Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018

Άνθρωπος και κόσμος στη θεολογία του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ



Η σχέση τού ανθρώπου με την υπόλοιπη κτίση, έχει σωτηριολογικές και οντολογικές συνέπειες




    1. Εισαγωγή: Η ζωή τού αγίου Μαξίμου

    2. Η κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου

    3. Η σχέση μεταξύ ανθρώπου και κτίσεως

    4. Η Χριστολογική κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου

    5. Η σημασία τής ενσάρκωσης τού Λόγου

    6. Η Εκκλησιολογική κοσμολογία τού Μαξίμου

    7. Συμπεράσματα



1. Εισαγωγή: Η ζωή τού αγίου Μαξίμου

Με πολλή χαρά συμμετέχω στη σειρά τών ομιλιών που διοργανώνει το Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνώντού Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Σ' αυτή τη σειρά η οποία παρουσιάζει πραγματικά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι μόνο για τη σπουδή τής Βυζαντινής Ιστορίας και τού Πολιτισμού, αλλά και για τη σημασία τού πολιτισμού αυτού για τον σύγχρονο κόσμο.

Σε μια εποχή έξαρσης τής οικολογικής κρίσεως, όπως είναι η σημερινή, είναι εύλογο να διερωτηθούμε, ιδιαίτερα εμείς οι Ορθόδοξοι, τι έχει να μας διδάξει η παράδοσή μας, όπως αυτή διαμορφώθηκε μάλιστα από τους πατέρες τής Εκκλησίας μας, για τη σχέση τού ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον. Έτσι, η μελέτη και τής Βυζαντινής περιόδου τής ιστορίας μας, παύει να είναι θέμα περιέργειας ή συσσώρευσης γνώσεων και αποκτά ιδιαίτερη υπαρξιακή σημασία.

Το Βυζάντιο δεν είναι για εμάς τους Ορθοδόξους Έλληνες, άσχετο με τη σημερινή ζωή μας. Το κουβαλάμε διαχρονικά μέσα μας, δια μέσου τής Εκκλησίας, τών αγίων και τών εικόνων της, τής λατρείας της, και μάλιστα τής Θείας Λειτουργίας, τού Μοναχισμού και τού ασκητικού του ήθους. Με όλα αυτά το Βυζάντιο είναι για εμάς μέρος τής ταυτότητάς μας, όσο και αν τα Δυτικά ρεύματα εισέβαλαν ορμητικά τα παλαιότερα χρόνια, δημιουργώντας στους Νεοέλληνες βαθύ συνειδησιακό και πολιτισμικό διχασμό, από τον οποίο υποφέρουμε και θα υποφέρουμε ακόμη για πολύ.

Μεταξύ εκείνων που επέδρασαν βαθύτατα στη διαμόρφωση τής Θεολογικής αλλά και τής φιλοσοφικής σκέψεως στη Βυζαντινή περίοδο, διακρίνεται ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Γεννημένος περί το 580 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, σε μια οικογένεια μεγάλης επιρροής στην αυτοκρατορική αυλή, είχε την ευκαιρία να επιδοθεί σε ευρύτατες σπουδές, ιδιαίτερα φιλοσοφία και τη ρητορική, μέχρις ότου ο αυτοκράτορας Ηράκλειος τον προσέλαβε στην αυλή του ως ένα είδος προσωπικού Γραμματέως τού κράτους. Χωρίς να διαρρήξει τους δεσμούς του με την αυτοκρατορική αυλή, εγκατέλειψε την επίζηλη αυτή θέση του, και έγινε μοναχός. Το 614 κείρεται μοναχός στη μονή Φιλιππικού στη Χρυσούπολη, (ένα προάστειο τής Κωνσταντινούπολης), και το επόμενο έτος τον βρίσκουμε στη μονή τού Αγίου Γεωργίου στην Κύζικο.

Μετά την Περσική εισβολή στη Μικρά Ασία περί το 630, τον βρίσκουμε στη μονή τού Ευκρατά στην Καρθαγένη, όπου συνδέεται με τον ηγούμενό της άγιο Σοφρώνιο, πριν ο τελευταίος γίνει Πατριάρχης Ιεροσολύμων το 634. Η επίδραση που άσκησε ο Σοφρώνιος στη Θεολογική σκέψη τού Μαξίμου, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη Χριστολογία, υπήρξε καταλυτική.

Την εποχή εκείνη, η Εκκλησία κινδύνευε να διαιρεθεί από μια έντονη θεολογική διαμάχη, γύρω από το ερώτημα εάν στο πρόσωπο τού Χριστού, στο οποίο κατά το δόγμα τής 4ης Οικουμενικής Συνόδου το 751 μ.Χ. είχαν ενωθεί ασυγχύτως και αδιαιρέτως δύο φύσεις, η Θεία και η ανθρώπινη, υπήρχαν δύο ενέργειες και δύο θελήσεις, ή μία ενέργεια και μία θέληση.

Ο Σοφρώνιος ήταν υπέρμαχος τών δύο ενεργειών και δύο θελήσεων, και ο Μάξιμος ακολούθησε και ανέπτυξε σε βάθος, και υποστήριξε με πάθος την ίδια θέση. Αυτό τον έφερε σε οξεία σύγκρουση με την αυτοκρατορική πολιτική, η οποία στην προσπάθειά της να βρει κάποιον συμβιβασμό, ώστε να αποφευχθεί το κοινωνικό ρήγμα στην αυτοκρατορία, με διάφορα διατάγματα που εξέδιδε, έκλινε μάλλον προς την πλευρά τών Μονοφυσιτών. Έτσι, μετά από περιπέτειες τών οποίων η εξιστόρηση παραλείπεται στην ομιλία αυτή, ο Μάξιμος καταδικάζεται το 662 από Μονοθελητική σύνοδο τής Κωνσταντινουπόλεως, και μετά από ποινή που προέβλεπε το κόψιμο τής γλώσσας και τού δεξιού χεριού, εστάλη εξόριστος στη Λαζική, όπου και απέθανε στις 13 Αυγούστου τού ιδίου έτους. Η θεολογία του όμως, δεν άργησε να δικαιωθεί, όταν το 680 - 681, η ΣΤ΄ Οικουμενική σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη, επικύρωσε δογματικά πλήρως τη θεολογία του.

Η σύντομη αυτή ιστορική εισαγωγή, κρίθηκε απαραίτητη για όσους ίσως δεν είναι εξοικειωμένοι με τη βιογραφία τής μεγάλης αυτής Θεολογικής και φιλοσοφικής μορφής που μας απασχολεί σ' αυτή την ομιλία μας. Σκοπός μας είναι σήμερα να δείξουμε πώς οι θέσεις τού μεγάλου αυτού θεολόγου τής Εκκλησίας μας, και μάλιστα αυτές που αφορούν στη Χριστολογία, (και στις οποίες επέμεινε μέχρι μαρτυρίου), συνδέονται με τη σχέση τού ανθρώπου προς το φυσικό περιβάλλον. Γιατί όσο κι αν μας φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο, η αποδοχή ή όχι τής Χριστολογίας για την οποία αγωνίσθηκε ο Μάξιμος, επηρεάζει άμεσα και αποφασιστικά, (όπως θα δούμε), την αντίληψή μας για τη θέση τού ανθρώπου μέσα στη φύση. Ναι, η θεολογία έχει πράγματι βαθύτατη σχέση με την Οικολογία.



2. Η κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου

Ας δούμε πρώτα την κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου. Για τον άγιο Μάξιμο (όπως και για όλους τους πατέρες τής Εκκλησίας), ο κόσμος είναι δημιουργία τού Θεού. Δεν είναι ούτε αυθύπαρκτος, ούτε αυτονόητος, ούτε από τη φύση του αιώνιος, όπως τον αντιλαμβάνονταν οι αρχαίοι Έλληνες. Ο κόσμος προέκυψε ως αποτέλεσμα τής αγάπης τού Θεού, ο Οποίος θέλησε να υπάρχει κάτι και έξω από τον εαυτό Του. Μεταξύ τού Θεού και τού κόσμου, υπάρχει χάσμα οντολογικό. Η φύση τού Θεού και η φύση τού κόσμου, είναι ριζικά διάφορες. Η θεοποίηση τού κόσμου, είναι συνεπώς εντελώς αδιανόητη.

Το οντολογικό αυτό χάσμα, μεταξύ Θεού και κόσμου, θα καταδίκαζε τον κόσμο στον αφανισμό, εάν αυτός στηριζόταν αποκλειστικά στις δυνάμεις του. Αλλά ο Θεός ήθελε να μην αφανισθεί ο κόσμος. Δεν ήθελε να αφανισθεί ο κόσμος. Ήθελε να ζει και αυτός αιώνια. Ήθελε να έχει (κατά την έκφραση τού αγίου Μαξίμου), "όχι απλώς το είναι, αλλά και το αεί είναι". Αλλά αφού η ιδιότητα τού "αεί είναι", δηλαδή τής αθανασίας ανήκει μόνο στον Θεό, ο οποίος δεν έχει όπως ο κόσμος αρχή, και δεν υπόκειται στο χρόνο, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να αποκτήσει αθανασία το κτιστό, παρά μόνο αν ενωνόταν με τον Άκτιστο Θεό. Αυτή η ένωση κτιστού και Ακτίστου, (Θεού και κόσμου), ήταν για τον άγιο Μάξιμο τόσο σπουδαία, ώστε να αποτελεί το κέντρο όλης τής θεολογίας του.

Ο Θεός κατά τον άγιο Μάξιμο, δημιούργησε τον κόσμο, βάζοντας μέσα σε όλα τα όντα, έναν λόγο. Το ότι ο κόσμος εμπεριείχε τους λόγους τών όντων, ήταν ιδέα ήδη γνωστή στον αρχαίο κόσμο, κυρίως με τη διδασκαλία τών Στωικών. Την είχε αναπτύξει ιδιαίτερα ο Φίλων και στη συνέχεια ο Ωριγένης. Αλλά ενώ σε όλους αυτούς η ιδέα αυτή εμπεριείχε τον κίνδυνο να ταυτισθεί ο κόσμος με τον Θεό, στο Μάξιμο ο κίνδυνος αυτός αποφεύχθηκε, με το να συνδεθούν οι λόγοι τών όντων, όχι με τη σκέψη τού Θεού, αλλά με τη βούλησή Του. Τοποθετούσε τους λόγους, σε ένα μελλοντικό προορισμό. Ο κόσμος θα σωθεί και θα ζήσει αιώνια, γιατί ο Λόγος τού Θεού, (το δεύτερο πρόσωπο τής Αγίας Τριάδος), ο οποίος περιέχει στον εαυτό του όλους τους λόγους τών όντων, θα σαρκωθεί και θα γίνει άνθρωπος. Έτσι θα ενωθεί το κτιστό με το Άκτιστο, και θα υπερβεί η κτίση τον θάνατο, που ως θνητή από τη φύση της, δεν μπορεί μόνη της να αποφύγει.



3. Η σχέση μεταξύ ανθρώπου και κτίσεως

Αλλά γιατί ο Λόγος τού Θεού να γίνει άνθρωπος, και όχι κάτι άλλο, π.χ. άγγελος; Εδώ βρίσκεται το κλειδί, για τη σχέση τού ανθρώπου με την υπόλοιπη κτίση.

Ο άνθρωπος κατά τον άγιο Μάξιμο, έχει ένα μοναδικό προνόμιο: Μετέχει εξ' ίσου τού υλικού και τού νοερού κόσμου. Αν ο Θεός ήθελε να σωθούν και να ζήσουν αιώνια μόνο τα νοερά και πνευματικά όντα, (μόνο οι ψυχές π.χ.), τότε δεν θα χρειαζόταν η σάρκωση τού Λόγου. Το ότι ο Λόγος προσέλαβε σώμα υλικό, αποδεικνύει ότι ο Θεός ήθελε να φέρει σε κοινωνία και ένωση μαζί Του όλη την υλική κτίση. Να λοιπόν η πρώτη και μεγάλη οικολογική συνέπεια τής Χριστολογίας τού αγίου Μαξίμου: Το φυσικό περιβάλλον, είναι προορισμένο από τον Θεό, να ανυψωθεί κι αυτό μαζί με τον άνθρωπο, σε κοινωνία με τον Ίδιο τον Θεό. Ο Θεός δεν θέλει τη σωτηρία μόνο τού ανθρώπου, αλλά και όλης τής κτίσεως. Αυτός ο ύψιστος και θείος προορισμός τού υλικού κόσμου, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο αν ο άνθρωπος έδινε ελεύθερα τη συγκατάθεσή του. Το αυτεξούσιο, δηλαδή η ελευθερία, δόθηκε από τον Θεό στον άνθρωπο, ως πλασμένον κατ' εικόνα Θεού, και αυτό αποτελεί το διακριτικό του γνώρισμα από τα ζώα και τη λοιπή υλική κτίση.

Χωρίς την ελεύθερη συγκατάθεση τού ανθρώπου, η σωτηρία τής κτίσεως θα ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού, και δεν θα είχε καμία αξία, γιατί θα προσέκρουε στην αγάπη τού Θεού. (Η αγάπη πάντοτε σέβεται την ελευθερία). Ο άνθρωπος λοιπόν, δημιουργήθηκε ελεύθερος, να κυριαρχεί στην λοιπή υλική δημιουργία όπως μαρτυρεί και η Γραφή: "Αυξάνεστε και πληθύνεστε και κατακυριεύσατε τής γης, και άρχειν επί τών ερπετών" κλπ, κλπ, αλλά την ελευθερία του αυτή την έλαβε από τον Θεό, όχι για να καταστρέφει, αλλά για να ενώνει με τον Θεό τον υλικό κόσμο. Ο άνθρωπος θα γινόταν έτσι ο μικρόκοσμος, που θα μεσίτευε μεταξύ ουρανού και γης, Θεού και κόσμου. Γι' αυτό ο άγιος Μάξιμος αφιερώνει μεγάλο μέρος τής διδασκαλίας του, αναλύοντας αυτό το μυστήριο τής μεσιτείας. Υπέρβαση τής διαιρέσεως μεταξύ τών δύο φύλων, μεταξύ παραδείσου και οικουμένης, μεταξύ ουρανού και γης, μεταξύ νοερών και αισθητών, και τέλος μεταξύ Θεού και κτίσεως. Αυτός είναι για τον άγιο Μάξιμο, ο προορισμός τού ανθρώπου. Τίποτε λιγότερο από αυτό.

Τον προορισμό αυτό, ο πρώτος άνθρωπος αρνείται να εκτελέσει. Άμα τη γενέσει του, (λέει ο άγιος Μάξιμος), ρέπει προς την αντίθετη φορά. Και αντί να ενώσει τον κόσμο με τον Θεό, έκανε τον εαυτό του θεό, και έσχατο σημείο αναφοράς όλου τού κόσμου. Έτσι επεκράτησε η φιλαυτία, η ρίζα όλων τών παθών, κατά τον άγιο Μάξιμο. Και η βουλή τού Θεού για την υπέρβαση τής θνητότητας, που ήταν εγγενής στη φύση τού κτιστού δεν πραγματοποιήθηκε. Ο άνθρωπος, ασκώντας την ελευθερία του ως αυτοαναφορά, ως φιλαυτία δηλαδή, καταδίκασε όλη την κτίση, και πρώτα τον ίδιο τον εαυτό του στο θάνατο. Έτσι η φυσική διαφορά μεταξύ τών όντων, και μεταξύ τών ανθρώπων και τής λοιπής δημιουργίας, από απλή διαφορά, έγινε διαίρεση και αντιπαλότητα. Κατά τον άγιο Μάξιμο, άλλο είναι διαφορά, και άλλο διαίρεση. Ο άνθρωπος διαφέρει από τα άλλα ζώα, αλλά δεν είναι διηρημένος από αυτά. Γι' αυτό και αν ερωτάτο σήμερα ο άγιος Μάξιμος, για τη σχέση ανθρώπου και άλλων ζώων, όπως αυτή προβάλλεται από τη σύγχρονη Βιολογία, θα έλεγε: "Ναι, ο άνθρωπος έχει βιολογικό δεσμό με τα άλλα ζώα, (όπως αποδεικνύει και η σύγχρονη Βιολογία). Αλλά και διαφέρει από αυτά ως προς το αυτεξούσιο και την ελευθερία". Η διαφορά δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο να δεχθούμε διαίρεση, ωσάν ο άνθρωπος να μην ήταν ενωμένος με τη λοιπή δημιουργία, οπότε και θα ήταν αδύνατος ο ρόλος του ως μεσίτου μεταξύ Θεού και κόσμου, στον οποίο ρόλο επιμένει ο Μάξιμος τόσο πολύ. Αλλά και η βιολογική του ένωση με τα λοιπά ζώα, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει και διαφορά. Γιατί τα ζώα στερούνται τού αυτεξουσίου και τής ελευθερίας που έχει ο άνθρωπος.

Αν λοιπόν αρνηθούμε τη βιολογική συνέχεια τού ανθρώπου με τα άλλα ζώα, τότε η μεσιτεία τού ανθρώπου μεταξύ υλικού κόσμου και Θεού, καθίσταται αδύνατη. Και αν δεν δεχθούμε τη διαφορά μεταξύ αυτών τών δύο, τότε η μεσιτεία αυτή καθίσταται ανελεύθερη και αναγκαστική. Και αυτό έχει πελώρια σημασία, (η φιλοσοφική αυτή θέση τού αγίου Μαξίμου), ότι άλλο διαφορά και άλλο διαίρεση.

Η κοσμολογία λοιπόν τού αγίου Μαξίμου, είναι ανθρωποκεντρική. Ο άνθρωπος είναι κεκλημμένος από τον Θεό, να υπηρετήσει την ενότητα τής δημιουργίας και την ανύψωσή της σε κοινωνία με τον Θεό. Δεν είναι όμως η κοσμολογία του ανθρωπομονιστική. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να νοηθεί αποκομμένος από τη λοιπή υλική δημιουργία. Είναι και αυτός μέρος της. Και ότι συμβαίνει στην υλική δημιουργία έχει άμεσες επιπτώσεις και σ' αυτόν.



