Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

Πίσω από την δοκιμασία κρύβεται η ευλογία του Θεού



Οι πάντες σχεδόν την μεταστροφή τους οφείλουν σε κάποια δοκιμασία
Η θλίψις είναι κακό πράγμα. Αλλά πίσω απ’ αυτό, πίσω από τον πόνο, πίσω από την θλίψη, πίσω από την δοκιμασία, κρύβεται η ευλογία του Θεού, κρύβεται η αναγέννησης, η ανάπλασις του ανθρώπου, της οικογενείας. Οι πάντες σχεδόν την μεταστροφή τους την οφείλουν σε κάποια δοκιμασία. Νομίζουν ότι πηγαίνουν όλα ωραία∙ τους παίρνει ο Θεός το παιδί∙ κλάμματα κακό, κ.λ.π. Έρχεται και επισκιάζει έπειτα η χάρις του θεού και ειρηνεύουν οι άνθρωποι∙ και πλησιάζουν την εκκλησία, πλησιάζουν την εξομολόγηση, πλησιάζουν τον ιερέα. Χάριν του παιδιού πάνε στην εκκλησία ο πόνος τους κάνει ν’ αναζητήσουν, να προσευχηθούν υπέρ αναπαύσεως, να κάνουν τις λειτουργίες.

Ο πόνος απαλύνει την καρδιά και την κάνει δεκτική των λόγων του θεού, ενώ πρώτα ήταν σκληρή, δε δεχόταν. π.χ, ένας άνθρωπος στο σφρίγος της νεότητος∙ εγώ είμαι σκέφτεται και κανένας άλλος δεν είναι. Να πτυχία, να και οι δόξες, να κι η υγεία, να κι οι ομορφιές, να κι όλα. Όταν όμως τον ξαπλώσει στο κρεβάτι μία ασθένεια τότε αρχίζει να σκέφτεται διαφορετικά. Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης. Μπορεί να πεθάνω. Τι το όφελος όλα αυτά, κι αρχίζει να σκέφτεται διαφορετικά. Έρχεται φερ’ ειπείν ένας άνθρωπος, τον πλησιάζει, διάβασε και αυτό το βιβλίο να δεις τι λέει. Ακούει και ένα λόγο του Θεού και τότε τον ακούει τον λόγου του Θεού. Κι άμα του δώσεις και βιβλίο, ο πόνος ήδη του έχει κάνει την καρδιά του, έτσι κατάλληλη κι ανοίγει και το βιβλίο και το Ευαγγέλιο και το διαβάζει και από εκεί αρχίζει η ανάπλασις του ανθρώπου. Και όταν γίνει καλά, αμέσως πλέον σηκώνεται και ζει προσεκτικά τη ζωή του και δεν ζει όπως πρώτα με την υπηρηφάνεια και τη φαντασία που είχε.
Η ασθένεια και η θλίψη είναι το κατ’ εξοχήν φάρμακο της πρόνοιας του Θεού για να τον φέρει τον άνθρωπο κοντά Του και να αυξήσει την αρετή του
Η ασθένεια και η θλίψη είναι το κατ’ εξοχήν φάρμακο της πρόνοιας του Θεού να φέρει τον άνθρωπο κοντά Του και να αυξήσει την αρετή του. Ο Ιώβ ήταν ο καλύτερος άνθρωπος πάνω στη γη, αλλά ο Θεός ήθελε να τον κάνει ακόμα καλύτερο. Και από τότε που δοκιμάστηκε, από τότε και δοξάστηκε. Ήταν καλός άνθρωπος και ευσεβής κ.λ.π. αλλά χωρίς δοκιμασία δεν ήταν ονομαστός ο Ιώβ. Αφ’ ης στιγμής όμως δοκιμάστηκε και πολέμησε και αγωνίστηκε και στεφανώθηκε και πλούτισε, από κει και ύστερα άρχισε η δόξα του, και απλώθηκε μέχρι σήμερα. Το παράδειγμα του, είναι φωτεινότατο και ενισχύει κάθε άνθρωπο που δοκιμάζεται. Αν αυτός δοκιμάστηκε που ήταν ένας άγιος, πολύ περισσότερο εμείς που είμαστε αμαρτωλοί. Και το αποτέλεσμα ήταν να τον κάμει άγιον και να του δώσει πάλι χρόνια ζωής και να τον ευλογήσει διπλά και τριπλά απ’ ότι έχασε, και έτσι να γίνει ένα φωτεινό παράδειγμα ανά τους αιώνες για κάθε πονεμένο άνθρωπο∙ να προσαρμόζεται και ν’ ακουμπάει σ’ αυτό το παράδειγμα και να ξεκουράζεται και αυτός και να λέει: Ως έδοξε τω Κυρίω, ούτω και εγένετο. Είη το όνομα του Κυρίου ευλογημένο. Σκύβει το κεφάλι και λέει: ο Θεός έδωσε, ο Θεός πήρε. Και το παιδί ακόμα να μου πάρει, ο θεός δεν μου το δώσε; Το πήρε. Που είναι το παιδί μου; Στον ουρανό; Εκεί τι γίνεται; Αναπαύεται εκεί…
Σε κάθε δοκιμασία πίσω κρύβεται το θέλημα του Θεού και η ωφέλεια την οποία φυσικά ίσως εκείνο τον καιρό να μην μπορεί να την δει, αλλά με τον χρόνο θα την γνωρίζει την ωφέλεια. Έχουμε τέτοια παραδείγματα πάρα πολλά.
Όπως και με τους Αγίους Ανδρόνικο και Αθανασία. Αυτοί ήταν αντρόγυνο∙ και ήταν χρυσοχόος ο Ανδρόνικος με πολύ πλούτο κ.λ.π. Το ένα μέρος του κέρδους έτρεφε την οικογένειά του. Το ένας μέρος του κέρδους το έδινε στους φτωχούς και το ένα μέρος του άλλου κέρδους το ένα τρίτο το έδινε άτοκα στους ανθρώπους που δεν είχανε χρήματα. Είχαν δύο χαριτωμένα κοριτσάκια. Και μια μέρα από μία αρρώστια πέθαναν και τα δύο. Πηγαίνουν και τα θάβουν και οι δύο. Η Αθανασία η καημένη πάνω στον τάφο έκλαιγε έκλαιγε, έκλαιγε. Ε ο Ανδρόνικος έκλαιγε και αυτός. Είδε και απόειδε, τράβηξε για το σπίτι. Έμεινε η καημένη η Αθανασία και έκλαιγε πάνω στον τάφο: «Τα παιδιά μου» και «τα παιδιά μου», και κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος και να κλείσει το νεκροταφείο. Για μια στιγμή επάνω στη θλίψη της και στη στεναχώρια της, βλέπει και έρχεται ένα μοναχός και της λέει:
«Κυρά μου γιατί κλαις;»
«Πως να μην κλαίω πάτερ;» (Αυτή νόμιζε πως ήταν ο παπάς του νεκροταφείου). «Έθαψα τα παιδιά μου, τους δυο αγγέλους μου, τους έβαλα μέσα στον τάφο και έμεινα εγώ και ο άντρας μου εντελώς μόνοι. Δεν έχουμε δροσιά καθόλου».
Της λέει: «Τα παιδιά σου είναι στον παράδεισο με τους αγγέλους. Είναι στην ευτυχία και στη χαρά του Θεού και συ κλαις παιδί μου; Κρίμα είσαι και χριστιανή».
«Ώστε ζουν τα παιδιά μου; Είναι άγγελοι;»
«Βεβαίως είναι άγγελοι τα παιδιά σου».
Ήτανε ο Άγιος της εκκλησίας εκεί. Τελικά έγιναν μοναχοί ο Ανδρόνικος και η Αθανασία και αγίασαν….

Γέροντος Εφραίμ (Προηγουμένου Ι. Μονής Φιλοθέου), Δοκιμασμένες πνευματικές νουθεσίες προς απόκτηση της ψυχικής υγείας και της σωτηρίας μας, Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

ΙΩΑΝΝΗΣ ο Χρυσόστομος Δῶστε, δῶστε στοὺς φτωχούς!



Από Αὐτοβιογραφικὲς σελίδες καὶ ἀπάνθισμα κειμένων του
Εἰσαγωγὴ καὶ ἀπόδοση στὴ νεοελληνικὴ Ἀρχιμ. Χρυσόστομος Π. Αβαγιάνος, ἔκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1998.


