ἔπεισαν τόν πατέρα τους γιά τόν ᾽Ιωσήφ κι ἐπίσης ὅ,τι γνώριζε ὅτι θά γίνη, ὥστε οἱ υἱοί καί ἡ σύζυγος τοῦ Συμεών νά σπεύσουν, γιά νά στείλη ὁ ᾽Ιακώβ τό ταχύτερο τόν Βενιαμίν. ῎Ισως δέ αὐτός ὁ ἴδιος (ὁ Συμεών) εἶχε φερθῆ δριμύτερος πρός τόν ᾽Ιωσήφ τόν καιρό πού τόν ἔδεσαν. Δέν ζήτησε, ὅμως, νά τούς ἐκδικηθῆ, αὐτός, πού φανερώνοντάς τους (μετέπειτα) τόν ἑαυτό του, μέ φίλημα τούς περιπτύχθηκε· ἀλλά γιά νά γνωρίζουν —μέ τό νά δεθῆ ἀντί ὅλων ἐκεῖνος, πού φρόντισε νά δεθῆ ὁ ᾽Ιωσήφ— ὅτι ἐκεῖνος ἔλαβε δίκαια ἀνταμοιβή. ᾽Αλλά εἶπαν ἀκόμα οἱ ἴδιοι: “᾽Επάξια ὀφείλαμε νά πάθουμε αὐτά, ἐπειδή εἴδαμε τόν ἀδελφό μας νά μᾶς καθικευτεύη μέ σφιγμένη τήν καρδιά καί δέν τόν λυπηθήκαμε”(Γεν 42, 21). ᾽Αφοῦ δέ ὁ Ρουβήν εἶπε τά γενόμενα, παρόντος τοῦ ᾽Ιωσήφ, καί τοῦ ἰδίου ἀπέχοντος ἀπ᾽ τό ρίξιμο (τοῦ ᾽Ιωσήφ) στό λάκκο, ὁ ᾽Ιωσήφ τό θυμήθηκε καί δάκρυσε, ὄχι βέβαια γιά τό ὅτι τοῦ φέρθηκαν ἔτσι οἱ ἀδελφοί του, ἀλλά διότι ὁ Θεός ἀπ᾽ αὐτόν τόν τόπο τόν ἀνέβασε σ᾽ ἐκεῖνο τό θρόνο.
Τμῆμα ΛΖ´
1) Οἱ ἀδελφοί ἐφοδιασμένοι μέ ἐφόδια ὀδοιπορικά ἀνέβηκαν στή Χαναάν καί διηγήθηκαν στόν πατέρα τους τά δεινά πού ὑπέστησαν σ᾽ αὐτό τό ταξίδι, καί ὅτι ἔγιναν ἀντικείμενο χλευασμοῦ στήν Αἴγυπτο λόγῳ συκοφαντίας γιά κατασκοπεία, πού τούς προσῆψαν καί μέ ποιό τρόπο μόνο χάρι στό Βενιαμίν θά γλύτωναν ἀπ᾽ αὐτό πού ἔπαθαν. ᾽Ενῶ δέ μερικοί ἀπ᾽ αὐτούς διηγοῦνταν αὐτά ἐνώπιον τοῦ πατέρα τους, ἄλλοι ἄδειαζαν τά φορτία τους καί στό στόμιο τοῦ δέματος καθενός ἀπ᾽ αὐτούς βρέθηκε ἀργύριο.
2) Ὁ Ἰακώβ κυριεύθηκε ἀπό στενοχώρια γιά ὅσα τούς συνέβησαν, κυρίως ὅμως γιά τόν φυλακισθέντα Συμεών. Καί μολονότι ἐκεῖνοι καθημερινά ζητοῦσαν ἐπίμονα νά στείλη (ὁ ᾽Ιακώβ) μαζί τους τό Βενιαμίν, ὁ ᾽Ιακώβ δέν συγκατατέθηκε ἀπ᾽ τό φόβο (τοῦ παθήματος) τοῦ ᾽Ιωσήφ. Τέλος, ἐπειδή σώθηκε τό σιτάρι τους καί ὅλοι οἱ οἰκιακοί του κινδύνευαν νά πεθάνουν ἀπ᾽ τό λιμό, τόν πλησίασαν ὅλοι οἱ υἱοί του καί τοῦ εἶπαν: Λυπήσου τό Συμεών χάρι τῶν υἱῶν του καί στερήσου γιά λίγες ἡμέρες τό μικρότερο υἱό σου, χάρι τῆς συζύγου τοῦ Συμεών, γιά νά μήν τόν στερηθῆ αὐτή.
3) Ἐπειδή ὅμως πιέσθηκε ἀπ᾽ τήν πεῖνα, ἐκεῖνος πού μία ἤθελε μία δέν ἤθελε νά στείλη μαζί τους τό Βενιαμίν, τούς ἔστειλε ἐφοδιασμένους μέ ὁδοιπορικά ἐφόδια κι εὐλογίες καί τούς εἶπε: “῞Οπως στερήθηκα τή Ραχήλ, στερήθηκα καί τούς υἱούς της”. Ὁ δέ ᾽Ιοῦδας παρηγόρησε τόν πατέρα του καί εἶπε: “῎Αν δέν σοῦ ξαναφέρω τό Βενιαμίν καί δέν τόν στήσω ἐνώπιόν σου, θά εἶμαι ἔνοχος πταίσματος πρός ἐσένα γιά ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς μου”(Γεν 43, 8). ῎Ελαβαν δέ ἀπ᾽ τά ἀγαθά τῆς γῆςὀποβάλσαμοκαί καρπούς φυστικιᾶς, δηλ. τερεβίνθου, καί ἄλλα, καί κατέβηκαν στήν Αἴγυπτο καί στάθηκαν ἐνώπιον τοῦ ᾽Ιωσήφ, ὁ ὁποῖος διέταξε τόν οἰκονόμο του, νά τούς τοποθετήση ἐντός τοῦ οἴκου του.
4) Ἐκεῖνοι, βλέποντας τούς δούλους τοῦ ᾽Ιωσήφ νά στρώνουν βιαστικά τά ὑποζύγιά τους καί νά φέρνουν τά φορτία σ᾽ αὐτά, ἔλεγαν ἀγχωμένοι μεταξύ τους: “᾽Απ᾽ τόν πατέρα μας στερήσαμε τό Βενιαμίν, κι ἐμεῖς δέν θά ξαναδοῦμε τό πρόσωπο τοῦ πατέρα μας. Διότι μέ ἀπάτη μπῆκαν τά ἀργύρια στό στόμιο τῶν δεμάτων μας, γιά νά μᾶς κρατήσουν, ἐάν ξεφύγουμε (τή συκοφαντία) ἐκείνων περί κατασκοπείας, καί γιά νά μᾶς κάνουν δούλους ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἄλλης συκοφαντίας περί κλοπῆς. ῎Ας ὁμολογήσουμε, λοιπόν, γιά τό ἀργύριο ἐνώπιον τοῦ οἰκονόμου, προτοῦ ὁ ἴδιος ἀρχίση νά μᾶς ἐνοχοποιῆ, ὥστε νά μᾶς σώση ὁ Βενιαμίν, ὁ ἀδελφός μας, ἀπ᾽ τή συκοφαντία περί κατασκοπίας, καί ἡ ὁμολογία τῶν χειλέων μας ἀπ᾽ τό ἔγκλημα τῆς κλοπῆς”.
5) Πλησίασαν τόν οἰκονόμο τοῦ ᾽Ιωσήφ καί τοῦ εἶπαν, “Φεύγοντας τήν πρώτη φορά, ἀνοίξαμε τούς σάκκους μας καί εἴδαμε ἀργύριο στό στόμιο τοῦ σάκκου τοῦ καθενός μας. ᾽Ιδού δέ τό ἐπιστρέφουμε σ᾽ ἐσένα”(Γεν 43, 20), διότι θά ἦταν ἄδικο νά πάρουμε ἐμεῖς τήν τιμή τοῦ σιταριοῦ μαζί μέ τό σιτάρι. ᾽Εκεῖνος δέ, βλέποντάς τους τόσο φοβισμένους τούς ἐνίσχυσε καί εἶπε, “εἰρήνη σ᾽ ἐσᾶς. Μή φοβᾶστε. Γιατί ὄχι γιά τό ἀργύριο πού ὑπέπεσε στήν ἀντίληψί μου σᾶς εἰσαγάγαμε· ἐξαιτίας τῆς εἰλικρινείας πού ἀνακαλύψαμε σ᾽ ἐσᾶς, σᾶς εἴμαστε εὐμενεῖς· οὔτε εἰσέρχεσθε, γιά νά ὑποστῆτε δίκη γιά πρᾶγμα πού δέν ὑπεξαιρέσατε, εἰσήλθατε ἐσεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχετε προσκληθῆ, γιά ν᾽ ἀνακλιθῆτε καί νά συμφάγετε ἐνώπιόν του. Διότι ὁ κύριός μας εἶναι δίκαιος, καί μ᾽ αὐτή τήν τιμή, μέ τήν ὁποία σᾶς ἀνταμείβει μέ τή δεύτερη φορά τῆς ἀφίξεώς σας, θέλει νά ξεχάσετε τήν ἀδικία πού σᾶς ἔγινε τήν πρώτη φόρα”.
6. “Ἐνῶ δέ ὁ ᾽Ιησήφ ἔμπαινε στόν οἶκο του, τοῦ προσέφεραν προσφορές καί τόν προσκύνησαν, καί οἱ ἴδιοι ἦταν ταραγμένοι. Τούς χαιρέτησε δέ καί πῆραν δύναμι”(Γεν 43, 25-26). Τούς ρώτησε γιά τόν πατέρα τους ἄν ζῆ καί ἡσύχασαν. Καί ἀκόμη τούς ρώτησε γιά τόν ἀδελφό τους, μήπως ἦταν ἐκεῖνος ὁ ἴδιος, καί τόν εὐλόγησε καί εἶπε, “Ὁ Θεός νά σέ ἐλεῆ, υἱέ μου” καί ἀπ᾽ τήν ψυχή τους ἔφυγε κάθε φόβος. Τόν εἶχε εὐλογήσει σέ γλῶσσα αἰγυπτιακή καί μέσῳ διερμηνέως ἄκουγαν τά προηγούμενα λόγια.
7. “Συγκινήθηκαν δέ τά σπλάχνα του ἐξαιτίας τῶν ἀδελφῶν του καί δακρύζοντας ἀποσύρθηκε στόν κοιτῶνα του, γιά νά τούς προξενήση ἀνακούφισι. ᾽Ανακλίθηκε δέ ὁ ἴδιος μόνος κι ἔδωσε ἐντολή νά ἀνακλιθοῦν οἱ Αἰγύπτιοι· καί ἄρχισε νά κάνη τούς ἀδελφούς του ν᾽ ἀνακλίνωνται, ὡς διά... (μαγικοῦ οἰωνοῦ) τόν πρωτότοκο κατά τά πρεσβεῖα του, καί τό νεότερο κατά τή νεότητά του”(Γεν 43, 30-33).
Θαυμαστό εἶναι τό ἑξῆς, ὅτι οἱ ἀδελφοί του δέν τόν ἀναγνώρισαν ἀπ᾽ τά δῶρα, ἀπ᾽ τό ὅτι τούς ἐπέστρεψε, τήν πρώτη φορά, τό ἀργύριό τους, οὔτε ἀπ᾽ τή φυλάκισι τοῦ Συμεών οὔτε ἀπ᾽ τήν ἐπιστροφή τοῦ Βενιαμίν οὔτε ἀπ᾽ τήν ἐρώτησί του γιά τό γέροντα πατέρα τους, οὔτε ἀπ᾽ τήν κρίσι τοῦ ἴδιου γιά τήν ἐναντίον τους συκοφαντία, οὔτε ἐπιπλέον ἀπ᾽ τό ὅτι τούς δέχθηκε σπίτι του καί εὐλόγησε τόν Βενιαμίν, οὔτε ἀπ᾽ τό ὅτι γνώριζε ὅλων τά ὀνόματα· κυρίως ἐπειδή τή μορφή του ἄν καί ἦταν ὁμοιότατη καί μολονότι ἡ μεγαλοπρέπειά του τούς ἐξαπατοῦσε, θά μποροῦσαν νά θυμηθοῦν τά ὄνειρά του. ᾽Εάν δέ ἐξαιτίας τῆς μεγαλειότητος καί τοῦ ὑψηλοῦ του ἀξιώματος καί τῆς σκληρῆς γλώσσας δέν τόν γνώρισαν, ὅμως, καί ἀπ᾽ τόν Κύριο ἐπετράπη νά καλυφθῆ ὁ ᾽Ιωσήφ ἀπ᾽ αὐτούς, μέχρις ὅτου (στήν πραγματικότητα) ἐκπληρωθοῦν ὅλα του τά ὄνειρα, ἀπό ἐκείνους πού τόν εἶχαν πουλήσει, γιά νά κάνουν τά ὄνειρά του ψεύτικα.
Τμῆμα ΛΗ´
1. Ἀφοῦ δέ συνέφαγαν καί ἤπιαν καί μέθυσαν, τό πρωΐ περιεζώσθησαν γιά τήν πορεία (τῆς ἐπιστροφῆς) —ἀφοῦ τοποθετήθηκε τό ποτήριο (τοῦ ᾽Ιωσήφ) στό σάκκο τοῦ Βενιαμίν, καί ἀφοῦ πάλι (τοποθετήθηκε) τό ἀργύριο ὅλων στούς σάκκους τους— βγῆκε ὁ οἰκονόμος καί τούς συνέλαβε, καί τούς ἀνακοίνωσε ὅσα εἶχε διαταχθῆ ἀπ᾽ τόν Κύριο νά πῆ.
2. Ἐκεῖνοι, ὅμως, ἐπειδή βασίζονταν στήν πεποίθησί τους περί τῆς δικῆς τους εἰλικρινείας, εἶπαν, “᾽Εκεῖνος, στόν ὁποῖο θά βρεθῆ τό ποτήριο, ἄς θανατωθῆ καί ὅλοι ἐμεῖς ἄς γίνουμε δοῦλοι. ᾽Αμέσως δέ ἕνας-ἕνας κατέθεσαν τά φορτία τους... καί ὁ οἰκονόμος ἄρχισε νά ἐρευνᾶ ἀπ᾽ τό φορτίο τοῦ Ρουβήν”(Γεν 44, 9-11), καί, ἐπειδή δέν βρέθηκε (τό ποτήριο) στά προηγούμενα φορτία, ἐξοργίσθηκε ἀπ᾽ τήν ἀδημονία, ἐπειδή δέν θά μποροῦσε πιά νά μένη σ᾽ αὐτή τήν περιοχή.
Τόν παρηγόρησαν δέ οἱ ἀδελφοί τοῦ ᾽Ιωσήφ καί τοῦ εἶπαν, “᾽Ερεύνησε καί στό φορτίο τοῦ μικρότερου ἀδελφοῦ καί γρήγορα γύρισε σπίτι, διότι ἐκεῖ θά βρῆς τό ποτήριο τοῦ κυρίου σου”. ᾽Εκεῖνος δέ σάν νά ἐκτελοῦσε τήν ἐπιθυμία τῶν ἀνδρῶν, ἅπλωσε τό χέρι του στό σάκκο, στόν ὁποῖο δέν ὑπῆρχε (τό ποτήριο) καί θέλησε νά παραλείψη τήν ἔρευνα ἀπό ἐκεῖνον, στόν ὁποῖο ἦταν τό ποτήριο. ᾽Αφοῦ δέ τόν βεβαίωσε μέ ὅρκο ὁ Βενιαμίν, γιά νά ἐρευνήση καί σ᾽ αὐτόν (τό δικό του σάκκο), ἅπλωσε ἀμελῶς τό χέρι του καί ἀφήρεσε τό ἴδιο ποτήριο, ἀληθῶς, μέ τό ἴδιο του τό χέρι.
3. Καθένας τους χωριστά δέν ξέρουν τί νά ποῦν. Δέν μποροῦν νά μήν ἐνοχοποιήσουν βαρειά τόν Βενιαμήν ἐξαιτίας τοῦ ποτηρίου πού βγῆκε ἀπ᾽ τό σάκκο του καί δέν τούς ἐπέτρεψε νά τόν ἐνοχοποιήσουν γιά τό ἀσημικό πού γιά δεύτερη φορά βγῆκε ἀπ᾽ τά φορτία τους. ῎Εκπληκτοι δέ ἀπ᾽ ὅσα τούς συνέβαιναν διαδοχικά, ἔσχισαν τά ἐνδύματά τους καί μπῆκαν κλαίγοντας στόν οἶκο, ἀπ᾽ ὅπου εἶχαν βγῆ χαρούμενοι. Ὁ ᾽Ιωσήφ μέ αἰγυπτιακή ὀργή τούς ἐπέπληξε καί εἶπε: “Τί εἶναι αὐτό πού κάνατε; Εἴπατε ὅτι εἶσθε δίκαιοι καί στό μεγάλο συμπόσιο πού κάναμε πρός τιμήν σας διακηρύξαμε μεταξύ τῶν Αἰγυπτίων τή δικαιοσύνη σας· σήμερα δέ γίνατε περίγελως στά μάτια τῶν Αἰγυπτίων ἀπ᾽ τό ὅτι κλέψατε τό ποτήριο, διά τοῦ ὁποίου προφητεύω γιά ὅλους τούς Αἰγυπτίους. ῎Η μήπως ἀγνοεῖτε ὅτι εἶμαι ἄνδρας πού προφητεύω;”.
Καί ἀπό ποῦ ἄραγε νά γνώριζαν, παρά ἀπ᾽ τό ὅτι χθές ἐνώπιόν τους κτύπησε αὐτό (τό ποτήρι) καί ἔδωσε ἐντολή ν᾽ ἀνακλιθοῦν αὐτοί, ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλο (μέ τή σειρά τῆς ἡλικίας τους);
4. Καί εἶπε ὁ ᾽Ιούδας, “᾽Ενώπιον τοῦ Θεοῦ βρέθηκαν τά πταίσματα στούς δούλους σου, ὄχι, ὅμως, αὐτό, ἀλλά (ἐκεῖνο) τό ἄλλο, ἐξαιτίας τοῦ ὁποίου λάβαμε αὐτή τήν ἀνταμοιβή καί στό ἑξῆς ὄχι μόνο ἐκεῖνος πού στό φορτίο του βρέθηκε τό ποτήριο, ἀλλά ἐπίσης κι ἐμεῖς θά εἴμαστε δοῦλοι τοῦ Κυρίου μας”(Γεν 44, 15).
Καί εἶπε ὁ ᾽Ιωσήφ, “Μακρυά ἀπ᾽ τούς δικαίους Αἰγυπτίους τό νά κάνουν αὐτό. Διότι αὐτοί, ἐξαιτίας τῆς μεγάλης τους καθαρότητος, οὔτε ἄρτο δέν τρῶνε βέβαια μέ τούς ἑβραίους, μήν τυχόν μιανθοῦν ἀπ᾽ αὐτούς· Καί πῶς νά κάνουμε ὅ,τι εἶναι ξένο πρός τή δική μας ἀκεραιότητα; Ἡ δικαιοσύνη, ἡ ὁποία μᾶς ἐμποδίζει ν᾽ ἁμαρτήσουμε ἐναντίον αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος δέν ἁμάρτησε ἐναντίον μας, ἡ ἴδια μᾶς ὠθεῖ νά ζητήσουμε ἐκδίκησι ἀπ᾽ αὐτόν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀδίκησε. “Διότι ὁ ἄνδρας, πού στά χέρια του βρέθηκε τό ποτήρι, ὁ ἴδιος θά μείνη καί θά ὑπηρετῆ στή δουλεία, ἡ ὁποία γι᾽ αὐτόν εἶναι ἀνώτερη τῆς ἐλευθερίας, διότι ἡ μεταγενέστερη δουλεία, πού θά τόν ἐλευθερώση ἀπ᾽ τήν κλοπή, θά εἶναι γι᾽ αὐτόν ἀνώτερη ἀπ᾽ τήν προηγούμενη ἐλευθερία, πού τόν ἔρριξε στήν κλοπή”.
Πηγή εικόναςεδώ