4. Η Χριστολογική κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου

Ας δούμε τώρα, τη Χριστολογική κοσμολογία τού Μαξίμου:

Η κλήση τού ανθρώπου από τον Θεό, να εκπληρώσει τον ύψιστο αυτό προορισμό τής ενώσεως τού κόσμου με τον Θεό απέτυχε. Ο πρώτος Αδάμ αρνήθηκε να την πραγματοποιήσει, πράγμα που ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε καν, χωρίς ο ίδιος να ενωθεί με τον Θεό. (Αφού αρνήθηκε την ένωση με τον Θεό, αυτομάτως αρνήθηκε και την πραγματοποίηση τού προορισμού του). Γι' αυτό ο Θεός εισάγει νέο τρόπο πραγματώσεως τού αρχικού σχεδίου Του, που στην ουσία δεν είναι παρά η προαιώνια βουλή Του, να ενωθεί δια τού ανθρώπου όλη η κτίση με τον Θεό. Αυτός ο νέος τρόπος με τον οποίον, (όπως λέει ο άγιος Μάξιμος), "καινοποιεί", δηλαδή τροποποιεί τας φύσεις, ο Λόγος τού Θεού σαρκούται και γίνεται άνθρωπος, όχι για να σώσει μόνο τον άνθρωπο, (προσέξτε το αυτό), αλλά για να ενώσει όλη την κτίση δια τού ανθρώπου. Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει στο "Περί Διαφόρων Αποριών". Το διαβάζω στο πρωτότυπο, και αν χρειασθεί το μεταφράζω:

"Επειδή τοίνυν... ο άνθρωπος... τη προς ένωσιν τών διηρημένων δοθήσει αυτώ φυσική δυνάμει... εις τον τών ηνωμένων μάλλον διαίρεσιν παραχρησάμενος, (ότι ο άνθρωπος δηλαδή, τη δύναμη που πήρε για να ενώνει τον κόσμο, της έκανε κατάχρηση και τον οδήγησε προς τη διαίρεση τού κόσμου), και ταύτη μικρού δειν ελεεινώς εις το μη ον πάλιν κινδυνεύσας μεταχωρήσαι, (σε τέτοιο βαθμό που κινδύνευσε η κτίση να οδηγηθεί στο μη ον. Να εξαφανισθεί. Από το οποίο και προήλθε). "δια τούτο καινοτομούνται φύσεις,... και Θεός άνθρωπος γίνεται, ίνα σώσει τον απολόμενον άνθρωπον, και τής κατά το παν καθόλου φύσεως, δι' εαυτού το κατά φύσιν ενώσας ρήγματα,... δείξας τη μεγάλην βουλήν πληρώση τού μεγάλου Θεού και Πατρός, εις εαυτόν ανακεφαλαιώσας τα πάντα, τα εν ουρανώ και τα επί της γης, εν ω και εκτίσθησαν... και συν ημίν και δι' ημάς την άπασαν κτίσιν,... αλλήλοις διασφίγξας, παράδεισον και οικουμένην, ουρανόν και γην, αισθητά και νοητά,... τα πάντα εις εαυτόν ανακεφαλαιώσατο, μίαν υπάρχουσαν την άπασαν κτίσιν δείξας, καθάπερ άνθρωπον άλλον...".



5. Η σημασία τής ενσάρκωσης τού Λόγου

Νομίζω δεν χρειάζεται μετάφραση. Με λίγα λόγια, λέει ο άγιος Μάξιμος, ότι η σάρκωσις τού Λόγου, εσήμαινε την ανακεφαλαίωση τών πάντων, και την υπέρβαση όλων τών διαιρέσεων, πάλι δια τού ανθρώπου. Κι έτσι έχουμε μια ένωση εδώ, και τού ανθρώπου με την κτίση. Η κτίση δηλαδή με τον άνθρωπο γίνεται μια ενότητα. Γίνεται όπως λέγει: "καθάπερ άλλον άνθρωπον". Η κτίσις είναι σαν να γίνεται ένας άνθρωπος κι αυτή, η οποία πλέον επικοινωνεί με τον Θεό δια τού ανθρώπου. Αποκτά δηλαδή ένα στόχο, μια κεφαλή, ένα χέρι, το οποίο φέρει σε κοινωνία όλη τη δημιουργία με τον Θεό.
Το βαρυσήμαντο αυτό χωρίο, μας αποκαλύπτει ότι για τον άγιο Μάξιμο, ο σκοπός τής ενανθρωπίσεως, δεν είναι άλλος από το να πραγματοποιήσει την ένωση όλης τής κτίσεως, "καθάπερ άνθρωπον άλλον", δηλαδή δια τού ανθρώπου και εν τω ανθρώπω, ώστε να αποφευχθεί η επάνοδος εις το "μη είναι". ("Εις το μη ον πάλιν μεταχωρήσαι", δηλαδή να υπερβαθεί ο θάνατος). Έτσι για τον πατέρα αυτόν τής Εκκλησίας, η σωτηρία έχει ευρύτερη κοσμολογική διάσταση, και το επίκεντρό της, είναι η σχέση τού ανθρώπου με τη φύση. Ο άνθρωπος πλάσθηκε για να ενώσει τα διεστώτα στη φύση, αυτά που προκαλούν το θάνατο. (Ο θάνατος είναι ταυτόσημος με τη διαίρεση για τον άγιο Μάξιμο), και να τα αναγάγει όλα στον Θεό. Γι' αυτό ο Μάξιμος εκτός από την Ανάσταση που είναι νίκη κατά τού θανάτου, τονίζει ιδιαίτερα και την Ανάληψη, κατά την οποία, (αυτό το τονίζει ιδιαίτερα), ενώθηκε με τον Θεό, και αυτό το γήινο σώμα μας, ως στοιχείο που μας συνδέει με τα αισθητά, δηλαδή με το φυσικό μας περιβάλλον.

Στο σημείο αυτό πρέπει ιδιαιτέρως αν τονίσωμε, την αντίθεση που έχει η σκέψη τού Μαξίμου, με εκείνη τού Πλατωνισμού, και ακόμα τού Ωριγένη και τού Ευαγρίου, οι οποίοι πίστευαν ότι το σώμα δεν επιβιώνει στη Βασιλεία τού Θεού, αφού είναι υλικό και κατώτερο τής ψυχής και τού νου. Η ανάδειξη τού σώματος ως στοιχείου που μετέχει στη Θέωση τού ανθρώπου, συνδέεται με την πεποίθηση ότι ολόκληρη η υλική δημιουργία του, είναι ιερή και πρέπει να είναι σεβαστή. Στην πεποίθηση αυτή στηρίχθηκε και η υπεράσπιση τών Ιερών Εικόνων αργότερα από Θεολόγους, όπως ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο οποίος δεν δίστασε να γράψει: "και την ύλην σέβω, δι' ης η σωτηρία μου γέγονε".

Η καταξίωση αυτή τού υλικού κόσμου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να συνδέεται με τον Ίδιο τον Θεό, στο πρόσωπο τού Χριστού, αποτελεί την πιο τρανή απόδειξη τής σημασίας που απέδιδαν οι πατέρες τής Εκκλησίας στο φυσικό περιβάλλον. Ο άνθρωπος γι' αυτούς ήταν αδιανόητος χωρίς το φυσικό του περιβάλλον. Μαζί με αυτό πέφτει, και μαζί με αυτό σώζεται. Η πτώση τού ανθρώπου επέδρασε άμεσα και στη φύση του.

Γι' αυτό ο Παύλος γράφει στην προς Ρωμαίους επιστολή, ότι "όλη η κτίση συστενάζει και συνωδίνει τώρα μαζί με τον άνθρωπο, και περιμένει πότε θα συνδοξασθεί και αυτή μαζί του". Ο άγιος Μάξιμος δίνει στην Παύλεια αυτή θεολογία το βαθύτερο θεολογικό και φιλοσοφικό της νόημα, προβάλλοντας μια χριστολογική κοσμολογία, στην οποία ο άνθρωπος διαδραματίζει καίριο ρόλο, για όλη τη δημιουργία. Η ευθύνη τού ανθρώπου για το φυσικό του περιβάλλον, γίνεται έτσι καίρια.



6. Η Εκκλησιολογική κοσμολογία τού Μαξίμου

Τρίτον, ας δούμε αυτό που θα το ονομάζαμε: Η Εκκλησιολογική κοσμολογία τού Μαξίμου.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει στη σκέψη τού αγίου Μαξίμου, η σύνδεση τής κοσμολογίας, τής ανθρωπολογίας και τής και τής Χριστολογίας με την Εκκλησία. Η Εκκλησία για τον πατέρα αυτό, είναι τύπος όλου τού αισθητού κόσμου, με το Ιερατείο να συμβολίζει τον ουρανό, και τον Ναό με την ευπρέπειά του, την "κατά γην διακόσμηση". Αλλά και τον άνθρωπο συμβολίζει η Εκκλησία, γράφει στη "Μυσταγωγία" του. "Ψυχήν μεν έχουσα το Ιερατείο, και νου το θείον θυσιαστήριον, και σώμα τον Ναόν". Έτσι χάρις στην Εκκλησία κόσμος και άνθρωπος αλληλοεικονίζονται. Γράφει στη "Μυσταγωγία" του, αναφερόμενος στον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη: "Κατά ταύτην δε πάλιν ευμιμήως την εικόνα και τον κόσμον όλον, τον εξ ορατών και αοράτων συνιστάμενον, άνθρωπον υπέβαλεν (ο Διονύσιος) είναι. Και κόσμον αύθις, τον εκ ψυχής και σώματος άνθρωπον... Και ψυχήν μεν είναι τών αισθητών τα νοητά, σώμα δε τών νοητών τα αισθητά".

Έτσι ο άνθρωπος, είναι μικρόκοσμος τού μακροκόσμου. Μικρός τών μεγάλων, αφού ενώνονται σ' αυτόν τα αισθητά και τα νοητά. Και η Εκκλησία είναι εικόνα τού ίδιου τού Τριαδικού Θεού, αφού σ' αυτή πραγματοποιείται η ένωση τών πάντων, κόσμου και ανθρώπου, παρά τις διαφορές, όπως λέγει "τών ιδιωμάτων τών τόπων και τών τρόπων", "ίνα μη αλλήλων παντάπασιν αλλότρια ει, (αυτά, οι διαφορές), και εχθρά τα τού ενός Θεού κτίσματα και ποιήματα, (να μην είναι οι διαφορές αυτές αφορμή αλλοτρίωσης και εχθρότητος, και μεταξύ τών κτιστών, και με τον Θεόν), και κινδυνεύσει (κατ' αυτόν τον τρόπον) αυτοίς και αυτό το είναι, εις το μη ον μεταπεσείν τού Θεού χωριζόμενον". Με αυτόν τον τρόπο, με τη διαίρεση, κινδυνεύει να επιστρέψει στο μη είναι η κτίση.

Συγκλονιστικά αυτά τα λόγια για την ουσία και την κοσμολογική σημασία τής Εκκλησίας. Πώς στον Θεό η διαφορά, δεν σημαίνει διαίρεση αλλά ενότητα. Έτσι και στην Εκκλησία ο κόσμος όλος και ο ίδιος ο άνθρωπος, παρά τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ τών όντων, ενώνονται μεταξύ τους και με τον Θεό, όχι απλώς για να γίνουν καλύτεροι και να ζουν ευτυχέστερα, αλλά για να μην πάψουν να είναι, να υπάρχουν. Ο σκοπός τής Εκκλησίας δεν είναι ηθικός, αλλά οντολογικός. Η υπέρβαση τής διαιρέσεως ή τής αντιπαλότητας μεταξύ τών όντων, με μια ένωση που σέβεται και δεν καταργεί τη διαφορά, είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Η Εκκλησία υπάρχει για να εικονίζει και να προσφέρει τη γεύση ενός κόσμου απαλλαγμένου από τη διαίρεση, η οποία είναι ταυτόσημη με τον θάνατο, και με το μηδέν που προηγήθηκε τής δημιουργίας τού κόσμου.

Αυτή τη σχέση κόσμου, ανθρώπου και Θεού, τη βλέπει ο άγιος Μάξιμος να εικονίζεται κυρίως και κατ' εξοχήν στη Θεία Λειτουργία. Η Λειτουργία, είναι για τον πατέρα αυτόν τής Εκκλησίας, μία πορεία τού κόσμου με επικεφαλής τον άνθρωπο - ιερέα τής κτίσεως, προς ένα κόσμο ενότητας όλων τών διεστώτων, και αιώνιας ζωής σε κοινωνία με τον Θεό στη Βασιλεία Του. Η Λειτουργία είναι για τον Μάξιμο η εικόνα ενός κόσμου που υπερβαίνει τον θάνατο, χάριν στην υπέρβαση τής διαιρέσεως, μεταξύ ανθρώπου και κόσμου, και ανθρώπου, κόσμου και Θεού. Η Θεία Λειτουργία, (όπως και η ίδια η Εκκλησία), αποκτά έτσι, πελώρια υπαρξιακή σημασία, όχι μόνο για τον άνθρωπο, αλλά και για ολόκληρη την κτίση.



7. Συμπεράσματα

Και τώρα μερικά συμπεράσματα:

Είδαμε σε πολύ γενικές γραμμές, τη διδασκαλία ενός από τους πιο βαθείς Θεολόγους και φιλοσόφους τού Βυζαντίου, για τη θέση τού ανθρώπου μέσα στον υλικό κόσμο. Ο άνθρωπος κατά τον άγιο Μάξιμο, δημιουργήθηκε από τον Θεό, με το μοναδικό προνόμιο να μετέχει τόσο τών άλλων υλικών κτισμάτων, χάριν στο σώμα, (το σώμα είναι για τον Μάξιμο και για τους άλλους πατέρες, ήδη από την εποχή τού αγίου Ειρηναίου, συστατικό τής ίδιας τής ταυτότητας τού ανθρώπου, (χωρίς σώμα δεν υπάρχει η έννοια τού ανθρώπου), όσο και τών νοερών όντων, αλλά και τού Ιδίου τού Θεού, χάρις στο αυτεξούσιο που έχει ως πλασμένος ως κατ' εικόνα Θεού. Αυτό το μοναδικό προνόμιο τής μετοχής του, τόσο στον υλικό, όσο και στον πνευματικό και νοερό κόσμο, δόθηκε στον άνθρωπο για έναν υψηλό σκοπό: Να βοηθήσει την κτίση να υπερβεί τη φυσική της θνητότητα και να ενωθεί με τον μόνον φύσει αθάνατο Θεό. Ο άνθρωπος λοιπόν πλάσθηκε όχι για να γίνει κυρίαρχος και εξουσιαστής τής φύσεως, αλλά για να γίνει Ιερέας της. Να την πάρει στα χέρια του και να την αναφέρει στον Θεό. Με τον τρόπο αυτό, ο άνθρωπος αποδεικνύεται απαραίτητος για τη φύση, αλλά και η φύση για τον άνθρωπο.

Η κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου, είναι (όπως είπαμε) ανθρωποκεντρική, αλλά δεν είναι ανθρωπομονιστική. Την κοσμολογική αυτή αποστολή του, ο άνθρωπος ασκώντας την ελευθερία του, αρνήθηκε να την εκπληρώσει, με συνέπειες τραγικές τόσο για τον ίδιο, όσο και για όλη την κτίση. Η φύση έκτοτε κινδυνεύει από αυτόν που τάχθηκε να την προστατέψει και να την αναδείξει, δηλαδή από τον άνθρωπο. Ο κίνδυνος αυτός, (υπαινίσσεται ο άγιος Μάξιμος), μπορεί να φθάσει μέχρι και την επιστροφή στο μηδέν, δηλαδή στον αφανισμό. Η αμαρτία τού ανθρώπου, έχει καταστροφικές συνέπειες για όλη τη φύση. Τη σωτηρία από αυτή την υπαρξιακή απειλή αναλαμβάνει ο Χριστός, ως το δεύτερο πρόσωπο τής Αγίας Τριάδος, το οποίο γίνεται άνθρωπος, για να πραγματώσει αυτό που ο πρώτος άνθρωπος αρνήθηκε να κάνει. Έτσι πάλι μέσω τού ανθρώπου, (ενωμένου όμως με τον Θεό), αποκτά η κτίση τη δυνατότητα να σωθεί από την καταστροφή.

O Χριστός σώζει την κτίση χωρίς να καταργήσει τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος εξακολουθεί να παραμένει το κλειδί για τη ζωή τού κόσμου. Όσο πιο πολύ ενώνεται με τον Θεό, τόσο πιο πολύ λυτρώνεται και η κτίση όλη από τη φθορά. Και όσο πιο πολύ αυτονομείται από τον Θεό, και ανάγει τον εαυτό του σε θεό, τόσο περισσότερο στενάζει η κτίση κάτω από το πέλμα του.

Η οικολογική κρίση που βιώνει σήμερα ο κόσμος μας, επιβεβαιώνει δραματικά την κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου. Ο πρώτος που επεχείρησε στις μέρες μας να αναζητήσει τις ιστορικές καταβολές τής οικολογικής μας κρίσης, o αμερικανός ιστορικός Lynn White, σ' ένα κλασικό άρθρο του στο περιοδικό Σάιενς το 1967, επισήμανε την ευθύνη τής Χριστιανικής θεολογίας για τη γέννηση τού οικολογικού προβλήματος. Πρόκειται για την αντίληψη ότι ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να κατεξουσιάζει τη φύση, ως λογικά ανώτερος όλων τών άλλων όντων.

Ο Διαφωτισμός, με το στόμα ενός Μπέικον και ενός Ντεκάρτ, και ακόμη ενός Καντ, ήρθε να καλέσει τον άνθρωπο, να σύρει τη φύση δέσμια πίσω του, και με την πρόοδο τής επιστήμης και τής τεχνολογίας, να γίνει (κατά την έκφραση τού Ντεκάρτ), "κύριος και κάτοχος τής φύσεως". Αυτό και έγινε, και οι συνέπειες είναι μπροστά μας. Και θα γίνουν ακόμη πιο οδυνηρές για τις γενεές που έρχονται.