Ξέρω ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συγκεντρωμένους πάλι θὰ μᾶς κατηγορήσουν, ὅταν μιλοῦμε γι' αὐτά, καὶ θὰ ποῦν «Μή, σὲ παρακαλῶ, μὴ γίνεσαι φορτικὸς καὶ βαρετὸς στοὺς ἀκροατές• ἄφησέ το στὴ συνείδηση τοῦ καθενός, ἄφησέ το στὴν κρίση τῶν ἀκροατῶν• ἔτσι τώρα μᾶς ντροπιάζεις, μᾶς κάνεις νὰ κοκκινίζουμε!...».

Ἀλλ' ὄχι! Αὐτὰ τὰ λόγια δὲν τὰ ἀνέχομαι! Γιατί οὔτε ὁ Παῦλος ντρεπόταν νὰ ἐνοχλῆ συνέχεια γιὰ τέτοια πράγματα καὶ νὰ ζητᾶ σὰν ζητιάνος. Ἐὰν ἔλεγα τοῦτο, δηλαδὴ δός μου, φέρε γιὰ τὸ σπίτι μου, ἲσως νὰ 'ταν ντροπή. Ἂν καὶ οὔτε τότε θὰ 'ταν ντροπή. «Οἱ γὰρ τῷ θυσιαστηρίῳ», λέγει, «προσεδρεύοντες, τῷ θυσιαστηρὶῳ συμμερίζονται» (Α' Κορ. 9,13). Πλὴν ὅμως πιθανὸν νὰ μὲ κατηγοροῦσε κάποιος, ὅτι μιλῶ γιὰ τὸν ἑαυτὸ μου• τώρα ὅμως παρακαλῶ γι' αὐτοὺς ποὺ στεροῦνται, μᾶλλον ὄχι γι' αὐτοὺς ποὺ στεροῦνται, ἀλλὰ γιὰ σᾶς ποὺ δίνετε• γι' αὐτὸ καὶ μιλῶ χωρὶς νὰ ντρέπομαι.
Γιατί ποῦ εἶναι ἡ ντροπὴ σὰν πῶ, δῶσε στὸν Κύριο ποῦ πεινᾶ, ντύσε τον ποὺ γυρίζει γυμνός, φιλοξένησέ τον ποῦ εἶναι ξένος; Ὁ Δεσπότης σου δὲν ντρέπεται μπροστὰ σ' ὅλη τὴν οἰκουμένη νὰ λέγη «ἐπείνασα καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν» (Ματθ. 25,42), ὁ ἀνενδεής, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε' καὶ ἐγὼ θὰ ντραπῶ καὶ θὰ διστάσω; Σὲ παρακαλῶ, μακριὰ τέτοια πράγματα! Τοῦ διαβόλου εἶναι αὐτὴ ἡ ντροπή!

Δὲν θὰ ντραπῶ, λοιπόν. Ἀντίθετα μάλιστα καὶ μὲ παρρησία θὰ πῶ• δῶστε σ' ὅσους ἔχουν ἀνάγκη, καὶ θὰ φωνάζω πιὸ δυνατὰ ἀπ' αὐτούς. Γιατί ἐὰν κάποιος ἔχη στοιχεῖα καὶ μπορῆ νὰ μᾶς κατηγορήση, ὅτι αὐτὰ τὰ λέμε γιὰ νὰ σᾶς παρασύρουμε πρὸς ὄφελός μας, καὶ μὲ τὸ πρόσχημα τῶν φτωχῶν κερδίζουμε ἐμεῖς, τότε πράγματι αὐτὰ δὲν εἶναι μονάχα ἄξια ντροπῆς, ἀλλὰ καὶ μυρίων κεραυνῶν, καὶ οὔτε ἀξίζει νὰ ζοῦν ὅσοι κάνουν παρόμοια.

Ἀλλὰ ἐάν, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, καθόλου δὲν σᾶς ἐνοχλοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ κηρύττουμε ἀδάπανο τὸ εὐαγγέλιο, χωρὶς βέβαια νὰ κοπιάζουμε ὅπως ὁ Παῦλος, ἀρκούμενοι πάντως στὰ δικά μας, μὲ ὅλο τὸ θάρρος θὰ σᾶς λέγω, δῶστε στοὺς φτωχούς• καὶ δὲν θὰ σταματήσω νὰ τὸ λέγω, καὶ ὅταν δὲν δίνετε θὰ σᾶς εἶμαι σκληρὸς κατήγορος!(38)





Σημειώσεις

38. Ἀπὸ τὴν ΜΓ' ὁμιλία του στὴν Α' πρὸς Κορινθίους" Ε.Π.Ε. 18Α, 720 ἑξ.