Το έργο θα δημοσιευθεί εξ ολοκλήρου στην ιστοσελίδα
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική, περιληπτική, κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του κειμένου για εμπορικούς ή κερδοσκοπικούς σκοπούς. Τα δικαιώματα αυτά ανήκουν εξ ολοκλήρου στον συγγραφέα κ.Χρίστο Βασιλειάδη.
 Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
31  ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ  2011 


Read more:http://www.egolpion.net/efraim_genesis_17.el.aspx#ixzz2kmZCgz6Q

ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ «ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΗ ΓΕΝΕΣΗ» [ΕΝΟΤΗΤΑ 16η]

ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ «ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΗ ΓΕΝΕΣΗ» [ΕΝΟΤΗΤΑ 16η]


Jacob Wrestling with the Angel (Rembrandt)
ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ
«ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΗ ΓΕΝΕΣΗ»
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ – ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ
ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΟΣ-ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ 
ΕΝΟΤΗΤΑ 16η

Τμῆμα ΚΗ´
Γέννησε δέ ἡ Λεία τόν Ρουβήν καί τόν Συμεών καί τόν Λευΐ καί τόν ᾽Ιούδα “καί ἔπαυσε νά γεννᾶ”(Γεν 29, 35). Ἡ Ραχήλ, ὅμως, (ἡ ὁποία ἦταν) στεῖρα, ἐπειδή ἄκουσε ἀπ᾽ τόν ᾽Ιακώβ ὅτι ὁ ᾽Αβραάμ προσευχήθηκε ὑπέρ τῆς στείρας Σάρας καί εἰσακούσθηκε καί ὅτι ὁ ᾽Ισαάκ ζήτησε ὑπέρ τῆς Ρεβέκκας, καί εἰσακούσθηκε, νόμισε ὅτι, ἐπειδή δέν εἶχε προσευχηθῆ ὁ ᾽Ιακώβ, γι᾽ αὐτό δέν ἄνοιξε ἡ κλειστή μήτρα της καί γι᾽ αὐτό ὀργισμένη τοῦ εἶπε κλαίγοντας: “Δός μου υἱούς, ἀλλοιῶς θά πεθάνω”. ᾽Επειδή δέ ὀργίσθηκε ὁ ᾽Ιακώβ ἐναντίον της γι᾽ αὐτό πού αὐτή εἶπε “Δός μου υἱούς” κι ἐπειδή δέν εἶπε αὐτή, “Προσευχήσου, γιά νά μοῦ δοθοῦν υἱοί”, τή δίδαξε ὡς ἑξῆς, “῎Αν καί οἱ πατέρες μου εἰσακούσθηκαν, ὅμως, ὁ ᾽Αβραάμ εἰσακούσθηκε μετά ἀπό ἑκατό ἔτη, καί ὁ ᾽Ισαάκ μετά ἀπό εἴκοσι”. Καί μόλις ἔμαθε ἀπ᾽ αὐτόν ὅτι θά τῆς εἶναι ἀναγκαία μακροχρόνια ὑπομονή, ἐπειδή καταλήφθηκε ἀπό μέγιστο ἄγχος, τοῦ εἶπε: “Κοιμήσου, λοιπόν, μέ τή θεραπαινίδα μου κι ἄς γεννήση πάνω στά γόνατά μου κι ἄς ἔχω παρηγοριά ἀπ᾽ αὐτή”(Γεν 30, 3).
῞Οταν δέ τῆς εἶχε δώσει ἀπάντησι, “ὁ ᾽Αβραάμ ἔλαβε τήν ῎Αγαρ κι ἔκανε τό θέλημα τῆς Σάρας, ἐπειδή τήν ἀγαποῦσε, σύ, ὅμως, δέν πείσθηκες ἀπό ἐμένα, διότι μέ μίσησες”, γιά νά μή τόν καταπονῆ καθημερινά, ζητώντας του υἱούς, δέχθηκε νά λάβη τήν ἀλλοεθνῆ ἐκεῖνος (ὁ ᾽Ιακώβ), ὁ ὁποῖος εἶχε ἀποσταλῆ ἀπ᾽ τόν οἶκο τῶν πατέρων του, γιά νά λάβη τή θυγατέρα τοῦ Λάβαν· ἀλλά γιά νά κληρονομήσουν καί οἱ υἱοί τῶν θεραπαινίδων μαζί μέ τούς υἱούς τῶν ἐλευθέρων, ἔλαβε θεραπαινίδες καί ἐλεύθερες.
῎Ελαβε, λοιπόν, τήν Βαλάμ, ἡ ὁποία συνέλαβε κι ἔτεκε τόν Δάν καί τόν Νεφθαλείμ.
2. Πάλι ἡ Λεία βλέπωντας ὅτι εἶχε παύσει νά γεννᾶ, παρώθησε καί τόν ᾽Ιακώβ νά εἰσέλθη στή θεραπαινίδα της. ᾽Εκεῖνος δέ προσπαθώντας νά τήν πείση, “Σ᾽ ἐσένα”, λέει, “Εἶναι παρηγοριά, ἐπειδή ἔχεις υἱούς”· αὐτή δέ τοῦ εἶπε, “Δέν εἶναι δίκαιο νά ἐργάζεται ἡ θεραπαινίδα μου τήν ὑπηρεσία τῆς θεραπαινίδος πρός συντήρησι τοῦ ἑαυτοῦ της. ᾽Επειδή μ᾽ ἔκανες συνεγγυήτρια τῆς θεραπαινίδος τῆς Ραχήλ, κάνε καί τή Ραχήλ συνεγγυήτρια τῆς θεραπαινίδος μου”. Γιά νά μή λυπῆ, λοιπόν, τή Λεία, καί πρός ἄρσι τῆς διενέξεως μεταξύ τῶν δύο ἀδελφῶν, συγκατατέθηκε, χάριν τῆς οἰκιακῆς εἰρήνης καί κοιμήθηκε ὁ ᾽Ιακώβ καί μέ τή Ζελφάμ, ἡ ὁποία συνέλαβε καί γέννησε τόν Γάδ καί τόν ᾽Ασήρ.
3. Μετά ἀπ᾽ αὐτά βρῆκε ὁ Ρουβήν στόν ἀγρό μανδραγόρες, τούς ὁποίους προσέφερε στή Λεία. Οἱ μανδραγόρες, λένε, εἶναι φυτά πού βγάζουν καρπούς ὅμοιους μέ μῆλα, εὔοσμους καί φαγώσιμους.
Γιά ἐκείνους δέ τούς μανδραγόρες, ἀπό χαρά βασισμένη στήν πίστι, ἡ Λεία κοιμήθηκε ἐκείνη τή νύκτα μέ τόν ᾽Ιακώβ. Διότι γράφθηκε: “Εἰσάκουσε ὁ Θεός τή Λεία, πού συνέλαβε καί γέννησε τόν ᾽Ισάχαρ, καί εἶπε ἡ Λεία: ῾ὁ Θεός μοῦ ἔδωσε τό μισθό μου, γιατί ἔδωσα στό σύζυγό μου τή θεραπαινίδα μου᾽”(Γεν 30, 17-18). ᾽Εάν, ὅμως, δέν εἶχε ληφθῆ ἡ Ζέλφα μέ θέλημα Θεοῦ, κανένα μισθό δέν θά ἔδινε ὁ Θεός στή Λεία ὡς ἀνταμοιβή γιά τή Ζέλφα.
Συνέλαβε δέ ἡ Λεία καί ἔτεκε τόν ᾽Ισσάχαρ καί τόν Ζαβουλών καί τήν ἀδελφή τους τή Δείνα.
Ὁ Θεός, ὅμως, δέν λησμόνησε καί τή Ραχήλ, ἡ ὁποία ἔτεκε τόν ᾽Ιωσήφ καί εἶπε: “Εἶμαι πληροφορημένη ὅτι ὁ Κύριος θά μοῦ προσθέση”(Γεν 30, 24) καί ὄχι ὁ σύζυγός μου.
ΤΜΗΜΑ ΚΘ´
1. “Ἀφοῦ γεννήθηκε ὁ ᾽Ιωσήφ, εἶπε ὁ Ἰακώβ στόν Λάβαν: Δῶσε μου τίς συζύγους μου καί τούς υἱούς μου, πού γιά χάρι τους σοῦ δούλευσα, γιά νά φύγω”(Γεν 30, 25-26). Ὁ δέ Λάβαν, ὄχι ἐπειδή ἀγαποῦσε τόν ᾽Ιακώβ, ἀλλά τόν ἑαυτό του, εἶπε, “᾽Απ᾽ τήν πεῖρα ἔμαθα ὅτι ὁ Κύριος μέ εὐλόγησε ἕνεκά σου, ἀλλά νά καθορίσης σύ γιά τόν ἑαυτό σου τό μισθό σου καί θά σοῦ τόν δώσω”. Συγκατατέθηκε δέ ὁ ᾽Ιακώβ, ἐπειδή δέν τοῦ εἶχε ἀκόμη παραχωρήσει ὁ Θεός τήν ἄδεια ἀναχωρήσεως. Ὁ Θεός, πού εἶχε δεῖ τόν Λάβαν νά ἐξαπατᾶ μέ τό μισθό του ἐκεῖνον, στόν ὁποῖο (ὁ Θεός) εἶχε ὁρκισθῆ, “᾽Εγώ θά κατεβῶ μαζί σου καί θά σέ ἀνεβάσω στό ἑξῆς”, καί μέ τά κτήνη τοῦ ἴδιου τοῦ Λάβαν πλούτισε ὁ ᾽Ιακώβ, ὁ ὁποῖος καθόλου δέν εἶχε ζημιώσει τόν Λάβαν.
2. Ὁ ἴδιος ὁ Λάβαν ἔλαβε πεῖρα ὅτι μεταξύ τῶν κτηνῶν του, πολλαπλασιάζονταν πρόβατα στερούμενα κεράτων, εἴτε ὅτι τό μαλλί τους μαδιέται γιά νά διασκορπίζεται, γιά νά μάθη ὅτι ὁ Θεός εἶναι μαζί μέ τόν ᾽Ιακώβ καί γιά ν᾽ ἀπέχη ἀπ᾽ τό νά τόν κακοποιήση (ὁ Λάβαν). ᾽Επειδή, ὅμως, οἱ ἴδιοι οἱ υἱοί τοῦ Λάβαν, ὅπως ὁ Λάβαν, ἀδικοῦσαν τόν ᾽Ιακώβ κι ἔλεγαν γι᾽ αὐτόν, ὁ ὁποῖος τούς πλούτισε: “᾽Απ᾽ τήν περιουσία τοῦ πατέρα μας ἔγινε πλούσιος”. Καί ἐκεῖνος πού εἶχε πεῖ: “᾽Από πεῖρα ἔμαθα ὅτι μέ εὐλόγησε ὁ Κύριος κατά τό παράδειγμά σου”, ἄλλαξε στήν καρδιά καί στήν ὄψι ἔναντι τοῦ ᾽Ιακώβ καί γι᾽ αὐτό ὁ Θεός φανερώθηκε στόν ᾽Ιακώβ καί τοῦ εἶπε νά ἐπιστρέψη στόν οἶκο τοῦ πατέρα του, καί κάλεσε ὁ ᾽Ιακώβ τή Ραχήλ καί τή Λεία και εἶπε σ᾽ αὐτές: “Ὁ πατέρας, στόν ὁποῖο δούλευσα μέ ὅλες τίς δυνάμεις μου, ἄλλαξε τό μισθό μου σέ δέκα ἀμνούς καί δέν τόν ἄφησε ὁ Θεός νά μέ βλάπτη”(Γεν 31, 1), γιατί ὅλες οἱ ἀπάτες του στράφηκαν ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του. Διότι, ὅταν μοῦ ὑποσχόταν ὅτι δικοί μου θά εἶναι οἱ ἀμνοί χωρίς κέρατα, διότι πίστευε ὅτι τά πρόβατα δέν θά γεννήσουν ἀμνούς χωρίς κέρατα, οἱ περισσότεροι ἀμνοί ἦταν χωρίς κέρατα, καί πάλι, ὅταν μοῦ ὑποσχόταν ὅτι δικά μου θά εἶναι τά διάστικτα, ἐπειδή νόμιζε ὅτι λίγα θά γεννηθοῦν διάστικτα, ὅλα τά κτήνη γεννοῦσαν διάστικους (ἀμνούς).