Αν το οικολογικό πρόβλημα έχει κάποια σχέση με την κοσμοθεωρία και τη νοοτροπία μας, (και αναμφίβολα έχει), τότε το Βυζάντιο έχει να μας διδάξει πολλά. Η κοσμολογική ανθρωπολογία τού αγίου Μαξίμου, την οποία προσπαθήσαμε επιγραμματικά να αναλύσουμε εδώ, δεν είναι μια μεμονωμένη αντίληψη ενός Βυζαντινού Θεολόγου. Ολόκληρος ο Βυζαντινός πολιτισμός, είναι ζυμωμένος με τις κοσμολογικές ιδέες τού Εκκλησιαστικού αυτού συγγραφέα. Η Βυζαντινή αρχιτεκτονική, και ιδιαίτερα η ναοδομία, η εικονογραφία και η διακόσμηση τών ναών. Προπάντων μάλιστα η Βυζαντινή Θεία Λειτουργία. Η υμνογραφία και η λαογραφία με τις παραδόσεις και τις γιορτές της, όλα αποτελούν εφαρμογές στην πράξη τής κοσμολογίας που συναντούμε στον πατέρα αυτό τής Εκκλησίας. Πρόκειται για έναν τρόπο και μια στάση ζωής, που προσεγγίζει την κτίση με σεβασμό, και την αναφέρει στον Θεό ως δικό Του δώρο, που του το αντιπροσφέρει εν ευχαριστία, λέγοντας: "τα σα εκ τών σων σοι προσφέρομεν, κατά πάντα και δια πάντα".

Μέσα στη Βυζαντινή Λειτουργία, ο άνθρωπος βρίσκει τη σωστή θέση του με το φυσικό του περιβάλλον, ενώ στη Βυζαντινή Μοναστική παράδοση, με την οποία ήταν ζυμωμένος ο άγιος Μάξιμος, όσο λίγοι Βυζαντινοί στοχαστές, ασκηταί, στην εκκρίζωση τής φιλαυτίας, αυτής τής μήτρας τού οικολογικού κακού.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία, στο βαθμό που συνεχίζει την παράδοση που εκπροσωπεί ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, (και αποτελεί ερώτημα, αν όντως τη συνεχίζει), μπορεί να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση τής οικολογικής κρίσεως στην εποχή μας. Θεολόγοι όπως ο άγιος Μάξιμος, αποδεικνύονται επίκαιροι και σήμερα, αρκεί να αναδειχθεί η υπαρξιακή σημασία τής διδασκαλίας τους.

Η αποψινή ομιλία μου, αποτέλεσε μια ταπεινή προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή.

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας να με ακούσετε.

Αγιος Μάξιμος ο Ομολογητής



ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ
Διάλογος με τον Θεοδόσιο, τον επίσκοπο Καισαρείας Βιθυνίας, κατά την πρώτη του εξορία στο φρούριο της Βιζύης της Θράκης.
       Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, μέγας θεολόγος και Πατήρ της Εκκλησίας, ωμολόγησε την Ορθόδο­ξο Πίστι σε μία εποχή που παρουσιάζει πολλές ο­μοιότητες με την ιδική μας. Η πολιτική των τότε αυ­τοκρατόρων απέβλεπε σε πολιτικοκοινωνικές ενοποιήσεις σαν τις σημερινές. Ως πρόσφορο μέσον για την πραγματοποίησί τους θεωρήθηκε η υποστήριξις της αιρέσεως του Μονοθελητισμού. Είχαν χρησιμοποιη­θή και εκκλησιαστικοί άνδρες, οι οποίοι υποστήριζαν την αίρεσι χάριν των κοσμικών αυτών σκοπιμοτήτων. Είχαν πιστεύσει ότι ασκούν τάχα κάποια εκκλησια­στική οικονομία. Δυστυχώς, όλοι σχεδόν οι πατριαρ­χικοί θρόνοι είχαν πέσει στην αίρεσι του Μονοθελη­τισμού. Η Ορθόδοξος Πίστις ζούσε μόνο στην συνεί­δησι του πιστού λαού και εκφραζόταν με το στόμα των ελαχίστων Ομολογητών, οι οποίοι την εστερέω­σαν με το μαρτύριό τους.
       Την εποχή αυτή ο άγιος Μάξιμος είχε διαδραμα­τίσει πρωτεύοντα ρόλο για την συγκρότησι της ορθο­δόξου τοπικής Συνόδου της Ρώμης (649), η οποία κα­τεδίκασε τον Μονοθελητισμό. Για τον λόγο αυτό ευρίσκεται εξόριστος στην Βιζύη της Θράκης. Έχει διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με τους πα­τριαρχικούς θρόνους της Ανατολής, επειδή έχουν εκ­πέσει στην αίρεσι. Η αναφορά του είναι στην ορθο­δοξούσα τότε Ρώμη και στον Ομολογητή άγιο Πάπα Μαρτίνο.
       Με σκοπό να μεταβάλλουν την γνώμη του και να τον προσεταιρισθούν, ο επίσκοπος Θεοδόσιος και οι αυτοκρατορικοί απεσταλμένοι τον επισκέπτονται στην Βιζύη και διεξάγουν τον κατωτέρω διάλογο. Ο Άγιος με αταλάντευτη σταθερότητα διακρίνει την αλήθεια από την αίρεσι, το φως από το σκότος, και με γνώμονα την διδασκαλία των αγίων Αποστόλων και Πατέρων ανασκευάζει τα επιχειρήματα των μονοθελη­τών συνομιλητών του. Είναι συγκινητική η ταπείνω­σις του Αγίου που συνοδεύει όλες τους τις εκφράσεις και κινήσεις, ακόμη και την ώρα που η αδικία εναντίον του είναι κατάφωρη. Προφανώς, ο φόβος του Θεού, η σταθερή ομολογία και η αληθινή ταπείνωσις συνιστούν το ιερό τρίπτυχο που χαρακτηρίζει κάθε Ορθόδοξο ομολογία.
       Ο διάλογος του αγίου Μαξίμου στον τόπο της εξορίας του με τους συγκλητικούς άρχοντες και με τους επισκόπους της Κωνσταντινουπόλεως είναι ένα κλασικό πλέον κείμενο, στο οποίο φανερώνει τις γνή­σια Ορθόδοξες και εκκλησιαστικές προϋποθέσεις του Αγίου και τις αιρετικές και κοσμικές αντίστοιχα των συνομιλητών του.
       Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από αυτόν τον διάλογο, επειδή πιστεύουμε ότι θα βοηθή­ση τον λαό του Θεού να  αντιληφθή ποιοι είναι σε κά­θε εποχή οι εκφρασταί της Πίστεώς του, αλλά και να δώσουμε αφορμές θεολογικής αυτοκριτικής σε όσους λόγω της εκκλησιαστικής τους ευθύνης ευρίσκονται μπροστά σε προφανή κίνδυνο να αθετήσουν και σήμε­ρα την  ακρίβεια της αγίας Ορθοδόξου Πίστεως λόγω άλλων σκοπιμοτήτων.
      
       Στις 24 του μηνός Αυγούστου, της 14ης επινεμή­σεως που μόλις τώρα πέρασε, επισκέφθηκε τον αββά Μάξιμο στον τόπο της εξορίας του, δηλαδή στο κά­στρο της Βιζύης, ο προρρηθείς επίσκοπος Θεοδόσιος, σταλμένος όπως είπε από τον ίδιο τον πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως Πέτρο. Και μαζί του οι ύπατοι Παύλος και Θεοδόσιος, σταλμένοι όπως είπαν κι αυ­τοί από τον βασιλέα. Είχαν μαζί τους, καθώς φαίνε­ται, και τον επίσκοπο Βιζύης. Και λέγει ο Θεοδόσιος ο Επίσκοπος:
       ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Παρακαλούν μέσω ημών ο βασι­λεύς και ο πατριάρχης, να μάθουν από σένα ποια εί­ναι η αιτία που δεν έχεις κοινωνία με τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Γνωρίζετε τις καινοτομίες που έγιναν από την επινέμησι του περασμένου κύκλου, οι όποίες άρχισαν από την Αλεξάνδρεια με τα εννέα κεφάλαια που εξέθεσε ο Κύρος, αυτός που δεν ξέρω πως έγινε πατριάρχης της πόλεως εκείνης, και που επικυρώθη­καν από τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Γνωρί­ζετε επίσης και τις άλλες αλλοιώσεις, τις προσθήκες και τις αφαιρέσεις, που έγιναν συνοδικά από τους προεδρεύσαντας στην Εκκλησία των Βυζαντινών. Εν­νοώ τον Σέργιο, τον Πύρρο και τον Παύλο. Και αυτές τις καινοτομίες τις γνωρίζει όλη η οικουμένη. Γι' αυ­τήν την αιτία δεν έχω κοινωνία, ο δούλος σας, με την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Ας αρθούν τα εμπόδια που μπήκαν από τους παραπάνω άνδρες, και μαζί μ' αυτά κι αυτοί που τάβαλαν, όπως είπε ο Θεός: «και τους λίθους εκ της οδού διαρρίψατε» (Ιερεμ. 50, 26). Έτσι, βρίσκοντας την οδό του Ευαγγελίου όπως ήταν πρώτα, λεία και ομαλή και ελεύθερη από κάθε α­κανθώδη αιρετική κακία, θα την βαδίζω χωρίς να μου χρειάζεται καμμία ανθρώπινη προτροπή. Μέχρις ότου όμως οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως καυχώ­νται για τα τεθέντα εμπόδια και γι' αυτούς που τα έβα­λαν, δεν υπάρχει κανένας λόγος ή τρόπος που να με πείση να έχω κοινωνία με αυτούς.
         ΘΕΟΔ.:  Μα τι κακό λοιπόν ομολογούμε, ώστε να χωρισθής από την κοινωνία μαζί μας;
         ΜΑΞΙΜΟΣ: Επειδή λέγετε ότι ο Θεός και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός έχει μία ενέργεια της Θεότητος και ανθρωπότητός του. Έτσι συγχέετε τον λόγο της θεολογίας με τον λόγο της οικονομίας.
       Και πάλι, υιοθετώντας άλλη καινοτομία, αφαιρεί­τε εξ ολοκλήρου όλα τα γνωριστικά και συστατικά (στοιχεία) της θεότητος και ανθρωπότητος του Χρι­στού, θεσπίζοντας με νόμους και τύπους, ότι δεν πρέ­πει να λέγεται γι' Αυτόν, ούτε μία ούτε δύο θελήσεις ή ενέργειες. Αυτό είναι πράγμα ανυπόστατο, διότι οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν μεγαλοφώνως ότι: «Αυτό που δεν έχει καμμιά δύναμι, ούτε υπάρχει ούτε είναι κάτι ούτε έχει καμμία εντελώς θέσι».
       ΘΕΟΔ.:  Μη παίρνης σαν κύριο δόγμα, αυτό που γίνεται από οικονομία.
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν δεν είναι κύριο δόγμα για όσους το δέ­χονται, για ποιο λόγο με παραδώσατε ανέντιμα σε βάρβαρα και άθεα έθνη; Για ποιο λόγο καταδικάσθη­κα να μένω στη Βιζύη, και οι σύνδουλοί μου, ο ένας στην Πέρβερι κι ο άλλος στην Μεσήμβρια;
       Και ποιος πιστός δέχεται την οικονομία που κάνει να σιγήσουν τα λόγια, τα οποία οικονόμησε ο των όλων Θεός να ειπωθούν από τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους; Κι ας ιδούμε, μεγάλε κύ­ριε, σε ποιο κακό καταλήγει το θέμα αυτό, αν το καλο­εξετάσουμε. Διότι ο Θεός έβαλε στην Εκκλησία, πρώ­τον μεν τους αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, για να καταρτίζωνται οι πιστοί, λέγοντας στο Ευαγγέλιο προς τους αποστόλους και μέσω αυτών προς τους μεταγενεστέρους «Ο υμίν λέγω, πάσι λέ­γω», και πάλι «ο δεχόμενος υμάς εμέ δέχεται, και ο α­θετών υμάς, εμέ αθετεί». Είναι λοιπόν φανερό και ανα­ντίρρητο, ότι αυτός που δεν δέχεται τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους και δεν υπολογί­ζει τα λόγια τους, δεν υπολογίζει τον ίδιο το Χριστό.
       Ας εξετάσουμε δε και κάτι άλλο. Ο Θεός διάλεξε και κατέστησε αποστόλους, προφήτας και διδασκά­λους, προς τον καταρτισμό των πιστών. Αντίθετα, ο διάβολος διάλεξε και ξεσήκωσε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους, για να πολε­μηθή και ο παλαιός νόμος και ο ευαγγελικός. Μονα­δικούς δε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους εννοώ τους αιρετικούς, των ο­ποίων είναι διεστραμμένοι οι λόγοι και οι λογισμοί. Όπως ακριβώς λοιπόν αυτός που δέχεται τους αληθι­νούς αποστόλους και προφήτας και διδασκάλους, δέ­χεται τον Θεό, έτσι και αυτός που δέχεται τους ψευδα­ποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκά­λους, δέχεται τον διάβολο. Αυτός λοιπόν που βάζει τους αγίους μαζί με τους βδελυρούς και ακαθάρτους αιρετικούς (δεχθήτε τα λόγια μου, λέγω την αλήθεια), προφανώς βάζει στην ίδια μοίρα τον Θεό μαζί με τον διάβολο.
       Αν λοιπόν εξετάζοντας τις καινοτομίες που έγι­ναν τώρα στα χρόνια μας, τις βρίσκουμε να έχουν κα­ταντήσει σ' αυτό το πιο ακραίο κακό, προσέξτε μή­πως, ενώ προφασιζόμαστε την ειρήνη, βρεθούμε να νοσούμε και να κηρύττουμε την αποστασία, η οποία θα είναι, κατά τον θείο απόστολο, πρόδρομος της πα­ρουσίας του Αντιχρίστου. Αυτά σας τα είπα χωρίς κανένα δισταγμό, κύριοί μου, για να λυπηθήτε τους ε­αυτούς σας κι εμάς.
       Με συμβουλεύετε επίσης να έλθω να κοινωνήσω με την Εκκλησία στην οποία τέτοια κηρύσσονται, ε­νώ έχω άλλα γραμμένα στο βιβλίο της καρδιάς μου, και να γίνω κοινωνός μ' αυτούς που νομίζουν ότι στρέφονται εναντίον του διαβόλου με την βοήθεια του Θεού, ενώ στην πραγματικότητα στρέφονται ενα­ντίον του Θεού; Να μη δώση Ο Θεός, που γεννήθηκε για μένα χωρίς αμαρτία!
       Και αφού τους έβαλε μετάνοια, είπε:
           ΜΑΞΙΜΟΣ: Οτιδήποτε έχετε διαταγή να κάνετε στο δούλο σας, σας λέγω κάμετέ το. Εγώ πάντως ουδέπο­τε θα γίνω συγκοινωνός μ' αυτούς που δέχονται αυτές τις καινοτομίες.
       Μόλις τα άκουσαν εκείνοι αυτά, πάγωσαν. Έβαλαν κάτω τα κεφάλια τους και εσιώπησαν για αρκετή ώρα. Σήκωσε κάποια στιγμή το κεφάλι του ο επίσκοπος Θεοδόσιος, κύτταξε προς τον αββά Μάξιμο και είπε:
      