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ


Ἡ αἰτία γιά τήν εἰσαγωγή τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στήν Ἐκκλησία εἶναι τό ἑξῆς γεγονός: Κατά τούς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ, ὁ ὁποῖος διαδέχτηκε στή βασιλική ἐξουσία τόν Βοτανειάτη, ἔγινε στήν Κωνσταντινούπολη φιλονικία ἀνάμεσα σέ λόγιους καί ἐνάρετους ἄνδρες. Ἄλλοι θεωροῦσαν ἀνώτερο τόν Μέγα Βασίλειο, χαρακτηρίζοντάς τον μεγαλοφυΐα καί ὑπέροχη φυσιογνωμία, ἀφοῦ μέ τίς ὁμιλίες του ἐρεύνησε σέ βάθος τή φύση τῶν ὄντων, μέ τίς ἀρετές του ἁμιλλοῦνταν μέ τούς ἀγγέλους, δέν συγχωροῦσε πρόχειρα καί εὔκολα τούς ἁμαρτάνοντες καί ἀφοῦ κατά τό ἦθος ἦταν σοβαρός καί δέν εἶχε τίποτε τό γήνινο. Τόν θεῖο Χρυσόστομο τόν ὑποβίβαζαν, μέ τήν αἰτιολογία ὅτι, σέ ἀντίθεση πρός τόν Μέγα Βασίλειο, συγχωροῦσε τούς ἁμαρτάνοντες εὔκολα, χωρίς τόν ἐπιβαλλόμενο ἔλεγχο.
Ἄλλοι τοποθετοῦσαν ψηλά τόν θεῖο Χρυσόστομο καί τόν θεωροῦσαν ἀνώτερο ἀπό τόν Μέγα Βασίλειο καί τόν Γρηγόριο μέ τήν αἰτιολογία, ὅτι ἦταν πιό συγκαταβατικός στίς διδασκαλίες του, ὅτι μέ τήν ὡραία καί σαφή διατύπωση τῶν νοημάτων καί σκέψεών του καθοδηγοῦσε ἀποτελεσματικά τούς ἀνθρώπους καί τούς προσέλκυε στή μετάνοια, ὅτι εἶχε συγγράψει πλῆθος μελίρρυτους λόγους καί ὅτι διακρινόταν γιά τή ρητορική του δεινότητα.
Καί, τέλος, ἄλλοι προκείμενοι στό Γρηγόριο τό Θεολόγο, θεωροῦσαν αὐτόν ἀνώτερο ἀπό τούς δύο ἄλλους, δηλαδή ἀπό τόν Βασίλειο καί τόν Χρυσόστομο. Καί τοῦτο, γιατί, ὅπως ἔλεγαν, μέ τήν κομψή καί ποικιλμένη φράση του, τούς βαθυστόχαστους λόγους του καί τό γοητευτικό καί πλούσιο λεξιλόγιό του ὑπερέβη ὅλους τούς ξακουστούς γιά τήν ἑλληνική παιδεία καί φιλοσοφική συγκρότηση καί ὅλους τούς διακρινόμενους γιά τήν ἐκκλησιαστική παιδεία καί θεολογική κατάρτιση.
Ἡ φιλονικία αὐτή εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά διαιρεθοῦν τά πλήθη τῶν χριστιανῶν καί ἄλλοι ὀνομάζονταν Ἰωαννίτες, ἄλλοι Βασιλεῖτες καί ἄλλοι Γρηγορίτες.
Γύρω λοιπόν ἀπό τά ὀνόματα αὐτά συνεχιζόταν ἡ φιλονικία καί κάθε ὁμάδα ἔμενε σταθερή στή θέση της. Μετά ἀπό χρόνια ὅμως ἐμφανίστηκαν οἱ μέγιστοι αὐτοί Ἱεράρχες, πρῶτα καθένας χωριστά καί στή συνέχεια καί οἱ τρεῖς μαζί, στόν Ἰωάννη, τόν ἐπίσκοπο τῆς πόλεως Εὐχαΐτων, κάποια ὥρα πού ἑρμήνευε ἱερά κείμενα. Ὁ Ἰωάννης εἶχε μεγάλη θεολογική κατάρτιση, ἀλλά καί γνώση τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ὅπως φαίνεται ἀπό τά συγγράμματά του. Εἶχε φτάσει, ἐπίσης, στό ἄκρο τῆς ἠθικῆς τελειότητας. Ἐμφανίστηκαν, λέγω, στόν Ἰωάννη - καί ἐμφανίστηκαν στ' ἀλήθεια, ὄχι σέ ὄνειρο - καί τοῦ εἶπαν: "Ἐμεῖς, ὅπως βλέπεις, εἴμαστε ἕνα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί δέν ὑπάρχει καμιά ἀντίθεση οὔτε ἀντιδικία ἀνάμεσά μας. Ὅμως, κάτω ἀπό τίς ἰδιαίτερες χρονικές συγκυρίες καί περιστάσεις πού βρέθηκε καθένας μας, κινούμενοι καί καθοδηγούμενοι ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, γράψαμε σέ συγγράμματα, καί μέ τόν τρόπο του ὁ καθένας, διδασκαλίες πού βοηθοῦν τούς ἀνθρώπους νά βροῦν τό δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἐπίσης, τίς βαθύτερες θεῖες ἀλήθειες, στίς ὁποῖες μπορέσαμε νά διεισδύσουμε μέ τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τίς συμπεριλάβαμε σέ συγγράμματα πού ἐκδώσαμε. Καί ἀνάμεσά μας δέν ὑπάρχει οὔτε πρῶτος οὔτε δεύτερος· ἀλλά, ἄν εἰπεῖς τόν ἕνα, συμπορεύονται δίπλα του καί οἱ δύο ἄλλοι. Σήκω λοιπόν καί δῶσε ἐντολή στούς φιλονικοῦντες νά σταματήσουν τίς ἔριδες καί νά παύσουν νά χωρίζονται γιά ἐμᾶς. Γιατί ἐμεῖς, καί στήν ἐπίγεια ζωή πού ἤμασταν καί στήν οὐράνια πού μεταβήκαμε, φροντίζαμε καί φροντίζουμε νά εἰρηνεύουμε καί νά ὁδηγοῦμε σέ ὁμόνοια τόν κόσμο. Καί ὅρισε μία ἡμέρα νά ἑορτάζεται ἀπό κοινοῦ ἡ μνήμη μας· καί, καθώς εἶναι χρέος σου, νά ἐνεργήσεις νά εἰσαχθεῖ ἡ ἑορτή στήν Ἐκκλησία καί νά συνταχθεῖ ἡ ἱερή ἀκολουθία. Ἀκόμη ἕνα χρέος σου· νά παραδώσεις στίς μελλοντικές γενιές ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε ἕνα γιά τό Θεό. Βεβαίως καί ἐμεῖς θά συμπράξουμε γιά τή σωτηρία ἐκείνων πού θά ἑορτάζουν τή μνήμη μας, γιατί νομίζουμε πώς ἔχουμε καί ἐμεῖς κάποια παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ". Ἀφοῦ, λοιπόν, εἶπαν τά λόγια αὐτά, φάνηκαν ὅτι πέταξαν πρός τόν οὐρανό, καταλαμπόμενοι ἀπό ἕνα φῶς ὑπερκόσμιο καί καλώντας ὀνομαστικά ὁ ἕνας τόν ἄλλο.
Ὕστερα ἀπό τό θαυμαστό αὐτό γεγονός, ὁ θεῖος ἐκεῖνος ἄνδρας, ὁ ἐπίσκοπος Εὐχαΐτων Ἰωάννης, σηκώθηκε καί ἔκαμε ὅ,τι τοῦ εἰσηγήθηκαν οἱ Ἅγιοι. Ἐπέβαλε δηλαδή τήν ἠρεμία καί τή γαλήνη καί στό πλῆθος καί στούς φιλονικοῦντες λογίους καί ἐνάρετους ἄνδρες (καί αὐτό ἔγινε εὔκολα, γιατί ἦταν ξακουστός γιά τήν ἀρετή του καί τόν σέβονταν) καί εἰσήγαγε στήν Ἐκκλησία τήν ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ὥστε νά ἑορτάζονται ἀπό κοινοῦ καί νά δοξάζεται ὁ Θεός.