3. Καί τοῦ εἶπαν ἡ Ραχήλ καί ἡ Λεία, “Δέν ἔχουμε καμμία θέσι στό σπίτι τοῦ πατέρα μας”(Γεν 31, 14), ὁ ὁποῖος στούς υἱούς του δίνει ὁτιδήποτε ἔχει, “ὁ ὁποῖος μᾶς πούλησε καί καταβρόχθισε τήν ἀξία μας”, καταναλώνοντας (αὐτός) τίς δικές σου δυνάμεις, ἐπί δεκατέσσερα ἔτη, κατά τά ὁποῖα ἐργάσθηκες γιά χάρι μας. “᾽Αλλά νά κάνης ὅ,τι θά σοῦ πῆ ὁ Κύριος”, διότι ἐμεῖς εἴμαστε ἕτοιμες νά πᾶμε μαζί σου, ὅταν ὁ Κύριος σέ ἀποστείλη.
4. Ὑπέκλεψε δέ ὁ ᾽Ιακώβ τήν καρδιά τοῦ Λάβαν καί ἡ Ραχήλ τούς θεούς του. Καί ἦλθαν στό ὄρος Γαλαάδ, καί ὁ Λάβαν τόν κατεδίωξε καί τόν ἀκολούθησε. Καί ὁ Κύριος φάνηκε στόν Λάβαν στόν ὕπνο του λέγοντάς του, “Πρόσεχε μή τυχόν πεῖς ὁτιδήποτε κατά τοῦ ᾽Ιακώβ”(Γεν 31, 24) ἀπό μεγάλο μέχρι ἐλάχιστο. Ὁ Λάβαν, ὅμως, δέν μπόρεσε νά κρύψη τή σκληρότητά του καί εἶπε, “῎Ας χαίρη τό χέρι μου νά σᾶς κακοποιήση, ὁ Θεός δέ τῶν πατέρων σου μέ ἐμπόδισε τό βράδυ... ἀλλά γιατί ἔκλεψες τούς θεούς μου μαζί καί τίς θυγατέρες μου καί ἔφυγες;”(Γεν 31, 29-30).
᾽Ορθῶς δέ ὁ ᾽Ιακώβ ἀγάπησε τή Ραχήλ, ἡ ὁποία ἀγάπησε τό Θεό του, καί καταφρόνησε τά εἴδωλα τοῦ πατέρα της· ὄχι δέ μόνο μέ τό νά τά κλέψη, ἐπιπλέον τά καταφρόνησε σάν ἄχρηστα ἀντικείμενα, ἀλλά ὡς ἕδρα τῶν ἐμμήνων τά ἔκανε τήν ἡμέρα πού ρωτήθηκε (γι᾽ αὐτά). Ὁ δέ Λάβαν δέν θεώρησε ἱκανοποιητικό νά παρακαλέση προηγουμένως τούς Θεούς του τό πρωΐ, μετά τή βραδινή ἐμφάνισι τοῦ Θεοῦ τῆς ἀληθείας σ᾽ αὐτόν, ἀλλά, ἐπιπλέον, ἐκεῖνο πού εἶχε πεῖ: “Μέ πλούτισες, ἐπειδή μέ εὐλόγησε ὁ Κύριος μετά τήν ἄφιξί σου”, τό ἀνέτρεψε λέγοντας, “Τά πρόβατα εἶναι δικά μου καί ὁτιδήποτε ἐδῶ διακρίνεις εἶναι δικό μου· ἔλα νά συνάψουμε συνθήκη καί ἄς ὑπάρχη μάρτυρας ἀνάμεσα σ᾽ ἐμένα καί σ᾽ ἐσένα”(Γεν 31, 43-44).
5. Διότι, καί ἐπειδή λοιδωροῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ὁ ᾽Ιακώβ πράγματι εἶπε, “Τόν κόπο μου καί τήν κούρασι τῶν χεριῶν μου”, πού ἀπό ἐσένα ἐξαπατήθηκα, “τά εἶδε ὁ Θεός”(Γεν 31, 42), καί ἐκ νέου σοῦ φανερώθηκε τό βράδυ· εἶπε δέ ὁ Λάβαν: “Τά πρόβατα, εἶναι δικά μου, καί ὁτιδήποτε διακρίνεις εἶναι δικό μου”, γι᾽ αὐτό λένε μερικοί “ἀφέθησαν ὅλα ὅσα ἔγιναν μέχρι αὐτή τή συνθήκη”.
“Καί ἔφερε ὁ ᾽Ιακώβ τό λίθο, τόν ὁποῖο ἔκανε ἀναμνηστική στήλη” καί ἔφερε ὁ καθένας τό λίθο του καί σχημάτισαν μεγάλο σωρό. “Γιά νά χρησιμεύση ὁ λίθος, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἀπό πολλούς, μάρτυρας ὡς ἐκ στόματος πολλῶν ἐναντίον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος (τυχόν) μεταβάλει κάτι στή συνθήκη, πού συνάψαμε ἐνώπιον πολλῶν”. “᾽Ιδού, τέτοιος μάρτυρας εἶναι ὁ σωρός”, γιά τό ὅτι μαρτυροῦν ἐκεῖνοι πού τόν ἔκαναν: “Οὔτε ἐσύ, οὔτε ἔγώ θά μετατρέψουμε ὁτιδήποτε στή συνθήκη πού συνάψαμε, σχηματίζοντας αὐτό τό σωρό”.
6. Γιά νά εἶναι γνωστό ὅτι αὐτός ὁ σωρός ὑψώθηκε μόνο γιά νά μαρτυρᾶ ὅτι ἀπό τότε καί στό ἑξῆς κανείς δέν θά στρέφεται κατά τοῦ ἑταίρου του λέχθηκε, “Ὁρκίσθηκε ὁ ᾽Ιακώβ ἀπό σεβασμό πρός τόν πατέρα του ᾽Ισαάκ· καί ὁ Λάβαν εἶπε, ὁ Θεός ᾽Αβραάμ καί ὁ Θεός Ναχώρ θά κρίνουν ἀνάμεσα μας”(Γεν 31, 53).
Τμῆμα Λ´
1. Ἀφοῦ, ὅμως, χωρίσθηκαν ὁ ἕνας ἀπ᾽ τόν ἄλλο, ἄγγελοι Θεοῦ πλησίασαν τόν ᾽Ιακώβ γιά νά τόν πληροφορήσουν ἐπιπλέον, ἐπειδή: “ἐάν ὁ Λάβαν δέν εἶχε ὑπακούσει στό Θεό, πού τοῦ φανερώθηκε κατά τήν ἑσπέρα, ἐκεῖνος καί ὁποιοσδήποτε ἦταν μαζί του θά εἶχε φονευθῆ κατά τόν ὄρθρο ἀπ᾽ τά χέρια ἀγγέλων φυλάκων σου. Διότι ὅπως ὁ Θεός ἔδειξε στόν ᾽Ιακώβ, ἐνῶ αὐτός κατέβαινε, ἀγγέλους συνοδούς του, τοῦ ἔδειξε ἀγγέλους καί ἐνῶ αὐτός κατέβαινε, γιά νά τόν πληροφορήση ὅτι ὁ λόγος πού τοῦ εἶπε εἶναι ἀληθής: “᾽Εγώ μαζί σου θά κατεβῶ (σ᾽ ἐκεῖνο τόν τόπο) καί ἐγώ θά σέ ἀνεβάσω ἀπό ἐκεῖ”(Γεν 46, 4). (vice 28, 15).
Τοῦ ἐπιδείχθηκαν δέ τά στρατόπεδα τῶν ἀγγέλων, προκειμένου νά μή φοβᾶται τόν ᾽Ησαῦ, ἐπειδή οἱ συνοδοί ἐκείνου ἦταν περισσότεροι ἀπ᾽ τούς συνοδούς τοῦ ᾽Ησαῦ.
2. Μετά ἀπ᾽ αὐτά ἔστειλε ἀπεσταλμένους στόν ᾽Ησαῦ, τόν ἀδελφό του, καί δικαιολόγησε τόν ἑαυτό του γιά τήν καθυστέρησί του. ᾽Ακούγοντας, ὅμως, ὅτι ἐκεῖνος ἐρχόταν μαζί μέ τετρακόσιους ἄνδρες πρός συνάντησί του, φοβήθηκε. Καί μολονότι παρακάλεσε τό Θεό νά θυμηθῆ τή συνθήκη, πού εἶχε συνάψει μαζί του ὅταν κατέβαινε, ὅμως ἀπέστειλε στόν ἀδελφό του προσφορά συμφιλιώσεως, γιά νά μή θυμηθῆ (ὁ ᾽Ησαῦ) τήν ἀδικία πού τοῦ ἔκανε τήν ἡμέρα πού ὁ ᾽Ιακώβ τοῦ ὑφάρπασε τίς εὐλογίες.
3. Κατά δέ τήν ἴδια αὐτή νύκτα τοῦ φανερώθηκε ἄγγελος καί μαζί του πάλαιψε, νίκησε δέ τόν ἄγγελο καί νικήθηκε ἀπ᾽ αὐτόν, γιά νά μαθαίνη πόσο ἦταν ἀδύναμος καί πόσο ἰσχυρός, ἀδύναμος ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου τό ἰσχίο ἔψαυσε ὁ ἄγγελος καί αὐτό ἐξαρθρώθηκε· ἰσχυρός δέ ἐκεῖνος, στόν ὁποῖο ὁ ἄγγελος εἶπε, “῎Αφησέ με”. Καί γιά νά δείξη πόσο χρόνο (μεταξύ τους) πάλευαν, τοῦ εἶπε, “᾽Ιδού, ἤδη ἀνατέλλει ἡ αὐγή”(Γεν 32, 26). Ὁ δέ ᾽Ιακώβ ζήτησε νά εὐλογηθῆ ἀπ᾽ αὐτόν, γιά νά δηλώση ὅτι πάλαιψαν μεταξύ τους μέ ἀγάπη. Καί ὁ ἄγγελος ἐπιπλέον τόν εὐλόγησε, γιά νά δείξη ὅτι αὐτός δέν ὀργίσθηκε πού νικήθηκε ἀπό ἕνα γήινο.
4. Ὁ δέ Θεός ἐκπλήρωσε ὁτιδήποτε ὑποσχέθηκε στόν ᾽Ιακώβ. Διότι τόν πλούτισε —ὅπως τοῦ εἶχε πεῖ— καί κατέβηκε συνοδεύοντάς τον καί τόν ἀνέβασε, ὅπως τοῦ εἶχε ὑποσχεθῆ. Τόν ἐξάρπασε ἀκόμα ἀπ᾽ τόν Λάβαν καί τόν διαφύλαξε ἀπ᾽ τόν ἀδελφό του. Ὁ ᾽Ιακώβ δέ, ὁ ὁποῖος, ἐνῶ κατέβαινε, εἶχε ὑποσχεθῆ ἀφιέρωμα στό Θεό, σ᾽ αὐτό τόν τόπο νά Τοῦ δίνη δεκάτες, ὅπως εἶχε ὑποσχεθῆ, ἀπέστειλε ἀπό φόβο τά συλλεγέντα στόν ᾽Ησαῦ. Γι᾽ αὐτό τό λόγο ἐξαρθρώθηκε τό ἰσχύο του, ἐπειδή εἶχε μεταβάλει τήν ὑπόσχεσί του. Καί ἐκείνος πού τήν ἴδια αὐτή ὥρα εἶχε νικήσει τή δύναμι πύρινου ἀγγέλου, χωρίς νά πονᾶ, στεκόταν κουτσαίνοντας ἐνώπιον τοῦ ᾽Ησαῦ.
Τμῆμα ΛΑ´
Μετά ἀπ᾽ αὐτά ἦλθαν καί κατασκήνωσαν πλησίον τοῦ Σιχέμ “καί ὁ Σιχέμ, υἱός τοῦ ᾽Εμμώρ, εἶδε τήν Δεῖνα, θυγατέρα τοῦ ᾽Ιακώβ καί τήν ἅρπαξε καί τή διέφθειρε”(Γεν 34)· καί ζήτησε ἀπ᾽ τούς υἱούς τοῦ ᾽Ιακώβ νά τούς τή δώσουν ὡς σύζυγο. Οἱ δέ υἱοί τοῦ ᾽Ιακώβ ἐξαπατώντας τους τούς ζήτησαν νά περιτμηθοῦν (οἱ υἱοί τοῦ Σιχέμ) καί μετά θά τούς τήν ἔδιναν. ᾽Εν ἀγνοίᾳ δέ τοῦ πατρός τους τούς ἐπιτέθηκαν, τήν ἡμέρα πού οἱ πόνοι ἐκείνων ἀπ᾽ τή χειρουργική ἐπέμβασι γιά τήν περιτομή τους ἦταν δριμύτεροι, καί φόνευσαν τούς ἀρσενικούς καί ὁδήγησαν τίς γυναῖκες τους αἰχμάλωτες καί λεηλάτησαν τά ἀγαθά τους.
Τμῆμα ΛΒ´