      ΘΕΟΔ.: Σου λέμε λοιπόν εμείς πως, εάν εσύ κοι­νωνήσης, ο δεσπότης μας ο βασιλεύς θα ελαφρύνη τον Τύπο.
           ΜΑΞΙΜΟΣ: Η απόστασις που μας χωρίζει είναι ακόμη μεγάλη. Τι θα κάνουμε με το δόγμα του ενός θελήμα­τος που επικυρώθηκε συνοδικά από τον Σέργιο και τον Πύρρο για την αναίρεσι κάθε ενέργειας;
      ΘΕΟΔ.: Εκεινο το χαρτί καταστράφηκε και αχρη­στεύθηκε.
          ΜΑΞΙΜΟΣ: Το έσβησαν από τους πέτρινους τοίχους, όχι όμως κι από τις νοερές ψυχές. Ας δεχθούν την καταδίκη του που έγινε συνοδικά στην Ρώμη με ευσε­βή δόγματα και κανόνες, και τότε θα λυθή το μεσότοι­χο και δεν θάχουμε ανάγκη από συμβουλές.
       ΘΕΟΔ.: Δεν έχει ισχύ η σύνοδος της Ρώμης, γιατί έγινε χωρίς την διαταγή του βασιλέως.
       ΜΑΞΙΜΟΣ:  Αν οι διαταγές των βασιλέων δίνουν κύ­ρος στις προγενέστερες συνόδους και όχι η ευσεβής πίστις, ας δεχθούν και τις συνόδους που έγιναν ενα­ντίον του ομοουσίου, μια και έγιναν με εντολή των βασιλέων. Και ποιος κανόνας ορίζει να είναι έγκυρες μόνο εκείνες οι σύνοδοι που συνεκλήθησαν με εντολή βασιλέως ή οπωσδήποτε όλες οι σύνοδοι να συγ­καλούνται κατόπιν βασιλικής διαταγής; Ο ευσεβής κανών της Εκκλησίας γνωρίζει ως άγιες και έγκυρες εκείνες τις συνόδους, τις οποίες διακρίνει η ορθότης των δογμάτων.
       ΘΕΟΔ.: Όπως τα λες είναι. η ορθότης των δογμά­των δίνει κύρος στις συνόδους. Τι λοιπόν; Δεν πρέπει καθόλου να λέμε μία ενέργεια στον Χριστό;
      ΜΑΞΙΜΟΣ: Σύμφωνα με την αγία Γραφή και τους α­γίους Πατέρας τίποτα τέτοιο δεν παρελάβαμε να λέμε. Αλλά, όπως ακριβώς παρελάβαμε να πιστεύωμε για το Χριστό δύο φύσεις, αυτές από τις οποίες απαρτίζε­ται, έτσι μας επετράπη να πιστεύω με και να ομολογούμε και τις φυσικές Του θελήσεις και ενέργειες που υπάρχουν καταλλήλως σ' αυτόν, αφού αυτός ο ίδιος είναι εκ φύσεως Θεός μαζί και άνθρωπος.
       ΘΕΟΔ.: Πράγματι, κύριε, και εμείς ομολογούμε και τις φύσεις και τις διάφορες ενέργειες, δηλαδή και την θεία και την ανθρωπίνη. και ότι η θεότης του εί­ναι θελητική και η ανθρωπότης του θελητική. επειδή η ψυχή του δεν ήταν χωρίς θέλησι. Αλλά για να μη χάνουμε τον καιρό μας εδώ, ό,τι κι αν είπαν οι Πατέ­ρες το ομολογώ, και μάλιστα το κάνω και εγγράφως (δηλαδή), δύο φύσεις και δύο θελήματα και δύο ενέρ­γειες. Έλα λοιπόν να κοινωνήσης μαζί μας και να γί­νη η ένωσις.
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, δεν τολμώ να δεχθώ εγώ έγγρα­φη συγκατάθεσι από σας γι' αυτό το πράγμα, διότι εί­μαι απλός μοναχός. Αν όμως ο Θεός σας έφερε σε κα­τάνυξι, ώστε να δεχθήτε τους λόγους των αγίων Πατέ­ρων, να ενεργήσετε όπως απαιτούν οι κανόνες. Να στείλετε, δηλαδή, περί τούτου έγγραφο προς τον επί­σκοπο Ρώμης, ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης και η πε­ρί αυτόν σύνοδος. Εγώ πάντως ούτε κι αν γίνουν αυ­τά θα κοινωνήσω, επειδή οι αναθεματισθέντες αναφέ­ρονται στην αγία αναφορά. Διότι φοβάμαι το κατά­κριμα του αναθέματος.
       ΘΕΟΔ.: Ο Θεός γνωρίζει ότι δεν σε κατηγορώ που φοβάσαι, αλλά ούτε και κανένας άλλος. Για το ό­νομα όμως του Κυρίου, πες μας την γνώμη σου, εάν είναι δυνατόν να γίνη αυτό (δηλ. να αρθή το ανάθεμα ήδη αποθανόντος αιρετικού).
      ΜΑΞΙΜΟΣ: Ποια γνώμη μπορώ να σας δώσω γι' αυτό; Πηγαίνετε, ψάξτε να βρήτε αν ποτέ έχει γίνει κάτι τέ­τοιο και ελευθερώθηκε κανείς μετά θάνατον από το έγκλημα για την πίστι, κι από το κατάκριμα που έχει εξαγορευθή εναντίον του. Πρέπει να καταδεχθούν ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης να μιμηθούν την συγκα­τάβασι του Θεού. και ο μεν να κάνει παρακλητική κέ­λευσι, ο δε συνοδική δέησι προς τον πάπα της Ρώμης. Χωρίς αμφιβολία, αν βρεθή κάποιος τρόπος εκκλη­σιαστικός που να το επιτρέπη αυτό για την σωστή ομολογία της πίστεως, θα συμφωνήση περί αυτού μαζί σας.
        ΘΕΟΔ.: Αυτό θα γίνη οπωσδήποτε. αλλά δος μου τον λόγο σου ότι, εάν στείλουν εμένα, θα έλθης μαζί μου.
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, σου είναι πιο συμφέρον να πά­ρης μαζί σου τον σύνδουλό μου που είναι στη Μεσημ­βρία, παρά εμένα. Εκείνος και την γλώσσα γνωρίζει και τον σέβονται πολύ, μια και τόσα χρόνια τιμωρεί­ται για τον Θεό και για την ορθή πίστι που κρατεί ο θρόνος τους.
       ΘΕΟΔ.: Έχουμε μεταξύ μας κάτι μικροδιαφορές, και δεν μου είναι τόσο ευχάριστο να πάω μαζί του.
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, αφού νομίζετε ότι πρέπει να γίνη αυτό, ας γίνη όπως αποφασίζετε. εγώ σας ακολουθώ όπου θέλετε.
       Μετά από αυτό σηκώθηκαν όλοι επάνω χα­ρούμενοι και με δάκρυα στα μάτια. Έβαλαν με­τάνοια και έγινε προσευχή. Και κάθε ένας τους ασπάσθηκε τα άγια Ευαγγέλια, και τον Τίμιο Σταυρό, και την εικόνα του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και της Δεσποίνης ημών Παναγίας Θεοτόκου της Μητέρας Του, αφού έ­βαλαν επάνω και τα χέρια τους προς βεβαίωσι των συμφωνηθέντων. Αφού ειπώθηκαν αυτά, ό­ταν ασπάζονταν μεταξύ τους είπε ο ύπατος Θεο­δόσιος:
       ΘΕΟΔ.: Να λοιπόν, έγιναν όλα καλά. Άρα γε θα καταδεχθή ο βασιλεύς να κάνη παρακλητική κέλευσι;
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Οπωσδήποτε θα κάνη, εάν θέλη να είναι μιμητής του Θεού και να ταπεινωθή μαζί Του για την κοινή σωτηρία όλων μας. Ας αναλογισθή ότι, αφού ο Θεός που φύσει σώζει, δεν μας έσωσε παρά αφού με την θέλησί Του ταπεινώθηκε, πώς ο φύσει σωζόμενος άνθρωπος θα σωθή ή θα σώση χωρίς να ταπεινωθή;
       Μετά δε την αναχώρησι των παραπάνω αν­δρών, στις 8 του μηνός Σεπτεμβρίου της παρού­σης 15ης ινδικτιώνος, πήγε πάλι ο ύπατος Παύ­λος στη Βιζύη προς τον αββά Μάξιμο, έχοντας μαζί του διαταγή που έλεγε τα εξής: «Παραγγέ­λομε στην ενδοξότητά σου να πας στη Βιζύη και να φέρης τον Μοναχό Μάξιμο με πολλή τιμή και περιποίησι, λόγω της μεγάλης του ηλικίας και της ασθενείας του, και διότι αυτός ανήκει στους προγόνους μας και τους έχει τιμήσει. Και να τον βάλης στο λαμπρό μοναστήρι του Αγίου Θεοδώρου, που βρίσκεται δίπλα στο Βασιλικό παλάτι». Αφού λοιπόν ο ύπατος τον πήρε και τον έβαλε στο προειρημένο μοναστήρι, πήγε να δώση ειδοποίησι.
       Την επομένη ημέρα πήγαν προς αυτόν οι πα­τρίκιοι Επιφάνιος και Τρώιλος, με λαμπρό ντύ­σιμο και ύφος, καθώς και ο επίσκοπος Θεοδό­σιος. Συναντήθηκαν με αυτόν στο κατηχουμενείο της Εκκλησίας του ιδίου μοναστηριού. Αφού έγινε ο συνηθισμένος ασπασμός κάθησαν, υπο­χρεώνοντας κι αυτόν να καθήση. Και αρχίζοντας τον λόγο μαζί του ο Τρώιλος είπε:
       ΤΡΩΙΛΟΣ:  Ο αυτοκράτωρ μας διέταξε να έρθουμε και να σου ανακοινώσουμε την γνώμη που έχει η θεο­στήρικτη βασιλεία του. Αλλά πρώτα πες μας, θα κά­νης την διαταγή του βασιλέως ή δεν θα την κάνης;
Ο Μάξιμος είπε:
       ΜΑΞΙΜΟΣ:Κύριε, να ακούσω τι διέταξε η ευσεβής του δύναμις και θά αποκριθώ κατάλληλα. γιατί προς κάτι το άγνωστο ποια απάντησι μπορώ να δώσω;
Ο Τρώιλος επέμενε λέγοντας:
       ΤΡΩΙΛ.: Δεν πρόκειται να πούμε τίποτε, εάν δεν μας πης πρώτα, αν θα κάνης ή όχι την διαταγή του βασιλέως.
       Και όταν τους είδε να αντιστέκωνται και λό­γω της καθυστερήσεώς του να βλέπουν πιο σκληρά και μαζί με τους συνακόλουθούς τους να αποκρίνωνται πιο άγρια, ενώ φάνταζαν τα περή­φανα στολίδια των αξιωμάτων τους, απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Αφού δεν θέλετε να πήτε στον δούλο σας την απόφασι του κυρίου και βασιλέως μας, να λοιπόν σας λέω, κι ακούει ο Θεός και οι άγιοι άγγελοι και όλοι εσείς: οτιδήποτε με διατάξη για κάθε πράγμα που καταλύεται και καταστρέφεται σ' αυτόν τον αιώνα, με προθυμία το κάνω.
Και αμέσως ο Τρώιλος είπε:
       ΤΡΩΙΛ.: Συγχωρέστε με, αλλά εγώ φεύγω.  γιατί αυτός τίποτε δεν πρόκειται να κάνη.
       Και αφού έγινε πάρα πολύς θόρυβος και μεγάλη ταραχή και σύγχυσι, τους είπε ο επίσκοπος Θεοδόσιος:
       ΘΕΟΔ.: Πείτε του την διαταγή και θα μάθετε την απάντησί του. Διότι, δεν είναι λογικό να φύγουμε, χω­ρίς να πούμε και να ακούσουμε τίποτε.
Τότε ο πατρίκιος Επιφάνιος είπε:
       ΕΠΙΦ.:   Αυτό σου δηλώνει με μας ο βασιλεύς: «Ε­πειδή η Δύσις και όσοι διαστρέφουν (τα πράγματα) στην Ανατολή αποβλέπουν σε σένα, κι όλοι εξ αιτίας σου ξεσηκώνονται μη θέλοντας να συμφωνήσουν μαζί μας για την πίστι, είθε να σε κατανύξη ο Θεός να κοινωνήσης μαζί μας βάσει του Τύπου που εκθέσαμε. Θα βγούμε τότε εμείς οι ίδιοι στη Χαλκή (πύλη) και θα σε ασπασθούμε, θα σου δώσουμε το χέρι και με κάθε τιμή και δόξα θα σε βάλουμε στην μεγάλη Εκκλησία. Θα στέκεσαι μαζί μας στο μέρος που συνηθίζουν να στέκωνται οι βασιλείς. Θα κάνουμε τότε και την σύ­ναξι (Θ. Λειτουργία) και θα κοινωνήσουμε τα άχρα­ντα και ζωοποιά μυστήρια, το ζωοποιό σώμα και αίμα του Χριστού. Θα σε ανακηρύξουμε πατέρα μας. και θα γίνη χαρά όχι μόνο στην φιλόχριστη και βασιλική μας πόλι, αλλά και σ' όλη την οικουμένη. Γιατί γνω­ρίζουμε πολύ καλά ότι, εάν εσύ κοινωνήσης με τον ε­δώ άγιο θρόνο, όλοι θα ενωθούν μαζί μας, αυτοί που εξ αιτίας σου και εξ αιτίας της διδασκαλίας σου απο­σχίσθηκαν από την κοινωνία με μας».
Γυρίζοντας τότε προς τον επίσκοπο ο αββάς Μάξιμος του είπε με δάκρυα στα μάτια:
      ΜΑΞΙΜΟΣ: Μεγάλε κύριε, όλοι περιμένουμε ημέρα κρίσεως. Αληθινά, ούτε όλη η δύναμι των ουρανών δεν θα με πείση να το κάνω αυτό. Γιατί, τι θα έχω να απολογηθώ -δεν λέω στο Θεό, αλλά στην συνείδησί μου-, αν για την δόξα των ανθρώπων, που μόνη της δεν έχει καμμιά οντότητα, γίνω εξωμότης της πίστεως που σώζει αυτούς που την υπερασπίζονται;
       Όταν άκουσαν τα λόγια αυτά, σηκώθηκαν ό­λοι επάνω και γεμάτοι θυμό τον έσπρωξαν, τον τράβηξαν και τον έρριξαν κάτω. Τον γέμισαν μά­λιστα από το κεφάλι ως τα νύχια με φτυσίματα, που η δυσωδία τους παρέμεινε μέχρις ότου πλύ­θηκαν τα ρούχα του. Σηκώθηκε τότε και ο επί­σκοπος και είπε:
       ΘΕΟΔ.:  Δεν έπρεπε να το κάνετε αυτό. Έπρεπε να ακούσωμε μόνο την απάντησί του και να την αναφέ­ρωμε στον αγαθό μας βασιλέα.
       Μόλις τους έπεισε ο επίσκοπος να ησυχά­σουν, κάθησαν πάλι. Με θυμό όμως και αγριότη­τα του είπαν μύριες βρισιές και ακατανόμαστες κατάρες. Τότε του είπε ο Επιφάνιος:
       ΕΠΙΦ.:   Πες μας λοιπόν κάκιστε λαίμαργε γέρο, μας είπες αυτά τα λόγια θεωρώντας ως αιρετικούς ε­μάς και την πόλι μας και τον βασιλέα; Αληθινά, είμα­στε περισσότερο Χριστιανοί και ορθόδοξοι από σένα. Και ομολογούμε ότι ο Κύριός μας και Θεός έχει και θεϊκή και ανθρώπινη θέλησι και νοερή ψυχή. και ότι κάθε νοερή φύσι οπωσδήποτε έχει εκ φύσεως το θέ­λειν και το ενεργείν, επειδή ίδιον της ζωής είναι η κί­νησις και ίδιον του νοός η θέλησις. Και γνωρίζουμε ότι είναι θελητικός, όχι μόνο κατά την θεότητα, αλλά και κατά την ανθρωπότητα. Δεν αρνούμαστε επίσης και τις δύο θελήσεις του και ενέργειες.
Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:
       ΜΑΞΙΜΟΣ:  Εάν πιστεύετε έτσι, όπως πιστεύουν οι νο­ερές φύσεις και η Εκκλησία του Θεού, πώς εσείς με αναγκάζετε να κοινωνήσω με τον Τύπο, που μόνο την αναίρεσι αυτών έχει;
       ΕΠΙΦ.:   Αυτό έγινε για οικονομία, για να μη ζημιωθούν οι λαοί μας με τέτοιες λεπτολογίες.
Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:
      ΜΑΞΙΜΟΣ: Συμβαίνει το αντίθετο. κάθε άνθρωπος α­γιάζεται με την ακριβή ομολογία της πίστεως, και όχι με την αναίρεσι που βρίσκεται στον Τύπο.
Και είπε ο Τρώιλος:
       ΤΡΩΙΛ.: Και στο παλάτι σου είπαμε, ότι (ο Τύ­πος) δεν ανήρεσε τίποτε, αλλά διέταξε να κατασιγά­σουν (οι διϊστάμενες απόψεις) για να ειρηνεύσουμε ό­λοι.
Και απαντώντας πάλι ο αββάς Μάξιμος είπε:
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Η σιωπή των λόγων είναι αναίρεσις των λόγων. Λέγει το Άγιον Πνεύμα μέσω του Προφήτου Δαβίδ: «Ουκ εισί λαλιαί, ουδέ λόγοι, ων ουχί ακούονται αι φωναί αυτών». Άρα λοιπόν ο λόγος που δεν λέγεται, δεν είναι καν λόγος.
Και είπε ο Τρώιλος:
       ΤΡΩΙΛ.: Στην καρδιά σου να έχης ό,τι θέλεις, δεν σε εμποδίζει κανείς.
Ο αββάς Μάξιμος απήντησε:
      ΜΑΞΙΜΟΣ: Ο Θεός δεν περιώρισε στην καρδιά όλη την σωτηρία, αλλά είπε: «Ο ομολογών με έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω αυτόν έμπροσθεν του Πα­τρός μου του εν ουρανοίς». Και ο θείος Απόστολος διδάσκει ως εξής: «Kαρδία μεν πιστεύεται εις δικαιο­σύνην. στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν». Αν λοιπόν ο Θεός και οι προφήται και οι απόστολοι του Θεού προτρέπουν να ομολογήται με τους λόγους των Αγίων το μυστήριο, το μεγάλο και φρικτό και σωτή­ριο για όλο τον κόσμο, δεν πρέπει να σιωπήση με κα­νένα τρόπο η φωνή που κηρύττει αυτό, για να μη κιν­δυνεύση η σωτηρία των σιωπώντων.
Και απαντώντας ο Επιφάνιος με πολύ άγριο τρόπο είπε:
       ΕΠΙΦ.: Υπέγραψες στον λίβελλο;
Και είπε ο αββάς Μάξιμος:
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι υπέγραψα.
       ΕΠΙΦ.:   Και πώς τόλμησες να υπογράψης και να αναθεματίσης αυτούς που ομολογούν και πιστεύουν ό­πως οι νοερές φύσεις και η καθολική Εκκλησία; Α­ληθινά με δική μου πρότασι θα σε πάμε στην πόλι, θα σε στήσουμε δεμένο στην αγορά και θα φέρουμε τους μίμους, άνδρες και γυναίκες, και τις πιο διάσημες πόρνες και όλο το λαό, για να χτυπήση και φτύση κα­θένας και καθεμιά τους το πρόσωπό σου.
Απαντώντας σ' αυτά ο αββάς Μάξιμος είπε:
       ΜΑΞΙΜΟΣ: Ας γίνη όπως είπατε, εάν αναθεματίσαμε αυτούς που ομολογούν ότι ο Κύριος έχει δύο φύσεις, και τις κατάλληλες σ' αυτόν δύο φυσικές θελήσεις και ενέργειες, και ότι είναι εκ φύσεως αληθινός Θεός και άνθρωπος. Διάβασε, δέσποτα, τα πρακτικά και τον λίβελλο, και εάν βρήτε αυτά που είπατε, κάμετε ό,τι σκέπτεσθε.
       Μετά από αυτά τον ωδήγησαν στην Κωνσταντι­νούπολι και έβγαλαν απόφασι εναντίον τους. Ανεθε­μάτισαν και κατεδίκασαν τον εν αγίοις Μάξιμο, τον μακάριο μαθητή του Αναστάσιο, τον αγιώτατο πάπα Μαρτίνο, τον άγιο Σωφρόνιο πατριάρχη Ιεροσολύ­μων, και όλους τους ορθοδόξους και ομοφρονούντας μ' αυτούς. Έπειτα έφεραν και τον άλλο μακάριο Αναστάσιο. Αφού χρησιμοποίησαν και γι' αυτόν τα ίδια αναθέματα και βρισιές, τους παρέδωσαν στους άρχο­ντες λέγοντας: Αποφασίζουμε να σας παραλάβη αμέ­σως ο πανεύφημος έπαρχός μας, που είναι δω, στο πο­λυάνθρωπο ανάκτορό του. Να σας χτυπήση με νεύρα στα μετάφρενα (τον Μάξιμο, Αναστάσιο και Αναστά­σιο), και να αποκόψη από την ρίζα το όργανο της ακολασίας σας, δηλαδή την βλάσφημη γλώσσα σας, του Μαξίμου, Αναστασίου και Αναστασίου. Στη συ­νέχεια να κόψη με σιδερένιο μαχαίρι και την ταραχώ­δη δεξιά που υπηρέτησε τον βλάσφημο λογισμό σας. Μόλις δε σας αποστερήσουν αυτά τα βδελυκτά μέλη, να τα κρεμάσουν πάνω σας και να σας περιφέρουν στα δώδεκα τμήματα της βασιλίδος των πόλεων. Κατόπιν να σας παραδώση σε ισόβια εξoρία  και ταυτόχρονα συνεχή φρούρησι, έτσι που συνεχώς και για όλο το χρόνο της ζωής σας να οδύρεσθε για τα βλάσφημα σφάλματά σας. Γιατί η κατάρα που εφεύρατε ε­ναντίον μας, επέπεσε πάνω στα κεφάλια σας.
       Τότε λοιπόν τους πήρε ο έπαρχος και τους τιμώ­ρησε κόβοντας τα μέλη τους. Τέλος τους περιέφερε σ' όλη την πόλι και τους εξώρισε στην Λαζική.
(Από το τεύχος 21 του έτους 1996 του περιοδικού Ο Ο­ΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, σελίς 6-20).