Καί τώρα πρόσεξε τή σύνεση τοῦ ἀνδρός: Ἐπειδή βρῆκε ὅτι μέσα στόν Ἰανουάριο μήνα ὑπῆρχαν ἑορτές καί γιά τούς τρεῖς αὐτούς Ἁγίους, στή 1 Ἰανουαρίου γιά τό Μέγα Βασίλειο, στίς 25 γιά τόν θεῖο Γρηγόριο καί στίς 27 γιά τόν θεῖο Χρυσόστομο, τούς ἕνωσε καί σέ μιά κοινή ἑορτή, στίς 30 Ἰανουαρίου, τήν ὁποία καί στόλισε μέ κανόνες καί τροπάρια καί λόγους ἐγκωμιαστικούς, ὅπως τούς ταίριαζε. Καί, καθώς νομίζω, τά ἄσματα τῆς ἀκολουθίας αὐτῆς τά συνέθεσε ὁ Ἰωάννης κατά νεύση καί φωτισμό τῶν τριῶν ἁγίων Ἱεραρχῶν, καί ἔτσι ὄχι μόνον δέν ὑπολείπονται σέ τίποτε ἀπό παρόμοια πού ἔχουν σκοπό τόν ἔπαινο Ἁγίων, ἀλλά εἶναι ἀνώτερα ἀπό ὅλα αὐτά· καί θά εἶναι καί ἀνώτερα ἀπό ὅσα μελλοντικά θά συνταχθοῦν.
Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ὡς πρός τή σωματική διάπλαση καί τή μορφή τοῦ προσώπου εἶχαν τά ἑξῆς χαρακτηριστικά γνωρίσματα:
Καί ἀρχίζουμε ἀπό τόν ἱερό Χρυσόστομο: Ὁ θεῖος αὐτός ἱεράρχης ἦταν πολύ μικρόσωμος, εἶχε ὅμως μεγάλο κεφάλι αἰωρούμενο στούς ὤμους του· ἦταν ὑπερβολικά λεπτόσαρκος· εἶχε μακριά μύτη καί πλατιά ρουθούνια· ἦταν πολύ ὠχρός καί λευκός μαζί· εἶχε βαθουλωτές τίς κόγχες τῶν ματιῶν καί μεγάλους τούς βολβούς, καί ἐξαιτίας αὐτοῦ συνέβαινε νά παρουσιάζει μέ τά μάτια του πιό χαρούμενη ὄψη, ἄν καί μέ τά ὑπόλοιπα χαρακτηριστικά του φανέρωνε ἄτομο βασανισμένο· τό μέτωπό του ἦταν μεγάλο, χωρίς τρίχες καί χαραγμένο μέ πολλές ρυτίδες· εἶχε μεγάλα αὐτιά, γένια μικρά, πολύ ἀραιά καί λευκά καί, τέλος, τά σαγόνια βαθουλωμένα στό ἔπακρο ἐξαιτίας τῆς νηστείας.
Τόσο ἀκόμη γι' αὐτόν εἶναι ἀνάγκη νά ποῦμε: Μέ τούς λόγους του καί τή ρητορική του δεινότητα καί ἰδιαίτερα μέ τό πλάτος καί τό βάθος τῶν νοημάτων καί μέ τή σαφήνεια καί κομψότητα τῆς ἐκφράσεως ὑπερέβαλε ὅλους τούς σοφούς καί ρήτορες τῶν Ἑλλήνων. Διασαφήνισε καί ἑρμήνευσε τόσο τέλεια τήν Ἁγία Γραφή ὅσο κανένας ἄλλος· καί, ἔτσι, συνέβαλε τόσο πολύ στό εὐαγγελικό κήρυγμα, ὥστε, ἄν δέν ἐμφανιζόταν αὐτός ὁ Ἅγιος - ἄν καί εἶναι τολμηρό νά πεῖ κανείς κάτι τέτοιο, - ἔπρεπε νά κατέβει στή γῆ γιά δεύτερη φορά ὁ Χριστός καί νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιό Του στούς ἀνθρώπους. Καί, τέλος, ὡς πρός τήν ἀρετή, καί στήν πράξη καί στή θεωρία, ἔφτασε σέ τόσον ὕψος, ὥστε ὑπερέβαλε τούς πάντες πέρα ὥς πέρα, καί χρημάτισε πηγή ἐλεημοσύνης καί ἀγάπης, ὄντας ἀξιοζήλευτο ὑπόδειγμα στή φιλαδελφία καί διδασκαλία.
Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἔζησε ἑξήντα τρία ἔτη (354-407 μ.Χ.) καί ἐποίμανε τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἐπί ἕξι ἔτη ὡς πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.
Συνεχίζουμε μέ τόν Μέγα Βασίλειο: Ὁ μεγάλος αὐτός Ἅγιος εἶχε ὑψηλό ἀνάστημα καί εὐθυτενή κορμοστασιά· ἦταν ξερακιανός καί λιπόσαρκος· ἡ μύτη του ἦταν ἐπιμήκης καί τά φρύδια του καμπύλα· τό δέρμα τοῦ μετώπου του, πάνω ἀπό τά φρύδια, ἦταν ζαρωμένο· ἔμοιαζε μέ ἄνθρωπο παραδομένο στίς μέριμνες καί στίς στοχαστικές σκέψεις· τό μέτωπό του εἶχε λίγες ρυτίδες· τά μάγουλά του ἦταν ἐπιμήκη καί οἱ κρόταφοί του βαθουλοί· τά μαλλιά τοῦ κεφαλιοῦ του ἦταν λιγοστά καί κοντά· εἶχε ἀρκετά ἐπιμήκη γενειάδα καί, τέλος, τά μαλλιά καί τά γένια του ἦταν γκριζωπά.
Ὁ ἅγιος αὐτός Πατήρ στούς λόγους του ὑπῆρξε ἀνώτερος ὄχι μόνο ἀπό τούς σύγχρονούς του σοφούς καί πεπαιδευμένους, ἀλλά καί ἀπό αὐτούς ἀκόμη τούς παλαιούς. Σπούδασε ὅλες τίς ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς του καί ἔκαμε κτῆμα του ὁλόκληρο τό πλάτος καί βάθος τοῦ περιεχομένου καθεμιᾶς ξεχωριστά. Καί ὄχι λιγότερο ἄσκησε τήν διά πράξεως φιλοσοφία καί μέσω αὐτῆς προχώρησε στή θεωρία τῶν ὄντων. Μόλις συμπλήρωσε τά σαράντα πέντε του χρόνια ἀνῆλθε στό θρόνο τῆς ἀρχιερωσύνης καί ἐποίμανε τήν Ἐκκλησία ἐπί πέντε ἔτη.
Καί τελειώνουμε μέ τόν Γρηγόριο: Ὁ θεῖος αὐτός Πατήρ, ὡς πρός τό σῶμα γενικά, εἶχε μέτριο ἀνάστημα· εἶχε λιγάκι ὠχρό, ἀλλά χαρούμενο πρόσωπο· ἡ μύτη του ἦταν πλατιά μέ προεξέχοντα τά ρουθούνια· τά φρύδια του ἦταν ἴσια· τό βλέμμα του ἦταν ἥμερο καί γλυκύ· τό ἕνα του μάτι, τό δεξιό, φαινόταν κάπως σκυθρωπό ἐξαιτίας τῆς οὐλῆς πού τοῦ εἶχε ἀφήσει κάποιος τραυματισμός στή γωνία τῶν βλεφάρων· τά γένια του δέν ἦταν μακριά, ἦταν ὅμως πολύ πυκνά· ἦταν ἀρκετά φαλακρός καί οἱ τρίχες του ἦταν λευκές καί, τέλος, τά ἄκρα τῆς γενειάδας του φαίνονταν σάν περικαπνισμένα.
Ἀλλά ἀξίζει νά ποῦμε καί τό ἑξῆς γι' αὐτόν: Ἄν ἔπρεπε νά ἀπαρτιστεῖ ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους μιά ὁλοκληρωμένη εἰκόνα καί στήλη φωτεινή, συναποτελούμενη ἀπό ὅλες τίς ἐπιμέρους ἀρετές, αὐτό ἀκριβῶς ἦταν ὁ μέγας Γρηγόριος. Καί πραγματικά, μέ τή λαμπρότητα του βίου του ἀναδείχτηκε ὑπέρτερος ἀπό ὅλους ἐκείνους πού εὐδοκίμησαν στήν ἀρετή. Ἐπίσης ἔφτασε σέ τόσον ὕψος θεολογικοῦ στοχασμοῦ, ὥστε ὅλοι νά εἶναι ὑποδεέστεροι ἀπό αὐτόν στή σοφία, καί σ' ἐκείνην πού διαπιστώνεται στούς καλλιεπεῖς καί βαθυστόχαστους λόγους του καί σ' ἐκείνην πού διαπιστώνεται στόν τρόπο καί στήν εὐστοχία μέ τήν ὁποία ὁ Ἅγιος διατυπώνει τά δόγματα, καί εἰδικότερα τό περί Θεοῦ δόγμα, γεγονός πού συνετέλεσε νά τοῦ δοθεῖ ἡ ἐπίζηλη προσωνυμία Θεολόγος.
Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐποίμανε τήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὡς πατριάρχης, ἐπί δώδεκα χρόνια. Ἔζησε περισσότερα ἀπό ὀγδόντα χρόνια.