Μετά ἀπ᾽ αὐτά εἶπε ὁ Θεός στόν ᾽Ιακώβ, “Σήκω, ἀνέβα στή Βαιθήλ καί φτιάξε ἕνα βωμό πρός τιμή τοῦ Θεοῦ, πού σοῦ φανερώθηκε ὅταν ἔφευγες ἀπ᾽ τόν ἀδελφό σου”. Καί εἶπε ὁ ᾽Ιακώβ στούς υἱούς του, “Πετᾶξτε τούς ξένους θεούς”, πού ἁρπάξατε ἀπ᾽ τόν Σιχέμ ὅταν τόν λεηλατήσατε. “Καί τοῦ ἔφεραν εἴδωλα χωνευτά καί χρυσά σκουλαρίκια”, πού κρεμάσθηκαν στ᾽ αὐτιά τῶν εἰδώλων, καί “ἔσκαψαν καί τά ἔκρυψαν κάτω ἀπό μιά τερέβινθο”(Γεν 35, 1-4), γιά νά μή τυχόν γίνουν σκάνδαλο στούς ἀπογόνους τοῦ ᾽Ιακώβ. “Καί ἦλθε ὁ ᾽Ιακώβ στόν ᾽Ισαάκ, τόν πατέρα του... στή Χεβρών. Καί ὁ ᾽Ισαάκ πέθανε μετά εἴκοσι τρία χρόνια σέ ἡλικία ἑκατόν ὀγδόντα ἐτῶν. Καί ὁ ᾽Ιακώβ καί ὁ ᾽Ησαῦ, οἱ υἱοί του, τόν ἐνταφίασαν”(Γεν 35, 27-29).
Τμῆμα ΛΓ´
1. Καί ὁ ᾽Ιωσήφ μαζί μέ τούς υἱούς τῶν παλλακίδων ἔβοσκε τά πρόβατα καί ἀνέφερε στόν πατέρα τους τή φήμη τους, πού ἦταν ἡ χειρίστη”. Καί ἐπειδή φανέρωσε τίς πράξεις τους, “τόν μίσησαν”(Γεν 37, 4). Καί ὀνειρεύθηκε ὅτι βρισκόταν μπροστά ἀπ᾽ τή σπεῖρα καί ὅτι οἱ ἄλλοι ἕνδεκα, ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη καί οἱ ἀστέρες, τόν λάτρευαν. Κι ἐπιπλέον ἐξαιτίας τῶν ὀνείρων του τόν μισοῦσαν περισσότερο. Περιγέλασαν δέ τά ὄνειρά του καί εἶπαν, “Πῶς ἡ Ραχήλ, πού πέθανε, θά ἔλθη καί θά τόν προσκυνήση; ᾽Επειδή, ὅμως, λέχθηκε ὅτι ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναῖκα του ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα, ὁ ᾽Ιακώβ, τόν ὁποῖο ὑποδηλώνει ὁ ἥλιος, ὅταν προσκύνησε τήν κεφαλή τοῦ σκήπτρου ἐκείνου, ἐν τῷ σκήπτρῳ προσκύνησε ἡ Ραχήλ, τήν ὁποία ὑποδηλώνει ἡ σελήνη, ἄν καί δέν προσκύνησε ἡ ἴδια ἐν ζωῇ (προσωπικῶς)”.
2. Ὁ δέ ᾽Ιακώβ τόν ἔστειλε στά κτήνη, γιά νά τοῦ ἀναφέρη (ὁ ᾽Ιωσήφ) τόν χαιρετισμό τῶν ἀδελφῶν του.
᾽Εκεῖνοι, ὅμως, μέσῳ τοῦ μολυσμένου ἀπό σφαγή χιτῶνος τοῦ ἔστειλαν ἀπαίσιο ἀγγελιαφόρο περί τοῦ ᾽Ιωσήφ. Καί χωρίς εὐσπλαχνία τόν ἔρριξαν σέ λάκκο τῆς ἐρήμου καί στήν οἰκία ἔκαναν ὅτι χύνουν δάκρυα γι᾽ αὐτόν. Τόν πούλησαν γυμνό σέ ῎Αραβες καί μέ κραυγή ἔκλαψαν γι᾽ αὐτόν μπροστά στά μάτια τῶν Χαναναίων. Καί τοῦ ἔβαλαν σιδερένια δεσμά στά χέρια καί στά πόδια καί τόν ἔστειλαν νά ὁδοιπορήση· καί συνέθεσαν θρήνους γι᾽ αὐτόν ἐν γῇ καλλιεργημένη (εἴτε, “ἐν εἰρήνῃ”).
Κατέβηκε δέ (ὁ ᾽Ιωσήφ) στήν Αἴγυπτο καί τόν πούλησαν καί μέσα σέ λίγες ἡμέρες ἄλλαξε δύο φορές ἀφέντη.
Τμῆμα ΛΔ´
1. Μετά ἀπ᾽ αὐτά ὁ ᾽Ιούδας ἔλαβε σύζυγο καί ἀπ᾽ αὐτή γέννησε τόν ῎Ηρ, τόν Αὐνάν καί τόν Σηλά. Καί ὁ ῎Ηρ, ὁ πρωτότοκός του, πῆρε ὡς σύζυγο τή Θάμαρ (Γεν 38)· καί ἐπειδή ἦταν πονηρός (δηλ. ἄδικος), ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, (ὁ Θεός) τόν θανάτωσε. Πάλι, ὁ ἀδελφός του, ἄν καί ἔλαβε τή Θάμαρ ἐπειδή τήν ἀγαποῦσε, ὅμως ἀπ᾽ τό μῖσος του πρός τόν ἀδελφό του, δέν ἤθελε νά τεκνοποιήση γι᾽ αὐτόν.
᾽Εκ νέου, ἐπειδή (ὁ Θεός) τόν εἶχε φονεύσει ἐξαιτίας πονηροῦ τεχνάσματος, πού ἐπινόησε ὁ δεύτερος αὐτός, θεωρήθηκε ἡ Θάμαρ ὕποπτη ὅτι ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτημάτων της ὑπῆρξε (ἡ αἰτία) τοῦ θανάτου καί τῶν ἀνδρῶν της καί ὁ ᾽Ιούδας τήν ἔστειλε στόν οἶκο τοῦ πατέρα του, ἡ ὁποία ἀνέμενε νά μεγαλώση ὁ Σηλά, στόν ὁποῖο αὐτή ἐπρόκειτο νά δοθῆ.
2. Ἀφοῦ δέ (ὁ Σηλά) βρισκόταν σέ νεανική ἡλικία, καί ἐπειδή ὁ ᾽Ιούδας δέν εἶχε θελήσει νά ὁδηγήση αὐτή ἐκ νέου στόν οἶκο του, ἡ Θάμαρ σκεπτόταν: “Μέ ποιά ἄραγε συμφωνία νά γίνη γνωστό στούς ἴδιους τούς Ἑβραίους, ὅτι ἐγώ δέν ὀρέγομαι γάμο, ἀλλ᾽ ὅτι ἐπιθυμῶ τήν εὐλογία, πού τούς δόθηκε;”. Μέ τόν Σηλά βέβαια μπορῶ νά τό γνωστοποιήσω, ἀλλά ἐξαιτίας τοῦ πλούτου τοῦ Σηλά δέν μπορῶ νά κάνω νά θριαμβεύση ἡ πιστότητά μου. Μοῦ εἶναι, λοιπόν, ἀναγκαῖο νά τό γνωστοποιήσω μέ τόν ᾽Ιούδα, γιά νά κάνω, μέ τό θησαυρό πού θά κυοφορήσω, πλούσια τή φτώχεια μου καί γιά νά γνωσθῆ, διά τῆς χηρείας πού θά τηρήσω ὅτι δέν ἐπεθύμησα συζυγία.
3. Ἐπειδή, ὅμως, φοβόταν μήπως τυχόν (ὁ ᾽Ιούδας) γνωρίζοντάς τη, τή φόνευε, σέ ἀντεκδίκησι γιά τούς δυό του υἱούς, γιά τό θάνατο τῶν ὁποίων ἐθεωρεῖτο ὕποπτη, ζήτησε —ὅπως ὁ ᾽Ελιέζερ— σημεῖο καί εἶπε· ᾽Επειδή ἡ γνῶσι σου περί τοῦ ἔργου τῆς ἐπιθυμίας δέν μέ καταδικάζει —διότι γνωρίζει ὅτι ὀρέγομαι αὐτό πού στούς Ἑβραίους ἀποκρύπτεται— καί ἐπειδή ἀγνοῶ ἄν ἀπό ἐσένα ἔγινε ἤ ὄχι δεκτό, δός μου νά τοῦ φανῶ σάν ἄλλη, γιά νά μή μέ φονεύση καί νά βρεθῆ στό στόμα του πορνικός λόγος. Θά μοῦ εἶναι ἀρκετό (αὐτό τό σημεῖο), γιά νά γνωρίζω ὅτι σοῦ εἶναι ἀρεστό νά ἐκχύσης καί μέσῳ τῆς θυγατέρας τῶν ἀπεριτμήτων τόν θησαυρό πού εἶναι κρυμμένος μέσα στούς περιτμημένους. ῎Ας γίνη, λοιπόν, ὥστε τή στιγμή πού θά δῆ, νά μοῦ πῆ, Ἦλθα νά κοιμηθῶ μαζί σου.
4. Ἐκείνη δέ αὐτά ζητοῦσε ἀπ᾽ τό Θεό καί ἰδού, ὁ ᾽Ιούδας ἐξερχόμενος τήν εἶδε καί, παρά τή συνήθειά του, ἡ προσευχή τῆς Θάμαρ τόν ὁδήγησε σέ πορνεία. ῎Αν καί ἦταν, ἐκεῖνο τόν καιρό πού τόν εἶδε, συγκαλυμμένη (στό πρόσωπο) ἀπό φόβο, ἀλλά, ἀφοῦ τῆς ἀναγγέλθηκε (ἀπ᾽ αὐτόν) στό αὐτί της, ὁ λόγος τοῦ σημείου πού (αὐτή) εἶχε ζητήσει (ἀπ᾽ τό Θεό), κατάλαβε ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεός θέλει αὐτό πού αὐτή ἔκανε· ἔδειξε τήν ὄψι της, λοιπόν, ἀπό τότε καί μετά χωρίς φόβο ἔδειξε καί ζήτησε τήν ἀμοιβή της ἀπ᾽ τόν κύριο τοῦ θησαυροῦ.
5. Καί ἀφοῦ γύμνωσε τόν ἄνδρα ἀπ᾽ τό σκῆπτρο του καί ἀπ᾽ τό δακτυλίδι καί ἀπ᾽ τήν ὀθόνη, καί (τά) πῆρε σάν τρεῖς μάρτυρες, γιά νά μαρτυροῦν αὐτοί περί του Ἑνός ἐκ τῶν Τριῶν, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νά μεταφερθῆ ἀπ᾽ αὐτή, τόν συνεζεύχθη κι ἐπέστρεψε στόν οἶκο τοῦ πατερά της.
Μετά ἀπό τρεῖς μῆνες, ὅμως, ἀκούσθηκε ἀπ᾽ τόν ᾽Ιούδα ὅτι ἡ Θάμαρ πόρνευσε, καί, ἰδού, συνέλαβε ἀπό πορνεία. ᾽Αφοῦ δέ ἔστειλε ἀνθρώπους του κι ἔμαθε ὅτι ἐκείνη δέν ἔχει καμμία δικαιολογία, διέταξε νά καῆ ἐκείνη. Μόλις, ὅμως, συγκεντρώθηκαν οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Χεβρών, ἀκολουθώντας τά ἴχνη ἐκείνης πού τήν ἐμφάνιζαν ὡς πυρπολητέα, πρότεινε (ἡ Θάμαρ) τούς μάρτυρές της καί μέσῳ τῶν συγγενῶν της ἔστειλε στόν πεθερό της προτείνοντας σ᾽ αὐτόν: “᾽Εγώ συνέλαβα ἀπ᾽ τόν ἄνδρα, στόν ὁποῖο ἀνήκουν αὐτά”. Καί ἀμέσως μόλις εἶδε ὁ ᾽Ιούδας τά δικά του τεκμήρια, θαύμασε τήν πιστότητα τῆς γυναικός, ἁπλώνοντας δέ τό χέρι του γιά νά τά πάρη πίσω, ὑπολόγιζε τό χρόνο πού τά εἶχε δώσει.
6. Εἶπε δέ: “Αὐτή εἶναι ἀθωότερη ἀπό ἐμένα”, διότι ἁμάρτησαν περισσότερο οἱ υἱοί μου· γι᾽ αὐτό δέν τήν παρέδωσα —ὅπως ἀπαιτοῦσε ἡ δικαιοσύνη— στόν Σιλά, τόν ὑιό μου, ἐξαιτίας καχυποψίας πού εἶχα καί τήν ἐμπόδισα ἀπ᾽ τόν Σηλά, τόν υἱό μου, αὐτή, πού τήν ἐξαίρεσα δόλια ἀπ᾽ τό γάμο, ἀποδείχθηκε ἀθώα στήν πορνεία της, καί αὐτή, τήν ὁποία ἀπέρριψε ἐξαιτίας τῶν δύο προηγουμένων υἱῶν του, τήν εἰσήγαγε ἐκ νέου ἐξαιτίας τῶν δύο μεταγενεστέρων υἱῶν του. Δέν συνευρέθη, ὅμως, μ᾽ αὐτή, ἡ ὁποία εἶχε ὑπάρξει σύζυγος τῶν δύο προτέρων υἱῶν του, οὔτε ἐπίσης ἔλαβε ἄλλη μετά ἀπ᾽ αὐτή, ἡ ὁποία ἦταν μητέρα τῶν δύο μεταγενεστέρων υἱῶν του.