Μάξιμος ο Ομολογητής και τα κύρια στοιχεία της διδασκαλίας του


Ο Μάξιμος Ομολογητής είναι ένας από τους μεγαλύτερους Πατέρες της Εκκλησίας. Έζησε και μαρτύρησε τον 7ο αι (580-662 μ.Χ.). Φέρει τον τίτλο του Ομολογητή γιατί όταν ομολογούσε τις δύο θελήσεις του Χριστού δεν υπήρχε κανείς επί της γης προκειμένου να εκφράσει την πίστη του «όμου μετ’ αυτού» και έτσι αναγκάστηκε να ομολογήσει με τους νεκρούς, τους «όντως ζώντες εν Χριστώ» αγίους της Εκκλησίας τον καιρό της αντίστασης, στη φυλακή και στην εξορία. Η τύχη της Χριστολογίας εξαρτήθηκε από την άκαμπτη σταθερότητα ενός ανθρώπου μονάχα. Αποτέλεσε παράδειγμα δυναμισμού και θεολογικής εμπειρίας, αλλά και ταυτόχρονα, πνευματικό ηγήτορα με πρωτότυπο και εντυπωσιακό, θεολογικό σχήμα. Το εκτεταμένο και πολυσχιδές έργο του διαβάστηκε πολύ, αφομοιώθηκε δημιουργικά από μεταγενέστερους συγγραφείς και άσκησε τεράστια επίδραση στη διαμόρφωση της θεολογικής σκέψης. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι ελαχίστων Πατέρων τα κείμενα είχαν μέσα στη συνολική εκκλησιαστική παράδοση τον μείζονα και καθοριστικό ρόλο, που άσκησαν οι πραγματείες του Μάξιμου. Ο Μάξιμος ανατρέπει όλες εκείνες τις απόψεις των αιρετικών που απαξίωναν την ανθρώπινη φύση του Ιησού Χριστού, βασισμένοι στην υποτίμηση του κόσμου και της δημιουργίας. Δεν αποδέχεται καμιά αρνητική θεώρηση του κόσμου· θεωρεί τα θεμελιώδη συστατικά του, στην καθαρότητα της δημιουργίας τους, ελεύθερα από οποιαδήποτε ηθική απαξίωση. Η κοσμολογία του αποπνέει ένα τόνο σεβασμού για την πραγματικότητα, ένα πνεύμα αισιοδοξίας που διαπερνά τη θέαση του κόσμου, και προωθεί τον άνθρωπο προς την προοπτική της υπέρτατης κίνησης, την θέωση.
Ανάλυση της διδασκαλίας του Μάξιμου του Ομολογητή
Η πρώτη μορφή θεολογίας που ασκεί ο Μάξιμος ο Ομολογητής και τον διαφοροποιεί στην εποχή του, έχει χαρακτήρα ανατροπής, ενάντια στις οργανωμένες πιέσεις της εξουσίας, όχι με τρόπο που επιφέρει αρνητισμό και αντίδραση, παρά με έντονη διδασκαλία, ενεργό παρουσία και εφαρμογή της χριστιανικής ζωής και παράδοσης, δια του παραδείγματος. Το πλήθος των επιστολών του έχει διδακτικό χαρακτήρα, καθορίζει εκείνες τις προϋποθέσεις που διέπουν τις αρχές της θεολογίας , με πλήρη ανάπτυξη και θεολογικό χαρακτήρα. Το δε εύρος της διδασκαλίας του, προσεγγίζοντας το σύνολο του φάσματος της ιστορικής πορείας του χριστιανισμού, αποκαλύπτει την βαθειά του γνώση και ικανότητα, να αναλύει με ευλυγισία, και να συσχετίζει θέσεις θεολόγων Πατέρων που κατά καιρούς, δημιουργούν απορίες. Η γλώσσα του, είναι γλώσσα φιλοσοφική· μέσα στα έργα διαφαίνεται μια συγκρότηση με φιλοσοφικούς όρους και προβάλλεται η οντολογία, η ανθρωπολογία και η κοσμολογία της καθ’ ημάς ανατολικής εκκλησίας.
Το στοιχείο της κοσμολογίας κατά την διδασκαλία του Μάξιμου
Θεμέλιο της κοσμολογικής σκέψης του Μαξίμου είναι η απόλυτη διάζευξη ανάμεσα στο άκτιστο που είναι ο Θεός και το κτιστό που είναι ο κόσμος. Το χάσμα ανάμεσα στο κτιστό και το άκτιστο είναι για τον άνθρωπο αγεφύρωτο και η θεία ουσία παραμένει παντελώς απρόσιτη. Ο Μάξιμος διακηρύσσει ότι ο Θεός παραμένει κατά την ουσία άγνωστος, αμήχανος και άβατος. Η κοσμολογία κατά τον Μάξιμο, αποπνέει ένα τόνο σεβασμού για την πραγματικότητα, ένα πνεύμα αισιοδοξίας που διαπερνά τη συνολική θέαση του κόσμου. Κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο ξετυλίγεται και διευθετείται η θεώρηση του κόσμου, είναι η έννοια της κινήσεως. Η έννοια της κινήσεως διαπερνά το σύνολο της διδασκαλίας του Ομολογητή, αφού καταρχήν αναγνωρίζεται σ’ αυτήν ρόλος μέσα στην ίδια την πραγματικότητα. Διέπει το σύνολο της κοσμικής ουσίας. Όλα τα όντα κινούνται, και η κίνηση είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό της φύσης τους. Η αιτία της κίνησης των όντων είναι και αιτία της ύπαρξής τους. Η έναρξη της κίνησης είναι και είσοδος στην ύπαρξη: «Πᾶν κατὰ φύσιν κινούμενον δι᾿ αἰτίαν πάντως κινεῖται, καὶ πᾶν τὸ δι᾿ αἰτίαν κινούμενον δι᾿ αἰτίαν πάντως καὶ ἔστι.» Η μετάδοση της κίνησης από το Θεό στα όντα είναι η ίδια η ζωογόνος και ζωοποιός αγάπη Του, η ερωτική Του έκσταση προς αυτά. Τα όντα ζουν και κινούνται, ακριβώς επειδή δέχονται αυτή την αγάπη.
Η ρίζα του δαιμονικού κακού, κατά τον Μάξιμο
Μέσα στη διδασκαλία του Μάξιμου, κατά κοινή ομολογία, διαφαίνεται η συνεχή προτροπή που απευθύνει, προκειμένου να ενισχυθεί ένας γενικός αγώνας εναντίον της ρίζας του δαιμονικού κακού, του εγωκεντρισμού. Ο ασκητικός λόγος, τόσο ως έργο του, αλλά κυριολεκτικά και ως τρόπος ζωής, τονίζει τις χριστιανικές πνευματικές αρχές που πρέπει να διέπουν τον άνθρωπο, προκειμένου να θωρακισθεί ενάντια στον εγωκεντρισμό, όπως είναι η υπομονή, η πραότητα, η πίστη και η αγάπη. Η προσήλωση του Μάξιμου, στη διατύπωση του χριστολογικού δόγματος κατά την διδαχή του είναι όχι μόνο εμφανής, αλλά παρουσιάζει μια χαρακτηριστική εμμονή για την προάσπιση των δογματικών θεολογικών όρων, με ευλύγιστα, ορθά και πολύπλευρα επιχειρήματα. Η παραπάνω θέση ενισχύεται ιδιαίτερα στην κατά μέτωπο επίθεση που εξαπολύει εναντίον της αίρεσης του μονοθελητισμού, όπου ο Μάξιμος καταπολεμάει διακαώς την εσφαλμένη και κακή εμπειρία στους κόλπους της εκκλησίας «εν τη γεννέσει» Η διδαχή του καταλήγει στην επισήμανση της αλήθειας ως τελική προστατευτική γραμμή για την προάσπιση του Χριστιανισμού.
Τα επίπεδα της γνώσης κατά τον Μάξιμο
Ο Μάξιμος κατά τη διδασκαλία του, διακρίνει τρία επίπεδα της γνώσης. Αυτά αντιστοιχούν σε τρεις καθολικές κινήσεις της ανθρώπινης ψυχής: την αίσθηση, το λόγο και τον νου. Την δυνατότητα της αίσθησης της γνώσεως των όντων την δώρισε ο ίδιος ο Θεός στον άνθρωπο, για να λειτουργήσει αυτή ως αρωγός στην προσπάθεια του ανθρώπου να γνωρίσει τον Δημιουργό του. Ο λόγος συγκεντρώνει τα δεδομένα των αισθήσεων μεταμορφώνοντας την αισθητή εμπειρία σε επιστημονική γνώση. Λειτουργεί έτσι ως σύνδεσμος ανάμεσα στην αίσθηση και τον νου, ανάμεσα στην άμεση αισθητηριακή γνώση και την βαθιά γνώση της προσωπικής σχέσης. Η δύναμη του λόγου επιτρέπει να συναχθεί η πολύμορφη ποικιλία των λόγων της κτίσης σε μία νόηση απλή και αδιάφορη. Αυτή η εκβολή της λογικής δύναμης στην νόηση είναι όντως ένωση λόγου και νου. Ο νους κατά τον Μάξιμο, υπερβαίνει το σύνολο των γνωστικών δυνάμεων, αντιπροσωπεύει την καθολική γνωστική δυνατότητα της ψυχής· είναι το όργανο της προσωπικής έκστασης του ανθρώπου προς τον κόσμο. Γι' αυτό και η γνώση του νου είναι καταρχήν γνώση εμπειρική.

Bιβλιογραφία
Μεταλληνός, Γεώργιος Δ., Σχέσεις καὶ αντιθέσεις . Ανατολή καὶ Δύση στὴν πορεία τοῦ Νέου Ελληνισμού,( Αθήνα, Εκδόσεις Ακρίτας, 1998)

Στανιλοάε Δημήτριος, Εισαγωγή στη «Μυσταγωγία» τοῦ Αγ. Μάξιμου του Ομολογητού, Μετάφ. Ιγνάτιος Σακαλής (Αθήνα, Εκδόσεις Αποστολικὴ Διακονία, 1997)
Runciman St., Η Μεγάλη εκκλησία εν Αιχμαλωσία, μτφρ. Ν. Παπαρρόδου,(Αθήνα Εκδόσεις Μπεργαδή, 2000)
Φλορόφσκυ Γεώργιος, Βυζαντινοί πατέρες 5ου αιώνα,( Θεσσαλονίκη Εκδόσεις Πουρνάρα 1992)
Benjamin Jowett, Plato Sophist & analysis,(Facsimile ,June 1960)
R. Roques, Structure hierarchique du monde selon le Ps. Denys,(universe Dionysian 1954)
W. VÖLKER, Maximus Confessor als meister des Geistlichen Lebens,( Wiesbaden 1965)




Βασικές αρχές της κοσμολογίας του Μαξίμου του Ομολογητού





Περ. «Σύναξη», Φεβρουάριος 2005.
Βασίλειος Μπετσάκος


Ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής είναι ένας από τους μεγαλύτερους Πατέρες της Εκκλησίας. Έζησε και μαρτύρησε τον 7ο αι (580662 μ.Χ.). Το εκτεταμένο και πολυσχιδές έργο του διαβάστηκε πολύ, αφομοιώθηκε δημιουργικά από μεταγενέστερους συγγραφείς και άσκησε τεράστια επίδραση στη διαμόρφωση της θεολογικής σκέψης. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι ελαχίστων Πατέρων τα κείμενα είχαν μέσα στη σύνολη εκκλησιαστική παράδοση τον μείζονα και καθοριστικό ρόλο που άσκησαν οι πραγματείες του Μαξίμου (1).

Είναι βέβαιο ότι ο Μάξιμος δεν συγγράφει έχοντας άμεσα φιλοσοφικές στοχεύσεις· ο θεολογικός λόγος του θέλει να εκφράσει την πίστη και εμπειρία της Εκκλησίας, την αποκαλυμμένη και βιούμενη αλήθεια των πραγμάτων. Αλλά η γλώσσα και συνακόλουθα ο τρόπος σκέψης του είναι γλώσσα φιλοσοφική· μέσα στο έργο του συγκροτείται με φιλοσοφικούς όρους και προβάλλεται η οντολογία, η ανθρωπολογία και η κοσμολογία της καθ’ ημάς ανατολικής εκκλησίας.

Ο Ομολογητής εσωτερικεύει την εκκλησιαστική διδασκαλία κατεξοχήν μέσω των διανοητικών και πνευματικών εργαλείων που του παρέχει ο αριστοτελισμός· την επεξεργάζεται και την εκφράζει με τρόπο που μαρτυρά πόσο βαθύς γνώστης του Αριστοτέλη είναι. Το φιλοσοφικό του οπλοστάσιο (τεχνικοί όροι, αντιστίξεις εννοιών, δομές της σκέψης, γνωσιοθεωρητικές αρχές κα.) είναι σε μεγάλο βαθμό αυτό που διαμορφώθηκε από το Σταγειρίτη, εμπεδώθηκε και εμπλουτίστηκε μέσα από την αδιάσπαστη συνέχεια της μελέτης και του υπομνηματισμού των αριστοτελικών κειμένων, και για αιώνες λειτούργησε ως πλαίσιο και γλώσσα της φιλοσοφικής σκέψης.

Κατά τη διάρκεια της χιλιετίας που μεσολαβεί ανάμεσα στον αρχαίο φιλόσοφο και τον Πατέρα της Εκκλησίας η συνεχής ενασχόληση με τις πραγματείες του Αριστοτέλη είτε στη σύγκρασή της με αντίστοιχα φιλοσοφικά ρεύματα (πχ. νεοπλατωνισμός) είτε στη διαπλοκή της με θεολογικές ερμηνείες και διαμάχες, συνθέτει ένα αφομοιωμένο και εναργή αριστοτελισμό, κοινόχρηστο αδιακρίτως φιλοσοφικών και θεολογικών προθέσεων. Η αριστοτελική σκέψη ενεργοποιείται πολλαχώς και ως εύχρηστο εργαλείο λογικής πρόσβασης στη φύση και την πραγματικότητα (όπως αυτές εκφαίνονταν στο εκάστοτε παρόν), και συγχρόνως ως εύπλαστο καθαυτό εφαλτήριο αναδόμησης και διόγκωσης του θεωρητικού αποθέματος. Αυτόν τον διάχυτο και κοινόχρηστο, εύχρηστο και εύπλαστο (και όμως καθόλου νόθο) Αριστοτέλη έχει στη διάθεσή του και ο Μάξιμος Ομολογητής. Μέσα από οξυδερκή πρόσληψη και οργανική εφαρμογή στο πεδίο των δικών του εκκλησιαστικών ενδιαφερόντων και προτεραιοτήτων, ζωοποιεί, ανανεώνει και εμπλουτίζει την παραδεδομένη αριστοτελική διδασκαλία.

Σήμερα, ύστερα από πολλούς αιώνες διαμεσολαβημένης πρόσληψης του Αριστοτέλη από τη σχολαστική και νεοσχολαστική δυτική φιλοσοφία, είναι καιρός να επιχειρήσουμε ένα ελληνικό διάβασμα του φιλοσόφου (2). Είναι καιρός να αξιοποιήσουμε τα αναγνωστικά εργαλεία που δοκίμασε και τελειοποίησε η Ανατολική παράδοση πρόσληψης του Έλληνα σοφού, εργαλεία που απέδωσαν έξοχες και φιλοσοφικά ενεργές ερμηνείες από τα χρόνια των πρώτων υπομνηματιστών μέχρι τα χρόνια της ύστερης Τουρκοκρατίας.

Ο Μάξιμος Ομολογητής προσπαθεί να ανατρέψει όλες εκείνες τις απόψεις των αιρετικών που απαξίωναν την ανθρώπινη φύση του Ιησού Χριστού, βασισμένοι στην μανιχαϊστική υποτίμηση του κόσμου και της δημιουργίας. Ως εκ τούτου δεν αποδέχεται καμιά αρνητική θεώρηση του κόσμου· θεωρεί τα θεμελιώδη συστατικά του (την ύλη και το είδος, τη δύναμη και την ενέργεια, την κίνηση και τη στάση, κλπ.), στην καθαρότητα της δημιουργίας τους, ελεύθερα από οποιαδήποτε ηθική απαξίωση. Η κοσμολογία του αποπνέει ένα τόνο σεβασμού για την πραγματικότητα, ένα πνεύμα αισιοδοξίας που διαπερνά τη σύνολη θέαση του κόσμου, αφού ανοίγει σ’ αυτόν και την προοπτική της υπέρτατης κίνησης: της θέωσης.


Βασικές αρχές αυτής της κοσμολογίας είναι οι ακόλουθες:

Α. Κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο ξετυλίγεται και διευθετείται η θεώρηση του κόσμου, είναι η έννοια της κινήσεως (3). Ο όρος χρησιμοποιείται με την αριστοτελική του σημασία· δεν δηλώνει μόνο την κατὰ τόπον κίνηση, αλλά και άλλου είδους μεταβολές· πρωτίστως, όμως, έχει οντολογικό περιεχόμενο σημαίνοντας το διαρκές πέρασμα των όντων από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Η έννοια της κινήσεως διαπερνά το σύνολο της διδασκαλίας του Ομολογητού, αφού καταρχάς αναγνωρίζεται σ’ αυτήν βαρυσήμαντος ρόλος μέσα στην ίδια την πραγματικότητα. Διέπει τη σύνολη κοσμική ουσία· όλα τα όντα κινούνται, και η κίνησις είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό της φύσης τους. Η φυσική κίνησις, λοιπόν, καταξιώνεται πλήρως στο έργο του αγίου Μαξίμου.