Δάσκαλοι καί σπουδές
Οἱ Σχολές, τά χρόνια πού ὁ Γρηγόριος ἔφτασε στήν Ἀθήνα, βρίσκονταν οἱ περισσότερες κάτω ἀπό τόν Ἄρειο Πάγο, κοντά στό ναό τοῦ Ἡφαίστου (Θησεῖο), ἀπέναντι ἀπό τό στοά τοῦ Ἀττάλου. Ἐκεῖ, μέσα κι ἔξω ἀπό τίς Σχολές, μαζεύονταν καθημερινά οἱ φοιτητές σέ ὁμάδες. Ἡ κάθε μία γιά τό δικό της δάσκαλο ἤ τούς δασκάλους. Ὁ Γρηγόριος παρακολούθησε τά μαθήματα τοῦ πιό φημισμένου τότε ρήτορα, τοῦ Προαιρεσίου. Τύχαινε μάλιστα ὁ Προαιρέσιος νά ἦταν καί χριστιανός. Ὅλοι τόν θεωροῦσαν ὡς τόν καλύτερο σοφιστή τῆς ἐποχῆς. Ὅταν μάλιστα δίδαξε γιά λίγο στή Ρώμη, ἐντυπωσίασε τόσο πολύ, πού τοῦ ἔφτιαξαν ἄγαλμα. Ἐντυπωσίαζε ἰδιαίτερα, γιατί εἶχε ταλέντο αὐτοσχεδιασμοῦ. Μεγάλο τότε σοφιστή θεωροῦσαν ἐκεῖνον, πού ἄκουγε ἀπό ἕναν ἀκροατή τό θέμα καί ἄρχιζε ἀμέσως νά τό ἀναπτύσσει. Καί ὁ Προαιρέσιος σ' αὐτό ἦταν δεξιοτέχνης, κυριολεκτικά ἰδιοφυΐα.
Ὁ Γρηγόριος ἄκουσε καί ἄλλους δασκάλους. Τόν Ἱμέριο καί πιθανότατα καί τόν Πρίσκο, πού ἦταν καί οἱ δύο ἐθνικοί, ἄξιοι καί φημισμένοι ἐπίσης.
Ἐκτός ἀπό τά μαθήματα φιλολογίας καί φιλοσοφίας, ἄνοιξε τό ἀχόρταγο πνεῦμα του καί σέ ἄλλους κλάδους, ὅπως ἡ ἀστρονομία, ἡ γεωμετρία καί ἡ ἀριθμητική. Βέβαια σ' αὐτούς δέν ἀφιέρωσε πολύ χρόνο. Τόν πολύ του χρόνο κρατοῦσε γιά τή φιλοσοφία. Πάντως ἀπέκτησε καλή κατάρτιση καί στούς κλάδους αὐτούς. Καταλάβαινε τότε τή φιλοσοφία ὡς πεμπτουσία γνώσεως, ἐπιστέγασμα ὅλων τῶν ἐπιστημῶν.
Ἡ ζωή τοῦ Γρηγορίου στήν Ἀθήνα ἤτανε γεμάτη. Ἐκμεταλλευότανε δασκάλους καί ρήτορες. Ὅ,τι σπουδαῖο εἶχαν αὐτοί νά δώσουν τό ἔπαιρνε. Τό πνεῦμα του ρουφοῦσε τή σκέψη τους. Καθώς ὅμως ἄκουγε ἤ διάβαζε τή σκέψη τους, ἔβαζε σέ λειτουργία τό ἰσχυρό διυλιστήριο. Ἦταν ὁ ἴδιος τό ἰσχυρότερο πνευματικό διυλιστήριο τῆς ἐποχῆς. Καί κάθε τι πού ἄκουγε τό διύλιζε προσεκτικά καί γρήγορα. Ἦταν πνεῦμα κριτικό. Δέν ἀποταμίευε ἁπλῶς γνώσεις. Σπούδαζε κι ἐρευνοῦσε κι ἔκρινε καί ἀξιολογοῦσε τό πᾶν. Γι' αὐτό ἡ φιλοσοφική σκέψη, ὄχι μόνο δέν ἀδυνάτιζε τήν πίστη του, ἀλλά ἔμμεσα τήν στερέωνε καί τήν ἐπιβεβαίωνε.