Πηγή εικόναςεδώ

Το έργο θα δημοσιευθεί εξ ολοκλήρου στην ιστοσελίδα
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική, περιληπτική, κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του κειμένου για εμπορικούς ή κερδοσκοπικούς σκοπούς. Τα δικαιώματα αυτά ανήκουν εξ ολοκλήρου στον συγγραφέα κ.Χρίστο Βασιλειάδη.
 Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
27  ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ  2011 


Read more:http://www.egolpion.net/efraim_genesis_16.el.aspx#ixzz2kmYt9Zij

ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ «ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΗ ΓΕΝΕΣΗ» [ΕΝΟΤΗΤΑ 15η]

ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ «ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΗ ΓΕΝΕΣΗ» [ΕΝΟΤΗΤΑ 15η]


ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ
«ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΗ ΓΕΝΕΣΗ»
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ – ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ
ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΟΣ-ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ 
ΕΝΟΤΗΤΑ 15η

Τμῆμα ΙΖ´
1. Μετά ἀπ᾽ αὐτά μετέβη ὁ ᾽Αβραάμ στούς Φιλισταίους κι ἐπειδή φοβόταν εἶπε γιά τή Σάρα, “᾽Αδελφή μου εἶναι. Καί ἀπέστειλε ὁ ᾽Αβιμέλεχ, βασιλιάς τῶν Γεράρων, ἀπεσταλμένους, καί πῆρε τή Σάρα”(Γεν 20, 2). Κι ἐπειδή εἶχε δοκιμασθῆ ἀπ᾽ τό Φαραώ κυρίως ἐπειδή ἔφερε τόν ᾽Ισαάκ στή γαστέρα της, καί ἡ προσευχή τοῦ ᾽Αβραάμ πίεζε, μέχρις ὅτου (ὁ ᾽Αβιμέλεχ) ἔπεσε στήν κλίνη (ἀσθενείας), ξαφνικά ἔπεσε σέ λήθαργο ὅπως (τό λήθαργο) τοῦ ᾽Αδάμ, καί στό ὄνειρό του τοῦ εἶπε ὁ Θεός, “Θά πεθάνης ἐξαιτίας τῆς γυναικός πού ἔλαβες, διότι εἶναι σύζυγος ἀνδρός. Καί εἶπε ὁ ᾽Αβιμέλεχ, ἄραγε δίκαιο γένος φονεύεις; ᾽Ιδού, μέ τήν ἀφέλεια τῆς καρδιᾶς μου καί μέ καθαρά τά χέρια μου τό ἔκανα. Καί τοῦ εἶπε ὁ Θεός, γι᾽ αὐτό δέν σέ ἄφησα νά τήν πλησιάσης, γιά νά μήν ἁμαρτήσης σ᾽ ἐμένα”(Γεν 20, 3-6).
2. Τό πρωΐ δέ σηκώθηκε ὁ ᾽Αβιμέλεχ... καί κάλεσε τόν ᾽Αβραάμ καί τόν κατηγόρησε, ἐπειδή τόν εἰσήγαγε σ᾽ αὐτό τό ἁμάρτημα. Καί τοῦ εἶπε ὁ ᾽Αβραάμ, “Πολύ φοβήθηκα καί εἶπα ὅτι εἶναι ἀδελφή μου, ἀλλ᾽ οὔτε καί στό σημεῖο αὐτό εἶπα ψέματα, γιατί εἶναι ἀδελφή μου· θυγατέρα τοῦ πατέρα μου, ὄχι, ὅμως, τῆς μητέρας μου”. Ἦταν ἀδελφή του ἀπ᾽ τόν πατέρα, ἐπειδή ἦταν κόρη τοῦ ἀδελφοῦ (τοῦ πατέρα) του· ὄχι δέ ἀπ᾽ τή μητέρα, διότι ὁ ᾽Αράν, υἱός τοῦ Τάρεχ, δέν πῆρε (ὡς σύζυγό του) τήν ἀδελφή του, ἐπειδή εἶχε λάβει ἄλλη, θυγατέρα ἀλλοεθνῶν, ἡ ὁποία ἀγάπησε τή φυλή της περισσότερο ἀπ᾽ ὅσο τούς υἱούς της καί παρέμεινε στή φυλή της καί δέν θέλησε νά ἐξέλθη καί ν᾽ ἀκολουθήση τόν υἱό της Λώτ, καί τίς θυγατέρες της Σάρα καί Μελχάμ.
3. Καί εἶπε ὁ ᾽Αβιμέλεχ... στή Σάρα: “῎Εδωσα στόν ἀδελφό σου χίλια ἀργυρά (νομίσματα) καί σέ ἀποκαθιστῶ στόν ἀδελφό σου μέ δῶρα, γιατί ἔκλεισες τούς ὀφθαλμούς ὅλων ὅσοι εἶναι μαζί μου καί ἐνώπιον ὅλων μέ ἐπέπληξες”(Γεν 20, 16), γιατί ἡ Σάρα περιῆψε ὄνειδος σέ ὅλους, ὅσοι ἦταν μαζί του, μέ δημόσια ἐπιτίμησι τόν ἐπιτίμησε μπροστά σέ ὅλους τούς δικούς του. Διότι, ἀφοῦ εἶδε (ἡ Σάρα) ὅτι ὁ Θεός τῆς προσφέρει βοήθεια παρασχεθεῖσα μέ τήν καθ᾽ ὕπνον μετάνοια τοῦ βασιλέως, τοῦ εἶπε μέ ὑψωμένη τή φωνή μπροστά σέ ὅλους: “Δέν ἅρμοζε μέ μοιχεία νά παραβῶ τήν ὁδό (καθῆκον) ἔναντι τῆς συζύγου σου, οὔτε ἐπιπλέον μέ τό νά λάβω ἄλλη σύζυγο”.
Πάντως, ἄν ἡ Σάρα δέν εἶχε προσλάβει ἄλλη νεανικότητα ἐξαιτίας τοῦ γόνου πού εἶχε συλλάβει, ὁ ᾽Αβιμέλεχ δέν θά τήν εἶχε ἐπιθυμήσει στά ἐνενῆντα της. ᾽Επειδή δέ ὁ ᾽Αβραάμ προσευχήθηκε, ὁ Θεός ἀποκατέστησε τήν ὑγεία τοῦ ᾽Αβιμέλεχ καί τή σύζυγό του καί τίς θεραπαινίδες του καί γέννησαν (Γεν 20, 17). ᾽Επειδή, ἀφότου ἦλθε στό νοῦ του νά λάβη τή Σάρα (σύζυγο) καί μέχρι νά τήν ἐπιστρέψη, πόνοι τοκετοῦ κατέλαβαν τίς γυναῖκες τοῦ οἴκου του καί στριφογυρνοῦσαν, ὅμως, δέν γεννοῦσαν.
Τμῆμα ΙΗ´
1. Ἦλθε δέ ὁ καιρός καί γεννήθηκε ὁ ᾽Ισαάκ καί ἀπό γεροντικούς μαστούς ἔρρευσε γάλα. Μετά δέ τήν περιτομή του καί τόν ἀπογαλακτισμό του, εἶδε ἡ Σάρα τόν ᾽Ισμαήλ νά γελᾶ τήν ἡμέρα τοῦ μεγάλου συμποσίου (Γεν 21, 8), πού ἔκανε ὁ ᾽Αβραάμ γιά τόν ἀπογαλακτισμό τοῦ ᾽Ισαάκ. Ἡ Σάρα δέ, πού εἶδε πόσο ὁ ᾽Ισμαήλ ἔμοιαζε μέ τή μητερά του, ἐπειδή, ὅπως ἡ ἴδια εἶχε ὑποτιμηθῆ στά μάτια τῆς ῎Αγαρ, ἔτσι καί ὁ ἴδιος ὁ ᾽Ισμαήλ περιγελοῦσε τόν υἱό της τῆς Σάρας, —ἐσκέπτετο ἐάν ἐνῶ ἐγώ ἀκόμη ζῶ φέρεται ἔτσι στόν υἱό μου, ὅταν πεθάνω—, ἰδού δέν θά τόν κάνη ὁ ᾽Αβραάμ συγκληρονόμο τοῦ υἱοῦ μου; Κι ἐπιπλέον, ἴσως τοῦ δώση δύο μερίδια, διότι βέβαια αὐτός (ὁ ᾽Ισμαήλ) εἶναι μεγαλύτερος στήν ἡλικία. ᾽Από ζῆλο, λοιπόν, ἄναψε ἡ Σάρα γιά τό συμφέρον τοῦ υἱοῦ της, ἡ ὁποία δέν φθόνησε γιά δικό της συμφέρον· διότι οὔτε τήν ῎Αγαρ —τήν ὁποία ἡ ἴδια εἶχε παραχωρήσει στό σύζυγό της— φθόνησε· ἐπειδή, ὅμως, ὑπῆρχε ἡ ὑπόσχεσι τοῦ Θεοῦ καί νόμισε ὅτι ὁ υἱός τῆς παλλακίδος θά εἶναι συγκληρονόμος τῆς ἐλεύθερης, εἶπε ἡ Σάρα: “Διῶξε τή θεραπαινίδα καί τόν υἱό της”(Γεν 21, 10), γιατί δέν εἶναι δίκαιο νά κληρονομῆ ὁ υἱός τῆς θεραπαινίδος μαζί μέ τόν υἱό τῆς ἐπαγγελίας, στόν ὁποῖο δηλ. δόθηκε ἡ ὑπόσχεσι ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Διότι δέν ἁρμόζει νά εἶσαι ἀντίπαλος τοῦ Θεοῦ καί νά καθιστᾶς κληρονόμο, ἐκεῖνο πού δέν τόν κατέστησε (κληρονόμο) ὁ Θεός.
2. Ὁ δέ ᾽Αβραάμ —στόν ὁποῖο ἀσκήθηκε πίεσι νά πράξη ἔτσι, διότι γι᾽ αὐτόν τόν ἴδιο καμμία διάκρισι δέν ὑπῆρχε ἀνάμεσα στούς υἱούς του— γράφθηκε: “῞Οτι μέ μεγάλη πικρία ἔβγαλε αὐτή τήν ἀπόφασι σχετικά μέ τόν υἱό του. Καί τοῦ εἶπε ὁ Θεός· ἄκουσε τή φωνή τῆς Σάρας γιά ὅλα ὅσα τυχόν ἔχει νά σοῦ πεῖ, ἐπειδή στό πρόσωπο τοῦ ᾽Ισαάκ θά κληθῆ σ᾽ ἐσένα σπέρμα, καί ἀκόμη θά κάνω τόν υἱό τῆς θεραπαινίδος ἔθνος μέγα, ἐπειδή εἶναι γόνος σου”(Γεν 21, 11-13).