Η αιτία της κίνησης των όντων είναι και αιτία της ύπαρξής τους· η έναρξη της κίνησης είναι και είσοδος στην ύπαρξη: Πᾶν κατὰ φύσιν κινούμενον δι᾿ αἰτίαν πάντως κινεῖται, καὶ πᾶν τὸ δι᾿ αἰτίαν κινούμενον δι᾿ αἰτίαν πάντως καὶ ἔστι (4). Η κίνηση γίνεται το πρωταρχικό στοιχείο του τρόπου ύπαρξης των όντων. Εἶναι και κινεῖσθαι (υπό του Θεού) ταυτίζονται (5).

Τα όντα κυριολεκτικά ἤχθησαν στην ύπαρξη και εξακολουθούν να παράγονται σ’ αυτήν. Ποιητικόδημιουργικό Αίτιο των όντων είναι ο Θεός, ο μόνος αγένητος και ακίνητος (6). Ο,τιδήποτε υπάρχει και κινείται, οφείλοντας αυτές τις συστατικές ιδιότητές του σε μία αιτία που το υπερβαίνει, είναι γενητόν. Γένεση των όντων σημαίνει δημιουργίακτίση τους διὰ τοῦ Θεοῦ (7). Δημιουργία σημαίνει μετάδοση της κίνησης (8).

Και η έναρξη, λοιπόν, της κίνησης των όντων ταυτίζεται με την εκ Θεού γένεσή τους, αλλά και η συντήρηση των όντων στο εἶναι προϋποθέτει την ακατάπαυστη δημιουργική Ενέργεια του Θεού. Δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι η κίνηση της δημιουργίας των όντων έχει έναν στιγμιαίο χαρακτήρα, και συνεπώς ότι, άπαξ και δόθηκε στα όντα η αρχική δημιουργική ώθηση στο εἶναι, έχουν αυτά έκτοτε από μέσα τους τη δυνατότητα να υπάρχουν. Τα όντα συντηρούνται στο εἶναι, μόνο καθόσον βρίσκονται σε σχέση με τη αέναη κινητήρια δημιουργική δύναμη, τον Κτίστη τους.

Η παραπάνω θέση, σύμφωνα με την οποία η κίνηση και το εἶναι των όντων προϋποθέτουν οπωσδήποτε μία (άναρχη) αιτία, δεν αφίσταται ριζικά από την αριστοτελική αρχή πως κάθε κίνηση προϋποθέτει ένα κινοῦν (ἅπαν τὸ κινούμενον ἀνάγκῃ ὑπό τινος κινεῖσθαι) (9), το οποίο στα έσχατα της αλληλουχίας των κινήσεων είναι ακίνητο.

Β. Τα όντα δεν είναι με κανένα τρόπο αυτοκινούμενα, αλλά υφιστάμενα την αρχική και αδιάλειπτη κίνηση εκ του μηδενός προς το εἶναι, κινούνται και κινούν το ένα το άλλο. Συγκρατούνται έτσι στην ύπαρξη αποτελώντας έναν κρίκο στην αλυσίδα αλληλοδιάδοχων κινήσεων. Το εἶναι δεν αποτελεί αυτονόητο δεδομένο το οποίο κατέχουν αυτοδικαίως τα όντα, αλλά αυτά μέσα σε ένα γίγνεσθαι που τα υπερβαίνει, απολαμβάνουν την ύπαρξη ωθούμενα από το Θεό σε μια διαρκή κίνηση από το μηεἶναι στο εἶναι(10).

Η μετάδοση της κίνησης από το Θεό στα όντα είναι η ίδια η ζωογόνος και ζωοποιός αγάπη Του, η ερωτική Του έκσταση προς αυτά. Τα όντα ζουν και κινούνται, ακριβώς επειδή δέχονται αυτή την αγάπη. Στο βαθμό μάλιστα που ανταποκρίνονται στην αγαπητικήελκτική κίνηση του Θεού, συντονίζοντας τη δική τους κίνηση σύμφωνα με τους λόγους που έχουν εξαρχής εντεθεί σ’ αυτά με την κίνηση του Θεού, οδηγούνται στην επιστροφή τους στο Θεό. Με αυτήν την πορεία επιτυγχάνουν θείᾳ χάριτι την αναίρεση της πολυμορφίας τους και οδηγούνται στην ενοποιητική ανακεφαλαίωσή τους. Πραγματοποιείται έτσι διαρκώς η ταύτιση της αρχικής αιτίας των όντων με το σκοπούμενο τέλος τους.

Γ. Οι λόγοι της κτίσεως προϋπάρχουν στο Θεό ως πρότυπα των πραγμάτων όντων και γεγονότων, λειτουργούν ως προορισμοί τους και ταυτίζονται με τα θεία θελήματα(11). Συνδέονται με τις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Διακρίνονται αφενός από το ΘεόΛόγο, αφετέρου από τα ίδια τα όντα. Οι λόγοι δεν αποτελούν βέβαια αυθύπαρκτες οντότητες· η ύπαρξή τους είναι δεμένη με τα αντίστοιχα όντα (ἀπὸ τῶν ποιημάτων νοούμενοι καθορῶνται)(12). Οι λόγοι, επίσης, δεν ταυτίζονται με τα καθόλου της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, αφού και τα καθόλου, όπως βέβαια και τα καθ᾿ ἕκαστον, δημιουργήθηκαν σύμφωνα μ’ αυτούς.

Δ. Αρχή και τέλος της αέναης κίνησης των όντων, της διαστολής και συστολής τους μέσα από πολύμορφες και ασταθείς συνδέσεις, είναι πάντα οι επιμέρους οντότητες. Αυθύπαρκτα καθολικά όντα δεν νοούνται. Τα καθόλου εκφαίνονται ως περιστασιακές μορφώσεις συνδέσεων που απαρτίζονται από επιμέρους όντα. Οι επιμέρους οντότητες συμπλέκονται μεταξύ τους και γεννούν καινούργιες υπάρξεις. Μέσα από αυτή την αλλοιωτική διαδικασία φθείρονται τα ήδη υπάρχοντα καθολικά όντα. Όταν διαλυθεί η εκάστοτε δεδομένη σύνδεση των επιμέρους με τα καθόλου μέσα από μια διαδικασία ανάλυσης, φθείρονται τα καθόλου και παραμένουν στην ύπαρξη οι ατομικές οντότητες, για να δημιουργήσουν με τη σειρά τους νέες καθολικές συνδέσεις (13).

Ε. Τα όντα δεν υπάρχουν απλώς και από μόνα τους, υπάρχουν με συγκεκριμένο τρόπο, με τον τρόπο της σχέσης (πᾶν γὰρ γενητὸν καὶ κτιστὸν οὐκ ἄσχετον δηλονότι) (14). Το όντως υπαρκτό προϋποθέτει την ενεργούμενη σχέση· τα όντα υπάρχουν μέσα από την πολυειδή σχέση τους προς άλλα όντα και χάρη σ’ αυτήν. Η ατομικότητα της ύπαρξης δεν είναι παρά μια διανοητική αφαίρεση –δεν συνάδει με την προφάνεια της πραγματικότητας των ενεργών σχέσεων.

Ο σχετικός τρόπος υπάρξεως των όντων, αναπτύσσει τη φύση και τα ὧν οὐκ ἄνευ αυτής, το χώρο και το χρόνο. Χώρος και χρόνος είναι αλληλένδετοι, η θεώρηση του ενός συνεπάγεται υποχρεωτικά και τη θεώρηση του άλλου (15).

ΣT. Η έννοια της φύσεως στον άγιο Μάξιμο ταυτίζεται με την αρχαιοελληνική έννοια της φύσεως, καθώς διατηρεί τον δυναμικό της χαρακτήρα: η φύσις δεν είναι μια στατική πραγματικότητα αλλά η αέναη εκδίπλωση ενός πολύμορφου γίγνεσθαι. Και η φύση του κάθε όντος δεν είναι στατικό δεδομένο αλλά μια δυναμική ενότητα κινήσεων/ενεργειών που νοηματοδοτούνται και κινητοποιούνται από ένα τέλος, προς το οποίο αυτές τείνουν. Το αληθινό εἶναι των όντων κείται στα έσχατα και ταυτίζεται με το ἀεὶ εὖ εἶναι.

Ζ. Την πληρότητα του όντος συγκεφαλαιώνει το εἶδος του, η μορφή του δηλαδή πραγματωμένη στην ενεργητική σχέση του προς τα άλλα όντα. Σύμφωνος και σ’ αυτό το θέμα με το Σταγειρίτη ο Μάξιμος επιμένει στην ανυπαρξία της ὕλης ως αυτοτελούς πραγματικότητας. Ο φιλοσοφικός ισχυρισμός ότι η ύλη προϋπάρχει και δεν εντάσσεται στη γένεση των όντων προσκόπτει στην ταύτιση υπάρξεως και κινήσεως· και η ίδια η ύλη κινήθηκε, ἤχθη στο εἶναι. Ακινησία της ύλης θα σήμαινε αποθέωσή της (16).

Η. Η φιλοσοφική κατηγορία του τρόπου τῆς ὑπάρξεως αξιοποιείται δεόντως από τον Ομολογητή για την προσέγγιση του κόσμου. Ο τρόπος της υπάρξεως των όντων συνδέεται άρρηκτα με την κίνησή τους και η πραγματικότητα της φύσεως είναι συνδεμένη με την πραγματικότητα της κίνησης: καὶ τὴν κίνησιν τῇ φύσει συνομολογήσομεν, ἧς χωρὶς οὐδὲ φύσις ἐστί, γινώσκοντες ὡς ἕτερος μὲν ὁ τοῦ εἶναι λόγος ἐστίν, ἕτερος δὲ ὁ τοῦ πῶς εἶναι τρόπος (17). Δεν νοείται ύπαρξη χωρίς συγκεκριμένο τρόπο έκφανσης. Η φύσηουσία φανερώνεται ως κίνηση, αλλιώς δεν υπάρχει.

Θεμέλιο της κοσμολογικής σκέψης του Μαξίμου είναι η απόλυτη διάζευξη ανάμεσα στο άκτιστο που είναι ο Θεός και το κτιστό που είναι ο κόσμος. Το χάσμα ανάμεσα στο κτιστό και το άκτιστο είναι για τον άνθρωπο αγεφύρωτο και η θεία ουσία παραμένει παντελώς απρόσιτη. Ο Ομολογητής διακηρύσσει ότι ο Θεός παραμένει κατὰ τὴν οὐσίαν άγνωστος, ἀμήχανος καὶ παντελῶς ἄβατος (18), ότι δεν ορίζεται και περιορίζεται από τίποτε άλλο, αλλά ἀόριστος ο ίδιος αποτελεί όριο και ορισμό των πάντων· οποιαδήποτε γι’ Αυτόν κατάφαση αποτελεί ψεύδος. Βρίσκεται πέρα από τις καταφατικές αποφάνσεις, διότι δεν αποτελεί ουσία αλλά είναι ὑπερούσιος (19).

Ετσι, ακόμα και η ύπαρξη του Θεού λέγεται με έναν σχετικό τρόπο, αντλημένο αναλογικά από το χώρο των κτιστών όντων. Μάλλον προΰπαρξις είναι ο Θεός, προηγείται της ίδιας της υπάρξεως όχι χρονικά, αφού και ο χρόνος είναι συνάρτηση ή διάστασή της, αλλά «οντολογικά». Και αυτή η προσηγορία του Θεού πηγάζει ἐκ τῶν δι᾿ αὐτοῦ φανέντων και το μόνο που επιτρέπει είναι να νοηθεί ο Θεός ως κάτι που υπερβαίνει τα όντα και την οντικότητα (20).

Συνεπώς, για τον Μάξιμο, καμία από τις φιλοσοφικές κατηγορίες περί του όντος, το εἶναι, η ουσία, η ύπαρξη, δεν κυριολεκτεί αποδιδόμενη στη θεία υπερουσιότητα. Μάλιστα ο Πατέρας της Εκκλησίας τολμάει να πει ότι για το Θεό, που δεν έχει καμιά φυσική ομοιότητα με τα όντα, θα λεγόταν ίσως οικειότερο το μηεἶναι: δι' ἑαυτὸν δὲ οὐδὲν κατ' οὐδένα τρόπον οὐδαμῶς οὔτε ὢν οὔτε γινόμενος, τῶν ἅ τι τῶν ὄντων ἐστὶ καὶ γινομένων, οἷα μηδενὶ τὸ παράπαν τῶν ὄντων φυσικῶς συντασσόμενος, καὶ διὰ τοῦτο τὸ μὴ εἶναι μᾶλλον, διὰ τὸ ὑπερεῖναι, ὡς οἰκειότερον ἐπ' αὐτοῦ λεγόμενον προσιέμενος (21).

Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο η εκκλησιαστική θεολογία διαφοροποιείται ριζικά από πάγιες φιλοσοφικές θέσεις που συνοψίζονται σε αυτό που θα ονομάζαμε ουσιοκρατική θεώρηση του θείου. Η Εκκλησία διακρίνει σε δύο καταρχήν μη κοινωνήσιμα επίπεδα τα όντα και το θείο, καθώς θεωρεί ότι η κλίμακα των όντων καλύπτει όλη την κλίμακα του υπαρκτού, όχι όμως το Θεό. Αντίθετα, η συνεχόμενη (και ανθρωποκεντρική) κλίμακα του υπαρκτού των αρχαίων φιλοσόφων περιλάμβανε και το θεό στις βαθμίδες της.





Σημειώσεις

1. Παραθέτουμε τους τίτλους μερικών από τις σημαντικότερες πραγματείες του Μαξίμου: α) Πρὸς Θαλάσσιον, περὶ διαφόρων ἀπόρων της θείας Γραφῆς, β) Κεφάλαια περὶ ἀγάπης, γ) Μυσταγωγία, δ) Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, ε) Κεφάλαια Σ' περὶ θεολογίας καὶ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ Θεοῦ (γνωστικὰ κεφάλαια), στ) Εἰς τὴν προσευχὴν τοῦ Πάτερ ἡμῶν.

2. Χ. Γιανναράς, Εισαγωγή στο Ἰωάννης Δαμασκηνός, Διαλεκτικά, Αθήνα 1978, σελ. 7-8: «Η δυτική φιλοσοφική ιστοριογραφία στα νεώτερα χρόνια δεν γνωρίζει παρά ένα μόνο ιστορικό κανάλι με το οποίο παραδίδεται η αριστοτελική σκέψη και μεθοδολογία: το κανάλι του σχολαστικισμού και ειδικώτερα της θωμιστικής παράδοσης. Δεν υπάρχει ούτε υποψία για ένα ελληνικό “διάβασμα” του Αριστοτέλη. Αυτό που κυρίως αγνοείται, είναι η δυναμική συνέχεια και οργανική αφομοίωση της αριστοτελικής φιλοσοφίας από την ελληνική πατερική γραμματεία της Ανατολής».

3. Για την κεντρική θέση που έχει η κίνησις στη σκέψη του αγίου Μαξίμου βλ. W. VÖLKER, Maximus Confessor als meister des Geistlichen Lebens, Wiesbaden 1965, σελ. 35-41.

4. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1257C-D.

5. Βλ. και P. Sherwood, St. Maximus the Confessor. The ascetic life. The four senturies of Charity, London 1955, σελ. 39: «The motion is ontological, by which creatures are seen in their respective inalienable identities (...) according to its proper λόγος». Ο H. U. Balthasar, Kosmische Liturgie. Das Weltbild Maximus' des Bekenners, Einsiedeln 1961, σελ. 132, αποδίδει ως εξής το, κατά τον Ομολογητή, υπαρκτικό περιεχόμενο της κίνησης: «Das Grundschema der geschöpflichen Ontologie wurde bereits beschrieben: es besteht in einer fundementalen Nichtidentität des Seienden in seinem Sein selbst, in einer Zerdehnung oder Abständigkeit (διάστημα, διάστασις), die in seinem Geworfensein (φορά) und näherhin in der Dreiheit von "Entstand- Βewegung- Stillstand" (γένεσις-κίνησις-στάσις) ihren Ausduck findet. Der mittlere Begriff dieser Dreiheit, die Bewegung, drückt aus, daß obwohl der Ursprung und das Ziel, der Entstand und der Stillstand des endlichen Seins, an sich identisch sind, sie es doch nicht für das endliche Sein selbst sind; seine Zerdehnung, sein Werden zwingt es, in einem bewegten Prozeß diese Deckung erst einzuholen. Endlichkeit, Nichtidentität, und Werden sind Begriffe gleichen Inhalts».

6. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1177D-1180A: Οὐδεὶς δὲ τὸ πεφυκὸς σκεδάννυσθαί τε καὶ συνάγεσθαι λόγῳ ἢ ἐνεργείᾳ εἴποι ἂν εὐφρονῶν ἀκίνητον εἶναι παντάπασιν. Εἰ δὲ μὴ ἀκίνητον, οὐδὲ ἄναρχον· εἰ δὲ μὴ ἄναρχον, οὐδὲ ἀγένητον δηλονότι, ἀλλ᾿ ὥσπερ οἶδεν ἠργμένον κινήσεως τὸ κινούμενον, οὕτως καὶ τῆς πρὸς τὸ εἶναι γενέσεως ἦρχθαι τὸ γεγενημένον ἐπίσταται, καὶ ἐκ τοῦ μόνου καὶ ἑνὸς ἀγενήτου τε καί ἀκινήτου τὸ εἶναί τε καὶ τὸ κινεῖσθαι λαβόν. Τὸ δὲ κατὰ τὴν τοῦ εἶναι γένεσιν ἠργμένον οὐδαμῶς ἄναρχον εἶναι δύναται.

7. Κεφάλαια περὶ ἀγάπης, PG 90, 961C.

8. Ν. Ματσούκας, Κόσμος, ἄνθρωπος, κοινωνία κατὰ τὸν Μάξιμο Ὁμολογητῆ, Αθήνα 1980, σελ. 99.

9. Ἀριστοτέλης, Φυσικῆς Ἀκροάσεως Η1, 241b 34.

10. Μητρ. Περγάμου Ἰωάννης (ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ), Χριστολογία καὶ ὕπαρξη. Ἡ διαλεκτικὴ κτιστοῦ-ἀκτίστου καὶ τὸ δόγμα τῆς Χαλκηδόνος, Σύναξη 2 (1982), σελ. 9-20.

11. Μάξιμος Ὁμολογητής, Μυσταγωγία, PG 91, 681Β. Βλ. και Δ. Στανιλοάε, Εἰσαγωγὴ στο Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου (στο Φιλοσοφικὰ καὶ Θεολογικὰ ἐρωτήματα), Ἀθῆναι 1978, σελ. 28.