Ἡ πρώτη χριστιανική φοιτητική ὁμάδα
Συμφοιτητές καί φίλοι τῶν χρόνων ἐκείνων τόν θαύμαζαν καί προσπαθοῦσαν νά τόν μιμηθοῦν. Ὁ Ἡσύχιος, ὁ Τερέντιος, ὁ Σωφρόνιος, ὁ Εὐσέβιος, ὁ Κέλσος καί ὁ Εὐστόχιος τόν πρόσεχαν σέ ὅλα.
Μέ τούς νέους αὐτούς φοιτητές πού ἀργότερα θά γίνουν ἀνώτεροι κρατικοί ὑπάλληλοι καί ἐπίσκοποι, εἶχε μεγάλο σύνδεσμο. Οἱ περισσότεροι ἀνῆκαν καί στήν ὁμάδα τῶν χριστιανῶν φοιτητῶν τῆς Ἀθήνας. Σιγά-σιγά καί χωρίς τυμπανοκρουσίες, οἱ χριστιανοί φοιτητές, οἱ πιό συνειδητοποιημένοι, συνάχθηκαν γύρω ἀπό τό Γρηγόριο καί τό Βασίλειο. Τούς εἶχαν ὅλοι καί τούς δύο πρότυπο καί στήριγμα. Οἱ δύο τους πρώτευαν σέ ὅλα: στή γνώση καί στή χριστιανική ἀρετή. Ἀρχηγός βέβαια ἦταν ὁ Βασίλειος. Τέτοιες θέσεις δέν ταιριάζανε στό χαρακτήρα τοῦ Γρηγορίου. Ὅ,τι σχετιζότανε μέ πρωτοβουλίες τ' ἄφηνε πάντα στό Βασίλειο, ἐκεῖνος εἶχε χαρακτήρα θεληματικό, γεννήθηκε γιά ἀρχηγός. Καί ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε ἀπό τότε σύνεση, ὥστε οἱ πρωτοβουλίες του νά εἶναι γιά τό καλό τοῦ κόσμου ὅλου.
Ἡ ὁμάδα τῶν χριστιανῶν φοιτητῶν τῆς Ἀθήνας ἔγινε γνωστή ὄχι μόνο στήν Ἀθήνα καί τήν Ἑλλάδα, μά σ' ὅλη τήν ἔκταση τῆς ἀπέραντης ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ φήμη τους ἔτρεξε παντοῦ. Τά στόματα τῶν φοιτητῶν, πού προέρχονταν ἀπ' ὅλα τά πλάτη καί τά μήκη τοῦ τότε πολιτισμένου κόσμου, πληροφοροῦσαν, πηγαινοερχόμενοι στίς πατρίδες τους, τήν ὕπαρξη καί τή δράση τῆς ὁμάδας.
Ἀλλά βέβαια ἡ ὁμάδα τούτη ἔγινε ὀνομαστή ἕνεκα τοῦ Βασιλείου καί τοῦ Γρηγορίου. Αὐτοί τῆς ἔδωσαν πνευματική δύναμη κι αἴγλη. Ἕνεκα τῆς μεγαλωσύνης τῶν δύο, στράφηκαν ὅλοι νά τήν ἰδοῦν· ἄλλοι νά τήν θαυμάσουν - οἱ χριστιανοί - καί ἄλλοι νά τήν φθονήσουν - οἱ ἐθνικοί.
Τόση ἐντύπωση σέ δασκάλους καί μαθητές ἔκαναν ὁ Γρηγόριος καί ὁ Βασίλειος, ὥστε οἱ δυό τους ἀπέκτησαν ὅση φήμη στόν κόσμο ὅλο εἶχαν οἱ περίφημοι δάσκαλοι τῶν Ἀθηνῶν.
Ἀριστοκράτες στό ἦθος, στήν καταγωγή καί στήν σκέψη καί γαλουχημένοι μέ τά νάματα τῆς ἑλληνικῆς σκέψεως καί παιδείας συνεδύασαν τήν ἑλληνική παράδοση μέ τήν χριστιανική διδαχή καί ἀπό αὐτή τήν ἄποψη μεταβλήθηκαν σέ ἐθνικά σύμβολα, συνεχιστές τῆς φιλολογικῆς, φιλοσοφικῆς καί λογοτεχνικῆς κληρονομίας τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος.
Ἀπό αὐτή τήν σκοπιά ἐξεταζομένη ἡ προσφορά τους παραμένει ἀνεπανάληπτη καί πολύτιμη. Διότι ἐπιχειροῦν μία ὑπέρβαση πρός τήν κλασσική ἐποχή καί ζητοῦν νά ἀποκαταστήσουν τήν καθαρότητα τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκφραστικό μέσο εἶχεν ὑποστῇ μιά φθορά, φυσική καί μοιραία, λόγῳ τῆς ἐξαπλώσεως τῆς γλώσσης σέ οἰκουμενική κλίμακα καί λόγῳ τῆς διαφορετικῆς πολιτιστικῆς καταγωγῆς τῶν ἀνθρώπων, πού ἔκαμαν γλῶσσα τους τήν ἑλληνική.
Αὐτή ἡ παραφθορά τῆς γλώσσης εἶναι ἐμφανής στά ἑλληνιστικά κείμενα, στήν ἑλληνιστική φιλοσοφία, ἀκόμη δέ καί σέ ὡρισμένα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης καί στήν μετάφραση τῆς Π.Δ. ἀπό τούς Ο´ ἑρμηνευτές τῆς Ἀλεξανδρείας.
Στήν συνέχεια ἡ φιλοσοφική σκέψη καί ὁρολογία ἀπετέλεσε τό ὄργανο μέ τό ὁποῖο οἱ Τρεῖς αὐτοί σοφοί διετύπωσαν τίς θεολογικές τους διδασκαλίες.
Οἱ μελετητές τῶν ἔργων τοῦ Μ. Βασιλείου διαπιστώνουν τό φιλοσοφικό ὑπόστρωμα καί τόν φιλοσοφικό τρόπο τοῦ σκέπτεσθαι. Στά ἔργα τοῦ διανοητοῦ Βασιλείου παρελαύνουν οἱ στοχαστές τῆς ἀρχαιότητος, Πλάτων, Ἀριστοτέλης, Στωικοί, Πλούταρχος, Πλωτῖνος κ.λπ. Βλέπει κανείς, πῶς ὁ νουνεχής αὐτός πατήρ ἐντάσσει τήν φιλοσοφία μέσα στήν χριστιανική σκέψη κατά τρόπο ἐπαγωγικό καί δημιουργικό, καί μέ τήν φιλοσοφία πλουτίζει καί ἐμβαθύνει τά μεταφυσικά τῆς θεολογίας προβλήματα. Ἡ λογική ἐπιχειρηματολογία, ἡ φιλοσοφική διερεύνηση, παράλληλα μέ τήν παράδοση τῆς θεολογίας, ἀποτελοῦν τά μέσα τῆς δημιουργικῆς πρωτοτυπίας του. Οἱ φιλοσοφικοί ὅροι τόν βοηθοῦν νά ἐκφράση τίς θεολογικές του σκέψεις (Τατάκη, σ. 83)!
Βεβαίως διά τόν Βασίλειο, ὡς καί τούς δύο ἄλλους πατέρες, ἡ χριστιανική ἀλήθεια, ἡ δυσθήρατη αὐτή ἀλήθεια, παραμένει ὁ τελικός σκοπός. Ὁ σκοπός ὅμως αὐτός κατανοεῖται καλλίτερα μέ τήν θεωρία καί τήν κάθαρση τοῦ νοῦ καί τῆς διανοίας καί ἐγγίζει τήν ἄκραν ἀλήθεια, τό ἀκρότατον ἀγαθό, τό μέγα κάλλος, τό ἄρρητο κάλλος τοῦ ἀρχετύπου, τόν Θεό, κατά τήν ὁρολογία τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων. Ἔτσι κατορθώνει νά ἐξετάζη, διερευνᾶ, κατανοῆ καί διατυπώνη τήν Θεολογική διδασκαλία μέ ὅρους, μεθόδους, λογικούς ἀναβαθμούς παρμένους ἀπό τούς Ἕλληνες φιλοσόφους καί συνδέει αἰώνιο μέ ἀνθρώπινο, θεία πραγματικότητα μέ ἀνθρώπινη γνώση. Καί γίνεται ἔτσι ἡ ἀνθρώπινη σοφία, κλίμακα ἀνοδική πρός κατανόηση τοῦ ἀρχέτυπου κάλλους, τοῦ Θεοῦ, ὅσο τοῦτο εἶναι ἐφικτό στήν ἀνθρώπινη φύση. Καί ἐνῶ μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐκφράζονται τά βάθη τῆς Θεολογίας, συγχρόνως ἡ ἑλληνική φιλοσοφία καί παιδεία διασώζεται, ἀξιοποιεῖται καί διαιωνίζεται.
Καί οἱ τρεῖς πατέρες μάχονται γιά νά ἀφυπνίσουν τή συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά στραφεῖ πρός τόν ἑαυτόν του, νά δυναμώσει τό θεϊκό σπινθήρα πού βρίσκεται μέσα του. Παρακινοῦν σέ μιά συνεχή προσπάθεια, γιά νά εἶναι ὁ βίος "κεκαθαρμένος", ἤ, ἀκριβέστερα, "καθαιρόμενος". Αὐτή ἡ ἐσωτερική προσπάθεια εἶναι ἕνα συνεχές γίγνεσθαι, ἕνα δυναμικό τέντωμα τῶν ψυχικῶν προσπαθειῶν, "ὑπέρ δύναμιν ἀεί τήν ψυχήν ἐπεκτείνεσθαι πρός τό τοῦ Θεοῦ θέλημα, κατά σκοπόν καί ἐπιθυμίαν τῆς αὐτοῦ δόξης". Ὁ Γρηγόριος ἀναφερόμενος στήν ἐσωτερική ἐκείνη πειθαρχία καί ἐπαγρύπνηση, πού διασφαλίζει τήν ἐσωτερική ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, συνιστᾶ: "Ἐάν μικρόν τι τοῦ λόγου παρεκτραπῆς, πρός ἑαυτόν ἐπανάγου, πρίν παντελῶς ἔξω πεσεῖν καί κατενεχθῆναι πρός θάνατον καί γενοῦ καινός ἀντί παλαιοῦ καί ψυχῆς ἑόρταζε τά Ἐγκαίνια".
Καί οἱ τρεῖς ἅγιοί μας, πρίν γίνουν ἐξωτερικά οἱ μάρτυρες τῆς ἀληθείας, ἀγωνίσθηκαν ἐσωτερικά. Πέρασαν μιά σοβαρή περίοδο ἀσκητικῆς ἑτοιμασίας γιά τήν ἀπελευθέρωση ἀπό τή δύναμη τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν. Ἔτσι ἀργότερα μπόρεσαν νά ζήσουν καί νά δράσουν μέ ἐσωτερική ἐλευθερία. Ἐλεύθεροι ἀπό τήν ἀγάπη γιά χρήματα, γιά δόξα, γιά ἄνεση· ἐλεύθεροι ἀπό τήν ἀγάπη γιά δύναμη, ὁπλισμένοι μέ τή δύναμη τῆς ἀγάπης.
Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἤθελον, ἵνα ἡ αἰσθητική πρόοδος ἔχῃ ἀνοδικήν πορείαν. Ἀλλ' ὅταν αἱ διάφοροι μορφαί τοῦ Ὡραίου ἤ ἐκδηλώσεις τῆς Τέχνης ἐγέννων "τά ἀνελευθερίας καί ταπεινότητος ἔκγονα πάθη" ἤ ὅταν ὡδήγουν εἰς μίαν ἀφόρητον σπατάλην εἰς βάρος τῶν πεινώντων καί τῆς φιλαλληλίας, τότε εἰς τό ἱερόν πρόσωπόν των ὁ αἰσθητικός ὑπεχώρει ἐνώπιον τοῦ προφήτου, τοῦ κηρύττοντος τόν λόγον τοῦ Θεοῦ ἄνευ συμβιβασμῶν καί ὑποχωρήσεων. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἠγωνίζοντο σθεναρῶς διά τήν ἔναντι τοῦ ἡδονιστικοῦ ἤ ὠφελιμιστικοῦ στοιχείου διατήρησιν τῆς αὐτοτελείας, αὐτονομίας καί ἀνεξαρτησίας τῶν αἰσθητικῶν ἀξιῶν, αἵτινες εἶναι ἀνταύγειαι καί διαθλάσεις τοῦ πανυπερτελείου κάλλους τοῦ Θεοῦ.
Καί ἡ αἰσθητική πρόοδος κατ' αὐτούς δέον νά παρουσιάζη ἀναγωγικήν φοράν καί νά κινῆται διαλεκτικῶς μεταξύ τοῦ αἰσθητοῦ καί ὑπεραισθητοῦ κάλλους.
Ὅτι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι συνεκινοῦντο ἐκ τῆς βιώσεως τῆς ἀληθοῦς Τέχνης, πιστοποιεῖται ἐκ πολλῶν περικοπῶν τῶν ἔργων των. Οὗτοι ἐξυμνοῦν "τήν ἀμείνονα καί εἰς ἄμεινον φέρουσαν μουσικήν" καί θαυμάζουν τόσον τήν πιστῶς ἀπεικονίζουσαν τά ἀρχέτυπα ρεαλιστικήν ζωγραφικήν, ὅσον καί τήν ἰμπρεσσιονιστικήν ἤ ἀναγωγικήν, ἥτις, κατά τόν Βασίλειον, παρουσιάζει "οὐ τάς ἀληθείας τῶν πραγμάτων μόνον, ἀλλά καί τά τούτων ἰνδάλματα", μεταμορφοῦσα οὕτω καί ἐξιδανικεύουσα τήν πραγματικότητα. Κατά τόν Ναζιανζηνόν "ζωγράφος ἐστίν ἄριστος, ὅς ἐν πινάκεσσι χαράσσει μορφάς ἀτρεκέας, ἔμπνοα δερκομένας". Κατά τόν Χρυσόστομον εἶναι "θαυμαστόν" τό ὑπό τῶν ἀνδριαντοποιῶν παρουσιαζόμενον "κάλλος πλάσεως". Ὁ Γρηγόριος ἐξαίρει τήν ὡραιότητα πολλῶν ναῶν καί ἰδίως τοῦ ὑπό τοῦ πατρός του ἀνεγερθέντος, ὅστις διακρινόμενος "μεγέθει μέν ὑπέρ τούς πολλούς, κάλλει δέ σχεδόν ὑπέρ ἅπαντας", διά τῆς ὡραιότητός του ὑπεδέχετο μακρόθεν τούς προσερχομένους εἰς αὐτόν.