3. Καί τό πρωΐ σηκώθηκε ὁ ᾽Αβραάμ κι ἔδωσε στήν ῎Αγαρ ἄρτο, ὕδωρ καί τόν υἱό καί τήν ἀπέλυσε. Καί αὐτή πῆγε καί περιπλανήθηκε μέσα στήν ἔρημο... καί ἄγγελος ἀπ᾽ τόν οὐρανό κάλεσε τήν ῎Αγαρ καί τῆς εἶπε, “Ὁ Θεός ἄκουσε τή φωνή τοῦ υἱοῦ... στερέωσε δέ τά χέρια σου πάνω του, διότι θά τόν κάνω μεγάλο ἔθνος. Καί ἄνοιξε ὁ Θεός τούς ὀφθαλμούς της καί εἶδε φρέαρ μέ νερό καί γέμισε ἀσκό κι ἔδωσε στό παιδί νά πιῆ”(Γεν 21, 17-19).
Τμῆμα ΙΘ´
“Μετά ἀπ᾽ αὐτά, εἶπε ὁ ᾽Αβιμέλεχ καί ὁ Φιχόλ, ὁ ἐπικεφαλῆς τοῦ στρατοῦ του πρός τόν ᾽Αβραάμ”(Γεν 21, 22)... ᾽Επειδή ἔβλεπε ὁ ᾽Αβιμέλεχ τό Θεό νά εἶναι μαζί του (μέ τόν ᾽Αβραάμ) καί νά τόν βοηθᾶ στούς πολέμους τῶν βασιλέων καί ἐπιπλέον νά τοῦ ὑπόσχεται τή γῆ Χαναάν, φοβήθηκε ὁ ᾽Αβιμέλεχ μήπως μετά τήν καταστροφή τῶν Χαναανιτῶν καταστρέψει καί τή γῆ του (τοῦ ᾽Αβιμέλεχ), ἀμέσως ζήτησε νά συνάψη μαζί του συνθήκη. Καί συνῆψαν συνθήκη, αὐτός μέ τόν ᾽Αβραάμ.
Τμῆμα Κ´
1. Ὁ Θεός δοκίμασε ἐκ νέου τόν ᾽Αβραάμ λέγοντάς του, “Πάρε τόν υἱό σου καί πορεύσου στήν περιοχή τῶν ᾽Αμορραίων καί νά τόν προσφέρης σάν ὁλοκαύτωμα πάνω στό λόφο πού θά σοῦ ὑποδείξω”(Γεν 22, 2). ῎Ας μή λένε (μερικοί), ὅτι ἐπειδή (ὁ ᾽Αβραάμ) θαμπώθηκε ἀπ᾽ τή λάμψι, ἀνέβαλε ἐπί τρεῖς ἡμέρες. Τό πρωΐ σηκώθηκε ὁ ᾽Αβραάμ κι ἔκοψε ξύλα καί πῆρε δύο ὑπηρέτες του καί τόν ᾽Ισαάκ καί ἀνεχώρησε. Στή Σάρα, ὅμως, δέν τό φανέρωσε, ἐπειδή ἀκόμη δέν τοῦ εἶχε δοθῆ ἡ ἐντολή νά τῆς τό ἀποκαλύψη· ἀλλά ἐκείνη τοῦ ζήτησε νά τόν συνοδεύση καί νά συμμετάσχη στή θυσία του, ὅπως ἦταν κοινωνός καί στήν ὑπόσχεσι γιά τή γέννησι τοῦ υἱοῦ της. Πάλι δέν τό ἀπεκάλυψε ὁ ᾽Αβραάμ, γιά νά μήν ξεσηκωθοῦν ἐναντίον τοῦ ἰδίου οἱ ὑπηρέτες του καί ξεσπάσουν σέ θρήνους μέσα στή σκηνή του καί συναθροίσουν τούς κατοίκους τῆς περιοχῆς καί τοῦ ἁρπάσουν τό παιδί, εἴτε τόν ἀναγκάσουν ν᾽ ἀναβάλη τήν ἡμέρα τῆς θυσίας. Διότι, ἐάν οὔτε τούς δύο (ὑπηρέτες) πού πῆρε μαζί του τούς πῆρε πάνω στό ὄρος ἀπό φόβου, πόσο μᾶλλον φοβόταν τούς πολλούς, αὐτός πού ἀπό φόβο δέν θέλησε ν᾽ ἀποκαλύψη οὔτε στούς δύο;
2. Ἐνῶ ἐκεῖνοι ἀνέβαιναν, ρώτησε ὁ ᾽Ισαάκ γιά τό θῦμα καί (ὁ ᾽Αβραάμ) προφήτευσε ἀνεβαίνοντας στό βουνό, ὅπως προφήτευσε στούς ὑπηρέτες, πού εἶχε ἀφήσει στούς πρόποδες τοῦ βουνοῦ. “᾽Αφοῦ δέ προσέδεσε τόν ᾽Ισαάκ, τόν ἔθεσε πάνω στό βωμό”(Γεν 22, 9) κι ἔβγαλε ἀπ᾽ τή θήκη τό ξίφος (καί τό ἔφερε) ἀπό πάνω του. Καί ἄγγελος Κυρίου τόν ἐμπόδισε· γιά νά μή νομίση ὁ ᾽Αβραάμ ὅτι ἀπό κάποια παράλειψι δέν ἔγινε δεκτή ἡ θυσία του, τοῦ εἶπε: “Τώρα μέ βεβαίωσες ὅτι φοβᾶσαι τό Θεό”. Διότι μέσῳ αὐτοῦ πού σοῦ εἶναι ὁ προσφιλέστατος πάντων, ἔγινε γνωστή ἡ ἀγάπη σου πρός τόν Κύριο τῶν πάντων. ῾Ο Ἀβραάμ, λοιπόν, διακρίθηκε γιά δύο πράγματα, γιά τό φόνο τοῦ υἱοῦ, πού, σημειωτέον, δέν τόν φονεύει (τελικά), καί γιά τήν πίστι ὅτι μετά τό θάνατό του ἐκεῖνος θ᾽ ἀναστηθῆ καί θά κατέλθη μαζί του. Διότι βέβαιο ἦταν σ᾽ αὐτόν καί ὅτι δέν ψεύδεται ᾽Εκεῖνος πού εἶχε πεῖ, “᾽Εν ᾽Ισαάκ κληθήσεταί σοι σπέρμα” (᾽Απ᾽ τόν ᾽Ισαάκ θά ὀνομασθοῦν οἱ ἀπόγονοί σου).
3. “Εἶδε δέ ὁ ᾽Αβραάμ τό κριάρι δεμένο στό δένδρο, τό ὁποῖο τό πῆρε καί τό προσέφερε σάν ὁλοκαύτωμα στή θέσι τοῦ υἱοῦ του”(Γεν 22, 13). ῞Οτι δέ δέν εἶχε ὑπάρξει ἐκεῖ (προηγουμένως) κριάρι, εἶναι μάρτυρας ὁ ᾽Ισαάκ μέ τό νά ρωτᾶ περί ἀμνοῦ· τό ὅτι δέ οὔτε καί δένδρο (προηγουμένως) ὑπῆρξε ἐκεῖ, βεβαιώνεται ἀσφαλῶς ἀπ᾽ τά ξύλα πάνω στούς ὤμους τοῦ ᾽Ισαάκ. Τό ὄρος βλάστησε δένδρο καί τό δένδρο κριάρι· γιά νά εἰκονίζεται μέ τόν Κριό, πού κρεμόταν ἀπ᾽ τό δένδρο κι ἔγινε πρός θυσία ἀντί τοῦ υἱοῦ τοῦ ᾽Αβραάμ, ἡ ἡμέρα ᾽Εκείνου, ὁ ὁποῖος —ὅπως ὁ κριός— κρεμάσθηκε ἀπ᾽ τό ξύλο, καί ἐπρόκειτο νά γευθῆ θάνατο ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου. Καί τοῦ εἶπε γιά δεύτερη φορά (ὁ ἄγγελος): “Ὁρκίσθηκα στόν ἑαυτό μου, λέει ὁ Θεός, ὅτι θά πληθύνω τό σπέρμα σου... καί θά εὐλογηθοῦν ἐν τῷ σπέρματί σου, τό ὁποῖο εἶναι ὁ Χριστός, ὅλα τά ἔθνη τῆς γῆς”.
Τμῆμα ΚΑ´
1. Μετά ἀπ᾽ αὐτά πέθανε ἡ Σάρα στή Χεβρών, σέ ἡλικία ἑκατόν εἴκοσι ἑπτά ἐτῶν καί τήν ἐνταφίασε ὁ ᾽Αβραάμ σέ σπήλαιο, τό ὁποῖο εἶχε ἀγοράσει ἀπ᾽ τούς υἱούς Χέθ (Γεν 23).
2. Καί μετά τρία ἔτη εἶπε ὁ ᾽Αβραάμ στόν πρεσβύτερο δοῦλο του, “Βάλε τό χέρι σου κάτω ἀπ᾽ τό μηρό μου καί θά σέ δεσμεύσω μέ ὅρκο, νά μή διαλέξης γιά τόν υἱό μου σύζυγο ἀπ᾽ τίς θυγατέρες τῶν Χαναναίων”(Γεν 24, 2-3). ᾽Εξαιτίας δέ τῆς συνθήκης τῆς περιτομῆς τόν δέσμευσε μέ ὅρκο· διότι καί, ἐπειδή ὁ Θεός εἶχε δεῖ ὅτι τό μέλος αὐτό (τοῦ σώματος) εἶχε διαφθείρει καί τούς δύο ἀρχηγέτες τῆς ἀνθρωπότητος (τόν ᾽Αδάμ καί τήν Εὔα), ἔθεσε πάνω σ᾽ αὐτό νά εἶναι σημεῖο συνθήκης, γιά νά τιμᾶται περισσότερο ἀπ᾽ ὅλα τά μέλη, ὅ,τι κατεφρονεῖτο περισσότερο ἀπ᾽ ὅλα τά μέλη.
Διότι τό σημεῖο τῆς συνθήκης, τό τεθέν σ᾽ αὐτό τό μέλος, τόσο μεγάλη τιμή προσφέρει σ᾽ αὐτό τό μέλος, ὥστε σ᾽ ἐκεῖνο νά ὁρκίζωνται ὅσοι δίνουν ὅρκο, καί σ᾽ ἐκεῖνο νά κάνουν τούς ἄλλους νά ὁρκίζωνται, ὅσοι ἀπαιτοῦν (ἀπ᾽ τούς ἄλλους) ὅρκο.
3. Ὁρκίσθηκε δέ ὁ ὑπηρέτης στόν κύριό του καί ξεκίνησε νά φύγη μέ ὅλα τά καλά καί ξαπόστασε κοντά στό φρέαρ καί προσευχήθηκε καί ζήτησε ἀπ᾽ τό Θεό σημεῖο. ᾽Αλλά, ἄν καί χαιρόταν γιά τό δοθέν σημεῖο, ἔκρινε σκόπιμο νά δῆ ποιό ἀπ᾽ τά δύο συνέβαινε, ἦταν ἤ ὄχι ἐκείνη ἀπ᾽ τήν ἴδια γενεά τοῦ ᾽Αβραάμ;
Μόλις δέ ἄκουσε ὅτι ἐκείνη ἦταν κόρη τῆς Βαθουέλ, υἱοῦ τοῦ Ναχώρ, εὐχαρίστησε τό Θεό καί μπῆκε καί ἀναπαύθηκε στό σπίτι τους.
4. Ἀφοῦ δέ εἶχε διηγηθῆ τόν ὅρκο, μέ τόν ὁποῖο τόν δέσμευσε ὁ ἀφέντης του καί μέ ποιό τρόπο ἐκπληρώθηκε πράγματι ἡ προσευχή, πού ἔκανε κοντά τό φρέαρ, τοῦ εἶπαν ὁ Βαθουέλ καί ὁ Λάβαν, “Ὁ δικός σου λόγος καί ἐκεῖνος τοῦ κυρίου σου ἐξῆλθε ἀπ᾽ τόν Κύριο... ᾽Ιδού ἡ Ρεβέκκα (Rapqa) μπροστά σου εἶναι, πάρε την καί πήγαινε”(Γεν 24, 50-51). Κάλεσαν δέ τήν κόρη, γιά νά μάθουν ἀπ᾽ αὐτή (τή θέλησί της), κι ἐπειδή δέν εἶχε ἀκούσει γιά τόν ὅρκο, μέ τόν ὁποῖο ὁ ᾽Αβραάμ τόν (δοῦλο) εἶχε δεσμεύσει, καί γιά τήν προσευχή, τήν ὁποία ἔκανε κοντά στό φρέαρ ὁ ὑπηρέτης, καί γιά τό σημεῖο πού ζήτησε καί τοῦ δόθηκε, φοβήθηκε νά πῆ “Δέν θά πάω”, ἐπειδή γνώριζε ὅτι ἡ θέλησι τοῦ Θεοῦ εἶναι νά πάη.