12. Μάξιμος Ὁμολογητής, Πρὸς Θαλάσσιον, περὶ διαφόρων ἀπόρων τῆς Θείας Γραφῆς, PG 90, 293D-296A: Οἱ τῶν ὄντων λόγοι προκαταρτισθέντες τῶν αἰώνων Θεῷ, καθὼς οἶδεν αὐτός, ἀόρατοι ὄντες, οὓς καὶ ἀγαθὰ θελήματα καλεῖν τοῖς θείοις ἐστὶν ἔθος ἀνδράσιν, ἀπὸ τῶν ποιημάτων νοούμενοι καθορῶνται.

13. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1169B-C.

14. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1073B.

15. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1180B: Οὐ γὰρ τοῦ ποτὲ διωρισμένον κατὰ στέρησιν δυνατόν ἐστιν ἐπινοῆσαι τὸ ποῦ (τῶν γὰρ ἅμα ταῦτά ἐστιν, ἐπειδὴ καὶ τῶν οὐκ ἄνευ τυγχάνουσιν.

16. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1184B.

17. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1049Β.

18. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1288B.

19. Μάξιμος Ὁμολογητής, Σχόλια εἰς τὸ Περὶ τῆς οὐρανίας Ἱεραρχίας τοῦ ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, PG 4, 41A.

20. Μάξιμος Ὁμολογητής, Σχόλια εἰς τὸ Περὶ θείων ὀνομάτων τοῦ ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, PG 4, 212A: ᾿Ιστέον δὲ ὅτι ὕπαρξις κυρίως ἐπὶ Θεοῦ οὐ λέγεται· καὶ γάρ ἐστι προΰπαρξις, τουτέστι καὶ πρὸ αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως· ἐπειδὴ δὲ πᾶσα ὕπαρξις ἐξ αὐτοῦ, ἐκ τῶν δι᾿ αὐτοῦ φανέντων ὀνομάζεται, ἵνα νοηθῇ καὶ ὑπὲρ ταῦτα.

21. Μάξιμος Ὁμολογητής, Μυσταγωγία, PG 91, 664A-B.

H θέαση του Μυστηρίου ως πράξη αποκαλυπτική στο Γρηγόριο Νύσσης


Γρηγ. Φιλ. Κωσταρά, Επτάκυκλος 2,
(Φεβρουάριος 1996), σελ. 15-20
(Συνέδριο καθ Στυλιανού Παπαδόπουλου "Πατερικές Σπουδές: Γρηγόριος Νύσσης" Αθήνα, Σεπτέμβριος '94).
 
Eίναι γνωστό και κοινά σχεδόν παραδεκτό πως η χριστιανική φιλοσοφία κληρονόμησε από την αρχαία ελληνική, το πρόβλημα της υπέρβασης του δυϊσμού. Το φως, άλλωστε, του αρχαιοελληνικού φιλοσοφικού στοχασμού χαμήλωσε, αλλά δεν έσβησε ποτέ. Οι προσωκρατικοί, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και οι σχολές τους και ιδιαιτέρως ο Νεοπλατωνισμός του Πλωτίνου επηρέασαν βαθύτατα τη μεσαιωνική, βυζαντινή και δυτικοευρωπαϊκή, δηλαδή την πατερική και σχολαστική φιλοσοφία. Οι αρχαίοι Έλληνες διανοητές έθεσαν και συζήτησαν όλα τα μεγάλα οντολογικά, γνωσιολογικά και αξιολογικά προβλήματα· υπήρξαν οι πρωτοπόροι και αθλοφόροι του Λόγου. Στις πνευματικές φλέβες όλων των μεταγενέστερων -είναι αναντίλεκτο- τρέχει το δικό τους φιλοσοφικό αίμα, αφού μάλιστα κάθε πνευματικό γεγονός αποτελεί κρίκο μιας αλληλένδετης σειράς, μιας συνοδόντωσης και δεν υπάρχει τομή η αίμα σ' αυτή την αδιάκοπη εσωτερική σχέση(1).
Έτσι ο χριστιανισμός αναφορικά με το πρόβλημα της υπέρβασης του δυϊσμού, θέτει ως αρχή εκείνη την ιδέα, που δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει ο παγανιστικός στοχασμός: την άρση του "επέκεινα" του Θεού, την ουσιαστική ενότητα θείου και ανθρωπίνου. Η θεμελιώδης αυτή ιδέα είναι ότι ο Θεός, άνθρωπος εγένετο Από εδώ πηγάζει ο Ενισμός, γνώρισμα όχι μόνον της πατερικής και σχολαστικής, αλλά και όλης της νεότερης και σύγχρονης φιλοσοφίας.
Η πατερική φιλοσοφία, τώρα, είτε ως πρώιμη πατερική, δηλαδή ως ιερατικός γνωστικισμός, απολογητισμός και ορθόδοξη κατεύθυνση που έβλεπε ως αποστολή την υπεράσπιση της Αποκάλυψης από εξωτερικές και εσωτερικές επιθέσεις και διαμφισβητήσεις· είτε ως ύψιστη πατερική ή φιλοσοφία της Ακμής, ο οποία ύστερα από την καθιέρωση ανεξιθρησκίας -το 313- και την ιερά σύνοδο της Νίκαιας -το 325- ανέπτυξε ελεύθερα τη χριστιανική της αντίληψη· είτε ως όψιμη πατερική που συνέλεγε τη φιλοσοφική κληρονομιά και την παρέδιδε στους επόμενους διανοητές, αγωνίσθηκε να ερμηνεύσει έλλογα το χριστιανισμό και να δώσει αντικειμενικό περιεχόμενο στην πίστη. Δεν πρόκειται για αποκάλυψη νέων αληθειών αλλά για λογική τεκμηρίωση, περαιτέρω διάδοση και αφομοίωση του γνωστού πνευματικού αγαθού των Ελλήνων. Απολογητές και Αντιγνωστικοί, οι εκπρόσωποι της Σχολής της Αντιοχείας -μεταξύ των οποίων και ο διαπρύσιος κήρυκας των χριστιανικών αληθειών Ιωάννης ο Χρυσόστομος- και οι εκπρόσωποι της Σχολής της Αλεξανδρείας -μεταξύ των οποίων οι Καισαρείας Ευσέβιος και Μέγας Αθανάσιος-ήταν βαθείς μελετητές και γνώστες εγκρατείς όλης της προηγούμενης φιλοσοφικής και γενικότερα πνευματικής παράδοσης.
Το κύρος της Σχολής της Αλεξανδρείας, όμως, κορυφώνουν οι τρεις μεγάλοι φωστήρες της Καππαδοκίας: ο Μ. Βασίλειος, ο περί ου το παρόν Συνέδριο και ο λόγος, ο αδελφός του Γρηγόριος, επίσκοπος Νύσσης και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο Θεολόγος (2), οι συνδεόμενοι με κοινή φιλία προς τον Ωριγένη και τη μέθοδο της αλληγορικής ερμηνείας των κειμένων.
Ο Γρηγόριος Νύσσης υπερακόντισε τους δύο άλλους Καππαδόκες σε θεωρητική δύναμη, η οποία δείχνεται και στη διαπραγμάτευση του προβλήματος των σχέσεων Γνώσης-Πίστης, ενός προβλήματος που κυριαρχεί σε όλη τη χριστιανική φιλοσοφία, στη φιλοσοφία της Αποκάλυψης και στη φιλοσοφική ανθρωπολογία, που αποτελεί τη μεγάλη δόξα και το μέγα κατόρθωμα του Γρηγορίου.
Σχετικά με το πρόβλημα της γνώσης-πίστης, ενώ οι προηγούμενοι ταύτιζαν ή χώριζαν τη γνώση από την πίστη, ο Γρηγόριος επισημαίνει δυο διαφορές μεταξύ των απόψεων: Η πίστη προέρχεται από το Θεό, η γνώση από το λογικό· εκείνη απαντά σε θρησκευτικά ερωτήματα, η δεύτερη σε προβλήματα αφορώντα στον κόσμο. Αν, ωστόσο, η πίστη πηγάζει από την Αποκάλυψη και η γνώση από το λόγο, τη λογική και αν Αποκάλυψη και Λόγος κατάγονται από το Θεό, εξυπακούεται ότι δεν υφίσταται καμμία αντίθεση ανάμεσα στην πίστη και τη γνώση, αν και διαφέρουν ως προς το περιεχόμενο. Το περιεχόμενο της γνώσης είναι μια πρόταση που κατανοούμε, της πίστης όμως μια πρόταση, την οποία δεν κατανοούμε. Γι' αυτό η ίδια πρόταση δεν είναι δυνατόν να εννοηθεί, δηλαδή να γνωσθεί και συγχρόνως να γίνει πιστευτή (3).
Τη σημασία της φιλοσοφίας εντός της θεολογίας ο Γρηγόριος βλέπει συνοπτικά ως εξής: Πρώτον, η φιλοσοφία με το λογικό αποδεικτικό της χαρακτήρα, αποτελεί προϋπόθεση της θεολογίας· δεύτερον, της δίνει τη μέθοδο· τρίτον, εξάγει τα πορίσματα· και τέταρτον, ερμηνεύει την Αποκάλυψη με εικόνες. Τούτο καθίσταται δυνατόν, επειδή η γνώση ως βασική λειτουργία του πνεύματος είναι ( i ) είτε εποπτική που πηγάζει από τη νόηση ( intellectus ) είτε ( ii ) έλλογη που εκπηδά από το λόγο ( ratio ).
Στην ψυχή του Γρηγορίου ενοικεί μια ευσεβής πείνα για λογικές αποδείξεις. Αλλά χαρακτηριστικό είναι και για τη φιλοσοφική του Ανθρωπολογία και για τη Φιλοσοφία της Αποκάλυψης το ότι δέχεται στον περίφημο "Κατηχητικό Λόγο" του πως ο "ο λόγος είναι απαγής ": ο άνθρωπος, επειδή αποτελείται από σάρκα και ψυχή ανήκει τόσο στο βασίλειο του πνεύματος όσο και στο βασίλειο του σώματος και τα συνδέει
και τα δυο σε κόσμο. Όλη η εξέλιξη του ανθρώπου κατευθύνεται από την ψυχή, διανεμημένη απ' αρχής σε όλο το σώμα. Η ενέργεια, όμως, της ψυχής εκδιπλώνεται με την ανάπτυξη του ανθρώπου: " Ἐπειδή γάρ φθαρτή καί ἀσθενής ἡμῶν ἡ φύσις, διά τοῦτο ὠκύμορος ἡ ζωή, ἀνυπόσπαστος ἡ δύναμις, ἀπαγής ὁ λόγος..." (4), όπως λέγει στον "Κατηχητικό" του, πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στον κατά κόσμο και " ἐν τῷ κόσμῳ ζῶντα ἄνθρωπο καί στόν ἰδεώδη ". Ο εδώ είναι ατελής και παροδικός· ο ιδεώδης άνθρωπος είναι αιώνιος, ενιαίος και αδιάκριτος, μη χωρισμένος δηλαδή σε άρρεν και θήλυ· ο εγκόσμιος, αντίθετα, είναι "μεμειγμένος καί κεχυμένος εἰς αἴσθησιν ", κατά την πλατωνική και πλωτινική έκφραση. Η επιστροφή στο Θεό καθίσταται δυνατή μόνον, αν ο άνθρωπος αρνηθεί την αίσθηση και βυθισθεί στους χώρους εκείνης της εσωτερικότητας, όπου μπορεί να " ἰδεῖ " και να " θεασθεῖ ' τον ασύλληπτο και αόρατο.
Στη φιλοσοφία της Αποκάλυψης ο Γρηγόριος πιστεύει ότι η γνώση του Θεού ως του Απολύτου, του Απείρου, του Υπερβατικού φθάνει στα όρια εκείνα που δε δύναται να δρασκελίσει ο ανθρώπινος λόγος. Προς το Επέκεινα οδηγούν βέβαια δύο δρόμοι: ο φιλοσοφικός και ο θρησκευτικός. Η φιλοσοφική γνώση οδηγεί λογικά και διαλεκτικά στην αλήθεια των χριστιανικών δοξασιών. Η θρησκευτική πίστη ανοίγει τους ορίζοντες να θεασθεί, να ιδεί άμεσα ο άνθρωπος το ανεννόητο Μυστήριο του Όντος και με αυτό τον τρόπο θέτει σε δεινή δοκιμασία την αντοχή της φιλοσοφικής γνώσης.
Αυτή η θέα ή θέαση, αυτή η θεωρία (5), είναι κοίταγμα χωρίς να βλέπουμε, σκέψη χωρίς να στοχαζόμαστε, σύλληψη χωρίς να νοούμε, διότι η Αποκάλυψη και ο Θεός είναι επέκεινα της γνώσης· δε συλλαμβάνονται με το νου και δεν εκφράζονται με τους ανθρώπινους λόγους. Στον περιώνυμο ύμνο του, πτήση μεγαλειώδους πνοής και σπάνιας φιλοσοφικής δύναμης, ο Γρηγόριος επιχειρεί να βιώσει το ’γνωστο καινά αναδεχθεί μέσα του το ασύλληπτο βάθος του Μυστηρίου. Έτσι ο Γρηγόριος οικοδομεί ένα χριστιανικό Μυστικισμό που επηρέασε όλη τη μεταγενέστερη φιλοσοφία και θεολογία - απορητική ή διαλεκτική- και μη, έως το μέγιστο φιλόσοφο-ποιητή H ö derling στον κύκλο των "Τιτάνων" του (6): "Ο βαθύνους Θεός αποστέργει το παράκαιρο φανέρωμα"! Η θέαση αυτή πηγάζει από την πενία του νου και την ένδεια του λόγου, που λειτουργούν ως κοφτερή επίγνωση ότι το Ουσιώδες, απουσιάζει, δε συλλαμβάνεται:
«Ὦ πάντων ἐπέκεινα ! Τί γάρ θέμις ἄλλο σέ μέλπειν ;
Πῶς λόγος ὑμνήσει σε; Σύ γάρ λόγῳ οὐδενί ρητός.
Πῶς νοός ἀρθρήσει σε; Σύ γάρ νόῳ οὐδεν ί ληπτός
Μοῦνος ἐών ἄφραστος · ἐπεί τέκες ὅσα λαλεῖται
Μοῦνος ἐών ἄγνωστος · ἐπεί τέκες ὅσα νοεῖται
Πάντα σε καί λαλέοντα καί οὐ λαλέοντα λιγαίνει..» (7)
Ο Γρηγόριος εδώ μεταγράφει τη λογική χείρωση του Απόλυτου, που είναι αδύνατη, σε μυστική ανάγκη για το Θείο, σε μια άμεση εμ -βίωση του Θείου. Η μυστική τούτη ανάγκη ρήγνυται ως ακαταπάλαιστη νοσταλγία εκ του ανθρώπου, που είναι η μοναδική παρ-ουσία του Ουσιώδους, γίνεται θέα του Ουσιώδους και ως θέα, θεωρία ή θέαση μεταβάλλεται σε μια πράξη αποκαλυπτική του Μυστηρίου, συν-δετική με το Μυστήριο, τόσο πιο καρποφόρα όσο πιο οξεία είναι η απλήρωτη γνωστική δίψα και βαθιά αντίληψη πως ό,τι γνωρίζουμε είναι λίγο, ενώ ό,τι αγνοούμε είναι πολύ: ότι ενώπιον μας απλώνεται το μέρος, ότι το Όλον.
Η θέαση του Μυστηρίου μηδενίζει την απόσταση ανάμεσα στην ερώσα και ορώσα το απόλυτο ψυχή και το ερωμένο, που είναι το ίδιο το άπειρο, το ίδιο το επέκεινα. Θεώμεθα το υπέρ λόγον, την αρχέγονη αιτία πάντων, την αιώνια πηγή της ζωής. Η θέαση ως ο ευδαίμων οφθαλμός της αιωνιότητος, η μυστική θέα γίνεται "μείζων τοῦ λόγον " και πράξη αποκαλυπτική, αφού τελεσουργεί την κοινωνία της ψυχής και με το Υπέρτατο, την οικειώνει με το Μ ysterium Magnum του όντως Όντος και την εισάγει στο άδυτο, το άβατο, το αψηλάφητο φέγγος, είδος και κάλλος. Ο εξωτερικός οφθαλμός κλείνει και ανοίγει το έσω όμμα, το μόνο ικανό να ιδεί το αόρατο· το έσω ους, το μόνο ικανό να ακροασθεί " τόν σιγώμενον ὕμνον ", κατά τη φράση του Γρηγορίου· τον έσω νουν, το μόνο ικανό να διακρίνει πίσω από τα όντα το αιώνιο πρόσωπο του Θεού που είναι " σκιρτημός καί ἥπιον δάκρυ" και « πῦρ καταναλίσκον » ! Έτσι η θέαση του Όντος, η θεωρία του Θεού δεν είναι κατάσταση παθητική, αλλά ενέργεια, πράξη συνεγγισμού, δράση ποντισμού στην αλήθεια του Θεού, οδοιπορία προς τον ’γνωστο, γνωριμία με την αμετασάλευτη Αρχή, λυτρωτικός τρόπος υπέρβασης της χοϊκής μας παρουσίας και ανύψωσης προς το Απρόσιτο, πηγή του μυστικιστικού βιώματος και βυθισμός σε μια σιωπηλή και ενδόμυχη προσευχή, άρρητη δόνηση από τον ασίγητο πόθο του Αιωνίου, εκβολή σε μια αίδια μακαριότητα, όπου ο έρως του θείου, η νοσταλγία του Υπερβατικού, ο Πόνος για το "πάντων ἐπέκεινα " πληρούται.
Αλλά η θέαση του Μυστηρίου είναι και υπό άλλη έννοια πράξη αποκαλυπτική. Εγείρει τη συνείδηση, τη μνει και την καθαιρεί και την μεταποιεί σε "δύναμιν εἰς ἐνέργειαν ἐλθοῦσαν " και " εἰς ὄψιν ὁρῶσαν " την αρμονία του κόσμου και τον εσωτερικό ρυθμό και το κάλλος του: όλα διηγούνται τη δόξα του Θεού και υμνούν ή αγγέλλουν την " ποίησιν τῶν χειρῶν " Του και "μεγαλύνουν τά ἔργα " Του: "Πάντα σε καί λαλέοντα καί οὐ λαλέοντα λιγαίνει ", γράφει ο Γρηγόριος, "πάντα σε καί νοέοντα καί οὐ νοέοντα γεραίρει". Έτσι η ύπαρξη γαληνεύει μέσα σε μια σιωπηλή και καρποφόρα επίγνωση, ενωτιζόμενη το " σιγώμενον ὕμνον ", τους ιλαρούς τόνους και τις δοξαστικές της σοφίας του Θεού μελωδίες της φύσης, τη γλυκιά αρμονία των ουράνιων σφαιρών, τις μαρμαρυγές μιας αιώνιας ζωής, λουσμένης από τους θελκτικούς ήχους ποιας -αλήθεια- μουσικής συμφωνίας, θνητής φλυαρίας, μπροστά στη θέαση του Ψυχικού Σύμπαντος ; Με τη θέαση ευρύνονται οι διαστάσεις αυτού του εσωτερικού Σύμπαντος· θαυμασμός και δέος και γοητεία είναι τα συναισθήματα που μας καταφλέγουν Μέσα μας με τα χέρια της ευλαβικής πίστης, που προετοίμασε η θέαση, χτίζουμε τις ψηλές εκκλησιές και χωρίς πόδια ερχόμαστε κοντά Του. Μέσα μας: " Niergens, Gelibte, wird Weltsein als innen : πουθενά, ποθεινή μου, δεν εκτείνεται ο κόσμος εκτός από μέσα μας" τραγουδάει ο θεοφόρος μύστης και αποδημητής, ο ποιητής RΜ. Rilke (8). Μέσα μας "κρίνους ο λίθος έβγανε, χρυσό στεφάνι ο ήλιος» ! (9) Σωστά ψάλλει ο Δ. Σολωμός τον "έσω" άνθρωπο και επιχειρεί να αναγνωρίσει το σύμπαντα κόσμο και τα όντα μέσα μας, μέσα στην αιθρία του εαυτού μας, μέσα στο διάφωτο και στη διακριτική του λάμψη.
Η θέαση ως πράξη αποκαλυπτική μπορεί να ερμηνευθεί, προς τούτοις, ως μία Συνάντηση (10), βαθιά και αιφνίδια γνωριμία με το "μέγιστο μάθημα". Πρόκειται για τη θεία και ευλογημένη στιγμή του εξαίφνης φωτισμού, οπότε " οἷον ἀπό πυρός πηδήσαντος ἐξαφθέν φῶς ἐν τῇ ψυχῇ γενόμενον αὐτό ἑαυτό ἤδη τρέφει" κατά τον Πλάτων α. Τούτο βέβαια το λαμπρό φως καθορά μόνο ο ηλιοειδής οφθαλμός της καρδιάς. Έτσι η θέαση του Μυστηρίου γίνεται φως εν τη σκοτία, λαμπηδόνα που καταυγάζει τις υπάρξεις, αστροπελέκι που μέσα στη μακρινή χειμέρια νύχτα του λογικού μετουσιώνει τη μωρία της σοφίας σε σοφία της μωρίας και μεταποιεί την αβέβαιη γνώση σε ακράδαντη πίστη: Σε πλήρωση, όπως την επιποθεί ο Νίτσε, το κεραυνωμένο και τραγικά ραγισμένο αυτό πνεύμα των χαλεπών καιρών, και την εκφράζει στα ποιήματα του: "Φώναξες: Κύριε, έρχομαι", " Γεσθημανή καί Γολγοθάς" και κυρίως "Στον Αγνωστο θεό": "Θέλω να σε γνωρίσω, ’γνωστε εσένα που μέσα βαθιά στην ψυχή μου βυθίζεσαι... Ασύλληπτε που σε κρατώ μέσα μου. Θέλω να σε γνωρίσω και πιο πολύ ακόμη να σε υπηρετήσω "! (11) Ατυχώς ο Νίτσε προτίμησε να ανεβεί στο λογικό ικρίωμα και να αφεθεί επάνω σ' αυτό, αγωνιζόμενος να συλλάβει το Απρόσιτο, θέλοντας να φθάσει στη γνώση της πηγής παρά να δροσιστεί στην πηγή της Γνώσης και αγνοώντας την ειδοποίηση του Γρηγορίου Νύσσης : " Ὑπερνεφείας δε καλύπτρας, τίς νόος οὐρανίδης εἰσδύσεται ;" (12)
Η εποχή μας, καλόν είναι να λάβει σοβαρά υπόψη της αυτή την ειδοποίηση και να αποφύγει την " ὕβ ριν " της πίστης στην παντοδυναμία της λογικής που εκδιώκει την πίστη προς το Απρόσιτο, αφού και η φιλοσοφική γνώση και η θρησκευτική πίστη δεν είναι αντίδικες αλλά συλλειτουργοί της αλήθειας. Διότι ενισχύουν μία ζώσα πνευματική πρόοδο και γίνονται τρόποι μετασχηματισμού της συνείδησης του ανθρώπου, έστω κι αν φαίνονται εχθρικές μεταξύ τους και ασυμφιλίωτες, έστω και αν ίστανται σε διαφορετικά επίπεδα, κι αν συνιστούν δύο διαφορετικές στάσεις και τάσεις του ερευνώντος πνεύματος: Η γνώση περισφίγγει με λογικούς όρους, πολιορκεί με έλλογες κατηγορίες το κάστρο του Όντος και αγωνίζεται να το εκπορθήσει" η πίστη ειρηνεύει μέσω θρησκευτικού βιώματος την ανώλεθρη μεταφυσική μας χρεία. Σε μια υψηλή και λυτρωτική συνάντηση γνώσης-πίστης πρέπει να αναζητηθεί η σωτηρία ως ζεύξη του παροδικού με το αιώνιο και ως συνείδηση της μηδαμινότητας του κόσμου και της πληρότητας της πρώτης Αρχής, του "πάντων επέκεινα". Η κατά τον τρόπον του αγίου Συμεώνος του Νέου Θεολόγου: "Διά πλοῦτον ἄπειρον ὑπάρχω πένης, καί μηδέν ἔχειν δοκῶ πολύ κατέχω, καί λέγω διψῶ διά πλῆθο ς ὑδάτων " (13).
"Κλαίγοντας και γελώντας σαν μικρό παιδί" κατά το Δάντη, έρχεται στον κόσμο η ψυχή του ανθρώπου. Και, για να μείνει σαν τα ροδαλά μάγουλα της παιδούλας που έκλαιγε και γελούσε, χρειάζεται όλες τις αρετές αλά κυρίως την αγάπη - και ως amor hominis και ως amor dei · την αγάπη που ανοίγει το δρόμο του Μυστηρίου, άγιο Μυστήριο η ίδια και -όπως λέγει ο Ο Wilde πρέπει να τη δέχεται κανείς γονατιστός και η φράση (14): " Domine, non sum dignus : Κύριε, οὐκ εἰμί ἄξιος " να βρίσκεται στα χείλη και τις καρδιές εκείνων που τη δέχονται· "ή κατά το λόγο του Αγρίππα Ντ ' Ωμπινιέ (15): "Κύριε, δος στ' αδύνατα πρόβατα το σωτήριο σέβας'! Έτσι η αποσυνάγωγος εποχή μας θα ελπίζει να ακούσει τη μακάρια φωνή: " ἀφέονται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ" (16).