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Ἡ ἀναισθησία


Η Αναισθησία
[Οίδα σου τα έργα, ότι όνομα έχεις ότι ζης, και νεκρός ει (Αποκ. Γ΄1)]
 
του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου  -συγγραφέα
 
ΟΡΙΣΜΟΣ: Ο καλύτερος ορισμός για την πνευματική αναισθησία δίνεται από τον Ιωάννη τον Σιναΐτη στο έργο του Κλίμαξ: «Αναισθησία εστὶ νενεκρωμένη αίσθησις, εκ χρονίας νόσου και αμελείας εις αναισθησίαν καταλήξασα.»
ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΑ ΣΗΜΕΡΑ: Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από πνευματική αναισθησία. Ο άνθρωπος βυθισμένος στις καθημερινές μέριμνες της ζωής, αδιαφορεί για οτιδήποτε πνευματικό. Κουρασμένος από την άγρα υλικών αγαθών, ζαλισμένος από σειρήνες απολαύσεων, απασχολημένος πώς θα αποκτήσει περισσότερα μέσα επίδειξης, και δύναμης, ναρκώνεται πραγματικά, χωρίς να μπορεί να αντιδράσει και να αναζητήσει πνευματικά στηρίγματα. Διαβάζουμε στον Ευεργετινό: 
Κάποιος είχε αιχμαλωτισθεί στην κακή συνήθεια τής κλοπής. Έτσι, την περίοδο του θερισμού, βλέποντας το αγρόκτημα ενός πλουσίου είναι γεμάτο θημωνιές από σιτάρι, αποφάσισε να κλέψει. Πήρε κοντά και τη μικρή του κόρη. Κοίταξε δεξιά - αριστερά, μήπως τον δει κανείς και, σίγουρος πια, άρχισε να κλέβει και να φορτώνει την άμαξά του. Τότε η κορούλα του τού λέγει «πατέρα κοίταξες σε όλα τα μέρη, αλλά ξέχασες να κοιτάξεις και προς τον ουρανό». Ακούγοντας αυτά o πατέρας ήρθε εις εαυτόν, και επέστρεψε τα αρπαγμένα”. Σήμερα η κλοπή έγινε ρουτίνα, σαν κάτι φυσιολογικό. Δεν θέλομε να θυμόμαστε, ούτε να υποταχθούμε στους νόμους τού Θεού. Η άστατη και αμαρτωλή ζωή μας δημιουργεί πολλές ενοχές, τις οποίες τις αποδιώχνει η “απουσία” από την καρδιά μας του Θεού. Αποφεύγουμε την υπακοή στο θέλημα του Θεού, και κάνομε υπακοή στους μυριάδες πειρασμούς που περικυκλώνουν την ψυχή μας. Δυστυχώς, o εγωισμός, και η φιλαυτία αιχμαλωτίζουν τον άνθρωπο, τον ταλαιπωρούν αφήνοντάς τον χωρίς ελπίδα. Χωρίς τον Χριστό, είμαστε δυστυχισμένοι, διαπλέομε τη θάλασσα της ζωής ανίκανοι να αντισταθούμε στα κύματα των παθώ κι έτσι χάνουμε και την παρούσα ζωή και την αιωνιότητα. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέει: «o άνθρωπος διαβάζει για την Κρίση και αρχίζει να χαμογελά, για την κενοδοξία και κενοδοξεί την ώρα της αναγνώσεως. Αποστηθίζει λόγους περί αγρυπνίας, και παρευθύς καταβυθίζεται στον ύπνο. Εγκωμιάζει την προσευχή, και την αποφεύγει σαν μαστίγιο. Μόλις χορτάσει φαγητό μετανοεί, και ύστερα από λίγο τρώγει και χορταίνει περισσότερο. Μακαρίζει την σιωπή και την εγκωμιάζει με πολυλογία. Επαινεί και δοξάζει τους ελεήμονες, αλλά υβρίζει τους πτωχούς». (Λόγος 17ος). Ο Άγιος Νείλος o Μυροβλύτης λέει: “η χειρότερη κατάσταση στον άνθρωπο είναι η πώρωση της καρδίας του. Δεν μπορεί ούτε να ακούσει πνευματικό λόγο, και πολύ περισσότερο να τον πραγματοποιήση. Θεωρεί φυσιολογική την αμαρτία και δεν τον νοιάζει καθόλου o συνάνθρωπός του”.

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Μοναχισμός, μοναστήρια, μοναχοί


Γράφει ο μοναχός Μωυσής, αγιορείτης

Όταν ο κόσμος αλλοιώνεται, επηρεάζει και το μοναχισμό. Ο μοναχισμός όμως πρέπει να μένει αναλλοίωτος. Η υποβάθμιση του ορθόδοξου μοναχισμού σε περιόδους εκκοσμικεύσεως είναι ανεπίτρεπτη.

Το εκκλησιαστικό ήθος πρέπει να μένει ανεπηρέαστο πάντοτε. Η διατήρηση του μηνύματος και της προσφοράς του μοναχικού ιδεώδους δεν πρέπει να αλλάζει, αλλά να χαρίζει το πνεύμα της ασκήσεως, της εγκράτειας και της ταπεινοφροσύνης, τόσο απαραίτητων στη ζωή. Ο μοναχισμός, όποτε ήταν σε ακμή, δώριζε αίγλη στο σώμα της Εκκλησίας. Ο κόσμος θεωρεί το μοναχισμό περιττό, κάτι περασμένο, αχρείαστο και μερικές φορές και βλαβερό.

Ακόμη και λεγόμενοι άνθρωποι της Εκκλησίας βλέπουν με επιφύλαξη την αναχώρηση νέων στα μοναστήρια, λέγοντας ότι η κοινωνία τούς χρειάζεται περισσότερο για τις ανάγκες της. Η αφιέρωση νέων καταρτισμένων, μορφωμένων και ταλαντούχων και ο εγκλεισμός τους σε μοναστήρια είναι λαθεμένη. Ο μοναχισμός όμως είναι καθαρά εκκλησιαστικός θεσμός και ανέδειξε πλήθος αγίων. Το ασκητικό, ησυχαστικό και προσευχητικό φρόνημα πολλών ιερών ανδρών στην έρημο και τα μοναστήρια φανέρωσε το υψηλό και σπουδαίο της ζωής αυτής, που ονομάστηκε ισάγγελη.

Αγίου Nεκταρίου: Το κύριο έργο του ανθρώπου



              Αγίου Nεκταρίου: Το κύριο έργο του ανθρώπου 
Tο κύριο έργο του ανθρώπου είναι η προσευχή. O άνθρωπος πλάστηκε για να υμνεί το Θεό. Aυτό είναι το έργο που του αρμόζει. Aυτό μόνο εξηγεί την πνευματική του υπόσταση. Aυτό μόνο δικαιώνει την εξέχουσα θέση του μέσα στη δημιουργία. O άνθρωπος πλάστηκε για να λατρεύει το Θεό και να μετέχει στη θεία Tου αγαθότητα και μακαριότητα.
Ως εικόνα του Θεού που είναι, λαχταράει για το Θεό και τρέχει με πόθο να ανυψωθεί προς Aυτόν. Mε την προσευχή και την υμνωδία ευφραίνεται. Tο πνεύμα του αγάλλεται και η καρδιά του σκιρτάει. Όσο περισσότερο προσεύχεται, τόσο η ψυχή του απογυμνώνεται από τις κοσμικές επιθυμίες και γεμίζει από τα ουράνια αγαθά. Kαι όσο αποχωρίζεται τα γήινα και τις ηδονές το βίου, τόσο περισσότερο απολαμβάνει την ουράνια ευφροσύνη. H δοκιμή και η πείρα μας επιβεβαιώνουν την αλήθεια αυτή.
O Θεός ευαρεστείται στις προσευχές εκείνες που προσφέρονται με τον πρέποντα τρόπο, δηλαδή με συναίσθηση της ατέλειας και της αναξιότητας μας. Για να υπάρξει όμως τέτοια συναίσθηση, απαιτείται τέλεια αυταπάρνηση του κακού μας εαυτού και υποταγή στις εντολές του Θεού, απαιτείται ταπείνωση και αδιάλειπτη πνευματική εργασία.
Aναθέστε όλες τις φροντίδες σας στο Θεό. Eκείνος προνοεί για σας. Mη γίνεστε ολιγόψυχοι και μην ταράζεστε. Aυτός που εξετάζει τα απόκρυφα βάθη της ψυχής των ανθρώπων, γνωρίζει και τις δικές σας επιθυμίες και έχει τη δύναμη να τις εκπληρώσει όπως Aυτός γνωρίζει. Eσείς να ζητάτε από το Θεό και να μη χάνετε το θάρρος σας. Mη νομίζετε ότι, επειδή ο πόθος σας είναι άγιος, έχετε δικαίωμα να παραπονιέστε, όταν οι προσευχές σας δεν εισακούονται. O Θεός εκπληρώνει τους πόθους σας με τρόπο που εσείς δεν γνωρίζετε. Nα ειρηνεύετε λοιπόν και να επικαλείστε το Θεό.
Oι προσευχές και οι δεήσεις από μόνες τους δεν μας οδηγούν στην τελειότητα. Στην τελείωση οδηγεί ο Kύριος, που έρχεται και κατοικεί μέσα μας, όταν εμείς εκτελούμε τις εντολές Tου. Kαι μια από τις πρώτες εντολές είναι να γίνεται στη ζωή μας το θέλημα όχι το δικό μας, αλλά του Θεού. Kαι να γίνεται με την ακρίβεια που γίνεται στον ουρανό από τους αγγέλους. Για να μπορούμε κι εμείς να λέμε: “Κύριε, όχι όπως θέλω, αλλ’ όπως εσύ, “γενηθήτω το θέλημα Σου, ως εν ουρανώ και επί της γης”. Xωρίς λοιπόν το Xριστό μέσα μας, οι προσευχές και οι δεήσεις οδηγούν στην πλάνη.