Πορεύθηκε κι ἔφθασε στόν ᾽Ισαάκ καί ἀπ᾽ τή χαρά (πού τοῦ προξενήθηκε) ἀπ᾽ τόν ἐρχομό τῆς Ρεβέκκας, παρηγορήθηκε ὁ ᾽Ισαάκ ἀπ᾽ τό πένθος γιά τό θάνατο τῆς μητέρας του (Γεν 24, 67), τό ὁποῖο (πένθος) τό κράτησε ἐπί τρία ἔτη.
Τμῆμα ΚΒ´
1. Ἐπειδή, ὅμως, δέν εἶχε δοθῆ κανένας νόμος περί παρθενίας καί ἀφιερώσεως, γιά νά μή δημιουργῆ ποτέ κηλίδα μέσα στήν ψυχή τοῦ δικαίου ἡ ἔνοχη ἐπιθυμία, κι ἐπειδή τοῦ εἰπώθηκε, “᾽Από ἐσένα θά ἐξέλθουν βασιλεῖς ἐθνῶν”(Γεν 17, 6)· καί ἐπειδή ὁ Θεός εἶπε περί ἐκείνου, “᾽Εγώ γνωρίζω τόν ᾽Αβραάμ, ἐπειδή θά παραινέση τούς υἱούς του καί τούς υἱούς τῶν υἱῶν του, νά τηροῦν τίς ἐντολές μου”(Γεν 18, 19), γι᾽ αὐτό προσέλαβε γιά τόν ἑαυτό του παλλακίδα, μετά τό θάνατο τῆς Σάρας ἔτσι, ὥστε μέ τήν πιστότητα τῶν πολλῶν του υἱῶν, πού εἶχαν διασπαρῆ σέ ὁλόκληρη τή γῆ, νά ἐξαπλώνεται ἡ γνῶσι τοῦ ἑνός Θεοῦ καί ἡ λατρεία Του. ᾽Εκεῖνος, λοιπόν, ἀπέκτησε υἱούς ἀπ᾽ τή Χεττούρα (Γεν 25, 1-4) καί τούς ἔστειλε μέ δῶρα στήν ἀνατολή. Καί πέθανε (ὁ ᾽Αβραάμ) σέ ἡλικία ἑκατόν ἑβδομῆντα πέντε ἐτῶν καί ἐνταφιάσθηκε δίπλα στή Σάρα, τή σύζυγό του (Γεν 25, 7, 9-10).
Τμῆμα ΚΓ´
1. “Καί ὁ Θεός εὐλόγησε τόν ᾽Ισαάκ”(Γεν 25, 11). “Καί ἱκέτευσε ὁ ᾽Ισαάκ τόν Κύριο ὑπέρ τῆς Ρεβέκκας, διότι αὐτή ἦταν στεῖρα”(Γεν 25, 21). Καί μετά εἴκοσι ἔτη “ὁ Θεός εἰσήκουσε αὐτόν καί ἡ Ρεβέκκα συνέλαβε καί οἱ υἱοί της μέσα στή μήτρα τηςσυνεστάλησαν· καί πῆγε ἡ Ρεβέκκα νά συμβουλευθῆ τόν Κύριο καί τῆς εἰπώθηκε, δύο λαοί εἶναι στή μήτρα σου”(Γεν 25, 23). Εἶναι δέ οἱ λαοί τῶν ᾽Ιδουμαίων καί τῶν Ἑβραίων. ῎Αραγε σέ ποιόν πῆγε γιά νά τόν συμβουλευθῆ; Τό εἴπαμε παραπάνω, πραγματευόμενοι περί τοῦ Μελχισεδέκ· πρός τό Μελχισεδέκ πορευόταν γιά συμβουλή. ᾽Αμέσως, ὅμως, ἐπέστρεψε ἐξαιτίας τῶν πόνων πού τήν ἔπιασαν καί γέννησε τόν ᾽Ησαῦ καί τόν ᾽Ιακώβ.
2. Καί εἶδε ὁ ᾽Ιακώβ ὅτι ὁ πρωτότοκος ᾽Ησαῦ καταφρονεῖ τό δικαίωμα τῆς πρωτοτοκίας κι ἔδειξε φιλότιμη ἐπιμέλεια νά τοῦ τό πάρη, πιστεύοντας στό Θεό, ὁ ὁποῖος εἶχε πεῖ: “Ὁ μεγαλύτερος θά ὑπηρετήση τό μικρότερο”. Καί ἔψησε ὁ ᾽Ιακώβ φακές καί ἦλθε καταπονημένος ἀπ᾽ τό κυνήγι ὁ ᾽Ησαῦ καί εἶπε στόν ᾽Ιακώβ, “Δός μου νά γευθῶ, ἀπ᾽ τό κόκκινο”(Γεν 25, 30), τοῦτο τό κόκκινο, δηλ. Δός μου νά δοκιμάσω ἀπ᾽ τίς φακές σου μία φακή. Καί τοῦ ἀπάντησε ὁ ᾽Ιακώβ, “Δός μου τά πρωτοτόκιά σου καί πάρε ὅλη τή φακή πρός εὐχαρίστησί σου”. “Καί τοῦ ὁρκίσθηκε ὁ ᾽Ησαῦ καί (τοῦ) πούλησε τά πρωτοτόκιά του. Καί τοῦ ἔδωσε ὁ ᾽Ιακώβ καί ἔφαγε”(Γεν 25, 31). Καί γιά νά δείξη ἡ Γραφή ὅτι ὄχι ἐξαιτίας πείνας εἶχε πωλήσει ὁ ᾽Ησαῦ τά πρωτοτόκιά του, εἶπε, “᾽Αφοῦ ἔφαγε ὁ ᾽Ησαῦ, σηκώθηκε κι ἔφυγε καταφρονώντας τά πρωτοτόκια”. Κάθε ἄλλο, λοιπόν, παρά ἐξαιτίας πείνας τά εἶχε πωλήσει, ἐπειδή αὐτός τά θεωροῦσε εὐτελῆ, σάν τιποτένια, πράγματι μέ ἀντίτιμο τιποτένιο πρᾶγμα τά πούλησε.
Τμῆμα ΚΔ´
“῎Επεσε στή γῆ λιμός... καί ὁ ᾽Ισαάκ τήν ἴδια ἐκείνη χρονιά ἔσπειρε καί θέρισε ἑκατονταπλάσια”(Γεν 26, 1, 12).
᾽Επειδή δέ ὁ βασιλιάς ᾽Αβιμέλεχ φοβήθηκε τόν ἐξόριστο, ἦλθε πρός αὐτόν μαζί μέ τόν Φιχόλ, τόν ἀρχιστράτηγό του, καί τοῦ εἶπε, “Εἴδαμε ὅτι ὁ Κύριος εἶναι μέ τό μέρος σου, καθώς ἦταν μαζί μέ τόν πατέρα σου, ἀπ᾽ τό ὅτι θερίζεις ἑκατονταπλάσια καί ἀπό πολλά ἄλλα σημεῖα, καί εἴπαμε, ἄς συνάψουμε συνθήκη μαζί σου, γιά νά μή μᾶς κάνης κακό, ὅταν θά πληθυνθῆτε, ὅπως δέν σέ βλάψαμε, ὅταν ἤσαστε (ἀριθμητικῶς) λίγοι. Καί ἔδωσαν ὅρκο ἀμοιβαίως καί ἀπεχώρησαν εἰρηνικά”(Γεν 26, 28-31).
Τμῆμα ΚΕ´
1. ῞Οταν γέρασε ὁ ᾽Ισαάκ, ἀμβλύνθηκε ἡ ὅρασί του, καί εἶπε στόν ᾽Ησαῦ, “Θήρευσε κυνήγι καί φτιάξε μου φαγητό· καί ἄς φάω καί ἄς σέ εὐλογήση ἡ ψυχή μου προτοῦ πεθάνω”(Γεν 27, 1, 3-4). Καί πῆγε ὁ ᾽Ησαῦ νά θηρεύση κυνήγι. Ἡ δέ Ρεβέκκα πού τό εἶχε ἀκούσει, σκεπτόμενη μήπως τά πρωτοτόκια τοῦ ᾽Ησαῦ ἀκυρώσουν τό λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε πεῖ: “Ὁ πρεσβύτερος θά ὑπηρετήση τό νεότερο”, παρακίνησε τόν ᾽Ιακώβ, ἀλλ᾽ ἐκεῖνος δέν συγκατατέθηκε, φοβούμενος μήπως ἀντί τῶν εὐλογιῶν λάβει κατάρες.
2. Ἐπειδή, ὅμως, ἡ Ρεβέκκα εἶχε λάβει ἐναντίον της τίς κατάρες, δέχθηκε ὁ ᾽Ιακώβ καί προσέφερε τό κυνήγι στόν πατέρα του, καί τοῦ εἶπε ὁ πατέρας του: “Ποιός εἶσαι σύ;”, καί εἶπε: “᾽Εγώ εἶμαι ὁ ᾽Ησαῦ· ἔκανα ὅπως μοῦ εἶπες. Ὁ ᾽Ισαάκ, ὅμως, ἀμφέβαλλε λόγῳ τῆς φωνῆς, ἐπειδή φοβόταν μήπως τυχόν καί τίς εὐχές του, ὅπως τά πρωτοτόκια, απομακρύνει ἀπ᾽ αὐτόν”. Τοῦ εἶπε: “Πλησίασε, ἔλα, νά σέ ψηλαφήσω”(Γεν 27, 21). Κι ἐπειδή ἡ φωνή θεωρήθηκε ψευδής, εἰλικρινής, ὅμως, ἐξαιτίας τῆς ἀπάτης ὡς πρός τήν ψηλάφησι τῶν χειρῶν, εὐλογήθηκε ὁ ᾽Ιακώβ καί ἔφυγε. Ἦλθε ὁ ᾽Ησαῦ καί ἔψησε ἔδεσμα καί κάλεσε τόν πατέρα του. Θαύμασε δέ ὁ ᾽Ισαάκ, διαπιστώνοντας πῶς ἀπό ἄλλον μέ τό ὄνομα τοῦ ᾽Ησαῦ, ἐξαντλήθηκε ὁ θησαυρός τῶν εὐλογιῶν του· “Ποιός ἄραγε εἶναι ἐκεῖνος, λέει, πού θήρευσε κυνήγι καί μοῦ προσέφερε καί τόν εὐλόγησα καί θά εἶναι εὐλογημένος;”(Γεν 27, 33). Διότι ὁ ᾽Ισαάκ δέν μπόρεσε νά μετατρέψη τίς εὐλογίες του, πρῶτον, ἐπειδή γνώρισε ὅτι ἐκπληρώθηκε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶχε εἰπωθῆ στή Ρεβέκκα· καί δεύτερον, ἐπειδή εἶχε πεῖ στόν ᾽Ιακώβ, “ὅσοι σέ καταράσθηκαν νά εἶναι καταραμένοι”, φοβήθηκε νά τόν καταρασθῆ, γιά νά μή τυχόν μέ τίς δικές του κατάρες δέν βλαφθῆ ὁ ᾽Ιακώβ, ὁ ὁποῖος εὐλογήθηκε, ἀλλά οἱ κατάρες τῶν χειλέων του στραφοῦν κατά τοῦ ἴδιου του τοῦ ἑαυτοῦ.
3. “Ὁ δέ ᾽Ησαῦ βρυχήθηκε μέ μεγάλο βρυχηθμό”, τοῦτο δέ ὄχι ἐπειδή στερήθηκε τίς πνευματικές εὐλογίες, ἀλλά γιατί στερήθηκε τά ἀγαθά γεννήματα τῆς εὐλογημένης γῆς. Οὔτε ὀργίσθηκε ἔτσι ἐπειδή ἐφεξῆς δέν μποροῦσε νά δικαιωθῆ, ἀλλ᾽ ἐπειδή δέν μποροῦσε νά ὑποτάξη τούς ἀδελφούς του· οὔτε ὑπῆρξε (τέτοιος) ἐπειδή δέν θά κληρονομοῦσε αἰώνια ζωή, ἀλλ᾽ ἐπειδή ἡ γῆ τῶν Χαναναίων δέν ἐπρόκειτο νά εἶναι μελλοντική (δική) του μερίδα.