Θεραπευτικά αξιώματα του αγίου Μαξίμου






«Νόσος και θεραπεία»,
Θεολογία και Ψυχιατρική σε διάλογο, Αθήνα 1999,
εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 133-156 (143-145).

Η πεμπτουσία της νοσηρότητας για τον άγιο Μάξιμο βρίσκεται στη φιλαυτία. Η φιλαυτία δεν είναι απλά ένα πάθος: είναι η γενεσιουργός αιτία όλων των παθών: «θέλεις να ελευθερωθείς από τα πάθη, αποτίναξε τη μητέρα των παθών, τη φιλαυτία» (κεφ. αγάπ. II , I ). Όπως αναλύει ο Φώτιος πιστά τη σκέψη του Μαξίμου (Βιβλιοθ. κωδ. 192 - P . G . 103, 637 εξ.), η φιλαυτία, που αντικατέστησε την αγάπη προς το Θεό, γέννησε την ηδονή, αλλ' επειδή η ηδονή ήταν ανάμικτη με την οδύνη, ενεπλάκη ο άνθρωπος σε μια ατέρμονα και απέλπιδα προσπάθεια να κρατήσει την ηδονή και να αποβάλει την οδύνη. Από την αγωνιώδη αυτή προσπάθεια γεννήθηκε ο «όχλος των παθών». Και επεξηγεί ο Φώτιος τη σκέψη του Μαξίμου: « Οίον, ει μεν της εν φιλαυτία ηδονής αποποιούμεθα, γεννώμεν την γαστριμαργίαν, την υπερηφανίαν, την φιλαργυρίαν, και όσα τον τυχόντα τρόπον πορίζει ηδονήν ει δε την εν φιλαυτία φεύγομεν οδύνην, γεννώμεν: τον θυμόν, τον φθόνον, το μίσος, την απόγνωσιν και όσα άλλα της ηδυνούσης εστέρηται διαθέσεως. Εκ δε τοις αμφοίν μίξεως τίκτεται η υπόκρισις, η κολακεία, ο δόλος, και απλώς όσα άλλα μοχθηρά είδη της μικτής έστι πανουργίας επινοήματα ».

Με άλλα λόγια αν αποποιηθούμε την ηδονή, διατηρώντας όμως τη φιλαυτία, προκαλούμε τη γαστριμαργία, την υπερηφάνια, τη φιλαργυρία και όλα όσα κατά οποιονδήποτε τρόπο παρέχουν ηδονή, αν δε αποποιηθούμε και αποφύγουμε την οδύνη, πάλι διατηρώντας τη φιλαυτία, προξενούμε το θυμό, το φθόνο, το μίσος, την απόγνωση και όλα όσα εμπεριέχουν στέρηση της ηδονής. Αν πάλι αναμείξουμε και τα δύο και τα αποφύγουμε (δηλ. τόσο την ηδονή όσο και την οδύνη) -διατηρώντας πάντοτε τη φιλαυτία- πέφτουμε στην υποκρισία, τη κολακεία, το δόλο κ.λπ. Τα συμπεράσματα είναι σημαντικά.

α. Η θεραπεία από τα πάθη δεν επιτυγχάνεται με την πάλη απ' ευθείας κατά των συγκεκριμένων παθών. Αντίθετα, όπως είδαμε στο χωρίο, που μόλις διάβασα, επειδή το όλο πρόβλημα της ψυχικής αρρώστιας γεννάται από τη στέρηση της ηδονής - σε συνδυασμό πάντοτε με τη φιλαυτία- όσο περισσότερη στέρηση προκαλούμε τόσο πιο πολλά πάθη γεννούμε. Τι σημαίνει αυτό; Ότι για να θεραπευθούμε από τα πάθη, πρέπει να επιτρέπουμε τα πάθη να υπάρχουν και να λειτουργούν; Ασφαλώς όχι. Αλλά σημαίνει ότι εφ' όσον χρόνο διαρκεί η φιλαυτία, η εκκοπή των συγκεκριμένων παθών είναι όχι μόνο ανέφικτη, αλλά και όταν επιτευχθεί, επικίνδυνη, γιατί με τη στέρηση της ηδονής, την οποία συνεπάγεται, γεννά άλλα πάθη. Έτσι συμβαίνει συχνά όσοι απαλλάσσονται από σαρκικά πάθη να αναπτύσσουν το πάθος της φιλαργυρίας ή της υπερηφανίας κ.λπ. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για θεραπεία όταν εξαλείφονται συγκεκριμένα πάθη. Η μόνη θεραπεία βρίσκεται στην εξάλειψη της φιλαυτίας, που είναι η ρίζα όλων αυτών των παθών.

β. Επειδή η οδύνη αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ηδονής στη μεταπτωτική κατάσταση του άνθρώπου, αποτελεί εσφαλμένη αντίληψη περί ασθενείας, αυτή που ονομάσαμε πιο πάνω χρηστική - αναλγητική προσέγγιση, και που φαίνεται να επικρατεί στη σύγχρονη φιλοσοφία της ιατρικής. Η οδύνη δεν εξαλείφεται με την απάλειψή της, αλλά με την αποδοχή της. Η θεραπεία έρχεται με την πρόσκληση της οδύνης και την εμπειρία της. Συμβαίνει βέβαια πολλές φορές η οδύνη να είναι δυσβάσταχτη, και η εμπειρία της εξοντωτική. Γι' αυτό κάθε θεραπευτική αγωγή θα πρέπει να προσαρμόζεται στην ανθεκτικότητα του ασθενούς (= οικονομία). ’λλά με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να θεωρήσουμε τον ασθενή θεραπευθέντα, επειδή ψυχολογικά «αναπαύεται» ή δεν υποφέρει. Η τραγικότητα της υπάρξεως βρίσκεται μέσα στον ίδιο το Σταυρό του Χριστού, και καμία θεραπεία δεν μπορεί να παρακάμψει το Σταυρό. Πολλές φορές ξεχνούμε ότι η ηδονή δεν είναι μόνο σαρκική αλλά και ψυχολογική. ’ποσπώντας την οδύνη από τη θεραπεία προσφέρουμε την ηδονή, πράγμα που αποτελεί φυγή από την πραγματικότητα και την αληθινή θεραπεία.

γ. Η σωστή θεραπεία από τα πάθη προϋποθέτει, κατά τον Μάξιμο, τρεις βασικές διακρίσεις. Τις περιγράφει στο εξής χωρίο από τα κεφάλαια περί αγάπης (1): « Ου προς τα πράγματα ο νους πολεμεί του θεοφιλούς, ουδέ προς τα τούτων νοήματα, αλλά προς τα πάθη τα τοις νοήμασι συνεζευγμένα. Οίον ου προς την γυναίκα πολεμεί, ουδέ προς τον λυπήσαντα, ουδέ προς τας τούτων φαντασίας, αλλά προς τα πάθη, τα ταις φαντασίαις συνεζευγμένα (40). ’πας ο πόλεμος του μοναχού προς τους δαίμονας, ίνα τα πάθη των νοημάτων χωρίση. ’λλως γαρ απαθώς τα πράγματα βλέπειν ου δύναται (42). ’λλο εστί πράγμα και άλλο νόημα και άλλο πάθος. Και πράγμα μεν έστίν, οίον άνήρ, γυνή, χρυσός και τα εξής. Νόημα δε, οίον, μνήμη ψιλή τίνος των προειρημένων. Πάθος δε, οίον, φιλία άλογος ή μίσος άκριτον τίνος των προειρημένων. Προς ουν το πάθος εστί του μοναχού η μάχη ».

Θεωρούμε τις διακρίσεις αυτές του Μαξίμου άκρως σημαντικές για το θέμα της θεραπείας. Και πρώτον, σημαίνουν ότι αποτελεί λανθασμένη μέθοδο η πάλη εναντίον των αντικειμένων, των όντων καθαυτά, επειδή προκαλούν πειρασμούς και δυσκολίες. Το να λέγει αυτό ένας μοναχός, όπως ο Μάξιμος, ο οποίος έφυγε από τα «πράγματα» και πήρε τις αποστάσεις του από τον κόσμο, αποκαλύπτει ότι η φυγή από τα πράγματα δεν αποτελεί λύση, ούτε η παραμονή στα πράγματα, όπως συμβαίνει με όσους ζουν στον κόσμο, αποτελεί αίτια ασθένειας. Το να εισηγηθούμε, για παράδειγμα, το διαζύγιο σε κάποιον, που υποφέρει ψυχικά από την παρουσία του συντρόφου του, δεν αποτελεί θεραπεία του. Μπορεί το διαζύγιο να άρει προς καιρό την οδύνη του προσώπου αυτού, αλλά το πρόβλημα παραμένει στο ακέραιο. Έτσι πρέπει να θεωρηθεί λανθασμένη και η τρέχουσα αντίληψη ότι ο μοναχός φεύγει από τον κόσμο για να «θεραπευθεί» από τα πάθη αποφεύγοντας τους πειρασμούς. Ολόκληρη η ασκητική παράδοση τονίζει ότι οι πειρασμοί γίνονται πιο δυνατοί, όταν φύγει κανείς από τα «πράγματα» που τους προκαλούν, γιατί μένουν τα «νοήματα» των πραγμάτων, τα οποία πειράζουν τον άνθρωπο.

Το ίδιο όμως ισχύει και για τα «νοήματα» των πραγμάτων. Η μνήμη και η αναπαράσταση των όντων δεν είναι αυτή καθαυτήν απορριπτέα. Πολλοί, αντίθετα με όσα γράφει ο Μάξιμος, μάχονται την τέχνη, τον πολιτισμό και ό,τι άλλο συνεπάγεται λειτουργία της ανθρώπινης φαντασίας, για χάρη της απελευθερώσεως από τα πάθη. Πρόκειται για μια Ωριγενική και Ευαγριανή πνευματικότητα, την οποία ασφαλώς έχει στο νου του και καταπολεμά ο Μάξιμος, γιατί τέτοιες ιδέες ήσαν τότε -και, φοβούμαι, εξακολουθούν να είναι- διαδεδομένες μεταξύ των μοναχών. Ούτε προς τα πράγματα, ούτε προς τα νοήματά τους είναι η πάλη των μοναχών, τονίζει ο Μάξιμος, αλλά προς τα πάθη, που είναι «συνεζευγμένα» σ' αυτά. Μια σωστή θεραπεία επιβάλλει αυτές τις διακρίσεις. Αλλιώς παράγονται πνευματικά εκτρώματα, άνθρωποι ψυχικά ασθενείς, που έχουν ανάγκη θεραπείας περισσότερο από κάθε άλλον.

δ. Πως όμως μπορεί να γίνει ο διαχωρισμός του πάθους από τα πράγματα και τα νοήματα: Την απάντηση τη δίνει ο Μάξιμος στην επόμενη αμέσως παράγραφο των όσων είπε πιο πάνω: το εμπαθές νόημα είναι « λογισμός σύνθετος από πάθους και νοήματος. Χωρίσωμεν το πάθος από του νοήματος, και απομένει ο λογισμός ψιλός. Χωρίζομεν δε δι' αγάπης πνευματικής και εγκρατείας, εάν θέλωμεν ». Ο χωρισμός του πάθους από το νόημα δεν γίνεται παρά με την αγάπη, την εγκράτεια (δηλ. την αυτοκυριαρχία) και την ελεύθερη θέληση. Τα στοιχεία όμως αυτά χρειάζονται περισσότερη ανάλυση.