Καί μίσησε ὁ ᾽Ησαῦ τόν ἀδελφό του καί σχεδίαζε νά τόν φονεύση· καί ἔπεισε ἡ Ρεβέκκα τόν ᾽Ιακώβ ν᾽ ἀναχωρήση γιά τόν οἶκο τοῦ Λάβαν, γιά νά μήν τυχόν ἀλληλοφονευθοῦν μέ τίς μεταξύ τους  διαμάχες καί στερηθῆ ἡ ἴδια καί τούς δύο ταυτόχρονα.
Τμῆμα ΚΣΤ´
1. “Εἶπε δέ ἡ Ρεβέκκα στόν ᾽Ισαάκ... καί ὁ ἴδιος εὐλόγησε τόν ᾽Ιακώβ καί τόν ἔστειλε σέ ἀναζήτησι συζύγου στή Χαρράν”(Γεν 27, 46). ῎Εδυσε δέ ὁ ἥλιος καί ὁ ᾽Ιακώβ διανυκτέρευσε ἐκεῖ· καί ἀντί γιά τά προσκεφάλια, πού τοῦ στρώνονταν στή σκηνή τῆς μητέρας του, τοποθέτησε σάν προσκεφάλι ἕνα λίθο, ἀναστενάζοντας “καί κοιμήθηκε καί εἶδε στόν ὕπνο του μία κλίμακα στηριζόμενη στή γῆ καί ἡ κορυφή της ἄγγιζε τόν οὐρανό καί ἀγγέλους νά κατεβαίνουν καί ν᾽ ἀνεβαίνουν δι᾽ αὐτῆς, καί τόν Κύριο νά στέκεται στό πάνω μέρος της”(Γεν 28, 12-13). Τήν κλίμακα δέ πού εἶδε, τήν εἶδε γιά τήν ἄνοδο καί κάθοδο τῶν ἀγγέλων. Πάλι ὁ Κύριος μέ ἀγγέλους, πού κατέβαιναν πρός αὐτόν καί ἀνέβαιναν στή διάρκεια τοῦ ὕπνου του, τοῦ ἔδειξε φανερά πόση μέριμνα ἔχει γι᾽ αὐτόν, ὁ ὁποῖος Κύριος ὄχι μόνο ἀγρυπνοῦσε, ὅταν καί αὐτός ἀγρυπνοῦσε, διότι καί στόν ὕπνο του ἄγγελοι οἱ ὁποῖοι προΐσταντο αὐτοῦ, ἀνεβαίνουν καί κατεβαίνουν πρός φύλαξί του. Διότι ὁ Θεός τοῦ ἔδειξε φανερά, διά τῆς ὁράσεως τῆς κλίμακος, ποιά κρυφή γι᾽ αὐτόν μέριμνα ἔχει. Διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος στόν ὕπνο του νόμιζε ὅτι κοιμᾶται σέ περιοχή ἀπομακρυσμένη ἀπ᾽ τό Θεό, ὅταν σηκώθηκε καί εἶδε πόση ἦταν ἡ μέριμνά του μέσα στήν ἔρημο, εἶπε, “Σάν νά κοιμόμουν μέσα στόν οἶκο τοῦ Θεοῦ καί σάν νά εἶχα κατακλιθῆ μπροστά στήν πύλη τοῦ οὐρανοῦ”.
2. Καί γιά νά δείξη ὁ Θεός, ὅτι πρός ὑπηρέτησί του ἐκεῖνοι κατέβαιναν καί ἀνέβαιναν, τοῦ εἶπε, “᾽Ιδού, ἐγώ εἶμαι μαζί σου, γιά νά σέ φυλάω, ὅπου κι ἄν πορευθῆς· καί θά σέ ἐπαναφέρω σ᾽ αὐτή τή γῆ, οὔτε θά σέ ἀπολύσω προτοῦ ἐκπληρώσω ὅ,τι σοῦ εἶπα”. Καί εἶπε ὁ ᾽Ιακώβ, “᾽Αλήθεια, ὁ Κύριος εἶναι σ᾽ αὐτή τήν περιοχή, ὁ ὁποῖος μέ φυλᾶ κι ἐγώ τό ἀγνοοῦσα”(Γεν 28, 16). Τό λάδι δέ πού ἔχυσε πάνω στό λίθο, εἴτε τό εἶχε μαζί του εἴτε τό εἶχε φέρει ἀπ᾽ τήν ἴδια τήν πόλι. Μέ τό λάδι δέ, πού ἔχυσε πάνω στήν πέτρα, ἐξεικόνιζε τό σύμβολο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ὑποσκιάσθηκε μ᾽ ἐκεῖνον τόν ᾽Ιακώβ.
3. “Καί ὀνόμασε τήν περιοχή Μπέθ-῎Ελ, δηλ. Οἶκος Θεοῦ, ὅπως προηγουμένως τήν εἶχε ὀνομάσει. Καί ἔκανε μία εὐχή πάνω στήν πέτρα, διότι, ἄν ὁ Θεός ἦταν μαζί μου καί μοῦ ἔδωσε ἄρτο καί σκέπασμα, αὐτή ἡ πέτρα θά εἶναι γιά μένα οἶκος Θεοῦ καί γιά ὅσα μοῦ ἔδωσες, θά σοῦ δώσω δεκάτες”(Γεν 28, 19-22). Καί πάλι μέ τήν πέτρα ἐσημαίνετο τό μυστήριο τῆς ᾽Εκκλησίας, διά τῆς ὁποίας θά ἔρχονταν εὐχές καί προσφορές ὅλων τῶν ἐθνῶν.
Τμῆμα ΚΖ´
“Αποχώρησε δέ ὁ ᾽Ιακώβ”(Γεν 29, 1) καί παρεξέκλινε πρός τό φρέαρ καί εἶδε τή Ραχήλ νά βόσκη τά ζῶα, ἡ ὁποία μέ τά γυμνά της πόδια, τήν αὐστηρή της ἀμφίεσι καί τήν ἡλιοκαμμένη ὄψι δέν διέφερε ἀπό δαυλό μαυρισμένο πού μόλις βγῆκε ἀπ᾽ τή φωτιά. Γνώρισε (ὁ ᾽Ιακώβ) ὅτι ᾽Εκεῖνος (ὁ Θεός), αὐτός δηλ. πού προετοίμασε τή Ρεβέκκα ὡραῖα κοντά στήν πηγή, ὁ ἴδιος προετοίμασε τή Ραχήλ μέ αὐστηρή σεμνότητα κοντά στό φρέαρ.
᾽Ενώπιόν του κάτι τό μεγάλο ἔκανε αὐτή, ἡ ὁποία δηλ. διά τοῦ Υἱοῦ, ὁ ὁποῖος βρισκόταν μέσα της, ἀνεκύλησε λίθο, πού πολλοί μέ δυσκολία θά μποροῦσαν νά ὑποκινήσουν. Καί ἀφοῦ ἔδωσε στό Θεό ὑπόσχεσι γι᾽ αὐτή ἐξαιτίας τοῦ θαύματος, τότε πάλι τήν ἐγγυήθηκε στόν ἑαυτό του, διά φιλήματος.
2. “Γι᾽ αὐτή δέ ὁ ᾽Ιακώβ μόχθησε ἐπί ἑπτά ἔτη”(Γεν 29, 20) καί μόλις συμπληρώθηκαν οἱ ἡμέρες τόν ἐξαπάτησε ὁ Λάβαν καί τοῦ εἰσήγαγε ἀντί τῆς Ραχήλ τή Λεία. Ὁ Λάβαν —ἄν καί ἐξαιτίας τῆς ἀσχήμιας τῆς Λείας μᾶλλον, παρά γιά τά ἑπτά ἔτη τῆς ἐγγυήσεως γιά τή Ραχήλ κανείς δέν θά τήν νυμφευόταν, τήν ἀρραβώνιασε— τοῦτο δολίως τό ἔπραξε, ἀλλά, ἐπιπλέον, ἐπειδή εἶχε δεῖ πόσο εὐλογήθηκαν τά κτήνη του στή διάρκεια τῶν ἑπτά ἐτῶν, κατά τά ὁποῖα ὁ ᾽Ιακώβ (τά ἔβοσκε)· καί μελέτησε (ὁ Λάβαν) νά ὑπηρετήση ἐκεῖνος (ὁ ᾽Ιακώβ) ὡς ποιμένας αὐτόν ἐκ νέου ἔτσι, ὥστε μέ ἄλλη ἑπταετία, κατά τή διάρκεια τῆς ὁποίας θά χρησιμοποιοῦσε αὐτόν ἐξαιτίας τῆς Λείας, διπλασιάσει τά κτήνη ὁ ἴδιος, ὁ ὁποῖος τά εἶχε ἀποκτήσει κατά τά ἑπτά προηγούμενα χρόνια.
3. ῎Ελαβε δέ ὡς πρόσχημα τούς κατοίκους τοῦ τόπου καί εἶπε, “Δέν γίνεται ἔτσι στήν περιοχή μας, νά δίνουμε τή νεότερη (κόρη) πρίν τή μεγαλύτερη”. Καί τότε τοῦ πρότεινε ὅ,τι εἶχε ἀποφασίσει, καί τοῦ εἶπε, “Τελείωσε τό συμπόσιο αὐτῆς καί θά σοῦ δώσω καί τή Ραχήλ ἔναντι τῆς ἐργασίας, τήν ὁποία θά κάνης γιά μένα ἄλλα ἑπτά χρόνια”(Γεν 29, 27). Ὁ Λάβαν συγκέντρωσε γύρω του τούς γεωργούς τῆς περιοχῆς καί αὐτοί τόν ἔπεισαν (τόν ᾽Ιακώβ)· καί, ἐπειδή ἔμενε ἡ Λεία στόν οἶκο τοῦ εἰδωλολάτρη Λάβαν, γιά νά μήν ἀσπασθῆ τότε τήν εἰδωλολατρία τό σπέρμα τοῦ δικαίου καί γιά νά μήν ἁρπάση τή Ραχήλ γιά σύζυγό του, διότι αὐτή ἔχουν μόνο ὑποσχεθῆ στόν ἄνδρα ὡς σύζυγό του, ἔλαβε τή μία, γιά νά μή φέρεται ἄπιστα κατ᾽ αὐτῆς, καί τήν ἄλλη γιά νά μήν ἁμαρτάνη κατ᾽ αὐτῆς καί κατά τοῦ ἀπογόνου της. ῎Αν, ὅμως, ὁ Λάβαν δέν τοῦ εἶχε ἀρνηθῆ τή Ραχήλ καί ἄν τοῦ εἶχε πεῖ, “᾽Εργάζου μαζί μου ἑπτά ἔτη γιά τή Λεία”, οὔτε γιά ἑπτά μέρες δέν θά εἶχε συγκατατεθῆ νά ἐργάζεται γιά ἐκείνη, καί ὄχι γιά τό λόγο ὅτι ἡ Λεία ἦταν ἄσχημη, ἀλλά ἐπειδή ἀποστρεφόταν νά νυμφευθῆ δύο γυναῖκες.

Το έργο θα δημοσιευθεί εξ ολοκλήρου στην ιστοσελίδα
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική, περιληπτική, κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του κειμένου για εμπορικούς ή κερδοσκοπικούς σκοπούς. Τα δικαιώματα αυτά ανήκουν εξ ολοκλήρου στον συγγραφέα κ.Χρίστο Βασιλειάδη.
 Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
26  ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ  2011 


Read more:http://www.egolpion.net/efraim_genesis_15.el.aspx#ixzz2kmYa7xm4