http://www.agioritikovima.gr/thlogos/item/35805-αγίου-nεκταρίου-το-κύριο-έργο-του-ανθρώπου

Κάθε ορμή της επιθυμίας για το καλό συνοδεύεται, ήδη στο ξεκίνημα της κίνησής της, από ζήλο πυρωμένο σαν κάρβουνα αναμμένα.



ΛΟΓΟΣ ΙΖ  
Με ποια μέσα συντηρείται ή μυστική εγρήγορση της ψυχής. Πώς εισβάλλουν στην διάνοια ό ύπνος και ή ψυχρότηταπού σβήνουν την άγια θέρμη της ψυχής και απονεκρώνουν την θεία επιθυμία της για πνευματικές και ουράνιες απολαύσεις.
Ο Εχθρός δεν έχει καμιά δυνατότητα να εμποδίσει όσους επιθυμούν το καλό, εκτός κι αν αυτοί οι ίδιοι δώσουν την ευκαιρία στην πολυμήχανη κακία του. Κάθε ορμή της επιθυμίας για το καλό συνοδεύεται, ήδη στο ξεκίνημα της κίνησής της, από ζήλο πυρωμένο σαν κάρβουνα αναμμένα. Αυτός ο ζήλος έχει την ιδιότητα να περιτειχίζει την ορμή της επιθυμίας, διώχνοντας μακριά της κάθε ενδεχόμενο εμπόδιο. Γιατί κατέχει μεγάλη δύναμη και μιαν άρρητη ισχύ, που μ' αυτήν οχυρώνει την ψυχή, ώστε να μην εξασθενεί ούτε να κλονίζεται από τις εφόδους των κάθε είδους δυσκολιών.

Η αρχική ορμή της ψυχής οφείλεται στην δύναμη της άγιας επιθυμίας. Η επιθυμία αυτή ανήκει στην ίδια την φύση της ψυχής, αφού κινητοποιείται από την θυμική δύναμη, η οποία ενυπάρχει φυσικά στην ψυχή. Η θυμική δύναμη έχει τοποθετηθεί εκεί φύσει από τον Θεό, για να περιφρουρεί τα όρια της φύσεως και να χρησιμοποιεί την δύναμή της ώστε να ε πληρώσει τον φυσικό πόθο της ψυχής, δηλαδή την αρετή. Χωρίς αυτήν, η αρετή δεν μπορεί να καλλιεργηθεί. Αυτή η δύναμη, λοιπόν, καλείται ζήλος.

Αυτή είναι που δίνει τον ζήλο στον άνθρωπο, παρακινώντας τον, φλογίζοντας τον, και κάποτε ενδυναμώνοντας τον ώστε να καταφρονήσει το σώμα και να μπορέσει να παραδώσει γεμάτος πεποίθηση τον εαυτό του στον θάνατο, μέσα σε τρομερούς πειρασμούς και βάσανα. Αυτή τον ενισχύει ώστε να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις του Αποστάτη, για να εκπληρωθεί αυτό που τόσο πολύ αγαπά η ψυχή.

Ένας άνθρωπος που έχει ενδυθεί τον Χριστό ονομάζει, κάπου στα κείμενά του, τον ζήλο αυτό «σκύλο» και«φύλακα του νόμου του Θεού», που είναι η αρετή. Η αρετή είναι η εκπλήρωση των νόμων του Θεού.

Για δύο λόγους εδραιώνεται αυτή η δύναμη του ζήλου, αφυπνίζεται και φλογίζεται ώστε να φρουρεί το σπίτι, και για δύο λόγους πάλι εξασθενεί, αποναρκώνεται και εξαλείφεται από την αμέλεια. Ο πρώτος λόγος της αφύπνισης και της έξαψης της είναι ο φόβος, που μπορεί να νιώσει κανείς για την αρετή που απέκτησε η γι' αυτήν που πρόκειται να αποκτήσει, στην περίπτωση που θα κλαπεί η θα καταστραφεί από κάποιο τυχαίο συμβάν. Ο φόβος αυτός ενεργοποιείται από την θεία Πρόνοια σε όλους τους αληθινούς καλλιεργητές της αρετής, ώστε να επαγρυπνεί η ψυχή με ζήλο διαρκή, και να μην αποκοιμηθεί.

Όταν λοιπόν ο φόβος, αυτός ο σκύλος, όπως λέγει ο Ευάγριος, κινητοποιηθεί μέσα στην ανθρώπινη φύση, θα είναι η μέρα και νύχτα φλογερός, σαν πυρωμένος κλίβανος, και θα την αφυπνίζει. Σαν το Χερουβείμ, είναι άγρυπνος διαρκώς και κοιτάζει ολόγυρά του. Θα έλεγε κανείς πως, κι ένα πουλί να περνούσε από κοντά του, αυτός θα ορθωνόταν και θα γαύγιζε με απερίγραπτη αγριότητα.

Όμως, ο φόβος υπέρ του σώματος είναι σατανικός. 'Όποιος έχει τέτοιον φόβο, έχει αμφιβολίες στην πίστη του για την Πρόνοια του Θεού. Έχει λησμονήσει πως ο Θεός μεριμνά γι' αυτούς που μεριμνούν για την αρετή, και φροντίζει πάντοτε για ο, τι τους αφορά.

Όπως είπε το Άγιο Πνεύμα δια στόματος του Προφήτη,«φθαλμο Κυρου π δικαους, κα τα ατο ες δησιν ατν.»και «τ νομα κυρίου τν φοβουμένων ατόν»Και αλλού λέγει ο Προφήτης, απευθυνόμενος τρόπον τινά εκ μέρους του Θεού σ' όσους καλλιεργούν την αρετή, «ο προσελεσεται πρς σ κακ, κα μστιξ οκγγιε ν τ σκηνματ σου.  τι τος γγλοις ατοντελεται περ σο το διαφυλξαι σε ν πσαις ταςδος σου·  π χειρν ροσ σε, μποτε προσκψς πρς λθον τν πδα σου·».

Επομένως, ο φόβος για την σωτηρία της ψυχής, για την περίπτωση που συμβεί στην αρετή κάποιο δυστύχημα και κλαπεί η ζημιωθεί με οποιονδήποτε τρόπο, είναι ένας Λογισμός ενάρετος και θείος. Η αγωνία αυτή και ο φόβος της ψυχής, ο τρόμος που βασανίζει τον νου με ανησυχία, προέρχονται από την Πρόνοια του Θεού.

Η δεύτερη αιτία της ισχύος και της έξαψης του ζήλου, που ο Ευάγριος τον παρομοιάζει με σκύλο, είναι ο αυξανόμενος πόθος της ψυχής για αρετή. Όσο μεγαλύτερη είναι η επιθυμία της ψυχής γι' αυτό που αγαπά, όσο ισχυρότερος είναι αυτός ο θείος λογισμός, τόσο περισσότερο διεγείρεται ο φυσικός ζήλος.

Η άμβλυνση και η ελάττωση της επιθυμίας της ψυχής είναι η πρώτη αιτία της χαύνωσης και της ύπνωσης. Η δεύτερη είναι η είσοδος και η εγκατοίκηση κάποιου λογισμού αυτοπεποίθησης στην ψυχή του ανθρώπου, ο όποιος φαντάζεται τότε συχνά, πλήρης πεποιθήσεως, πως δεν υπάρχει τίποτε επιβλαβές, τίποτε που να πρέπει να φοβάται. Την ίδια αυτή στιγμή πετά μακριά του την πανοπλία του ζήλου και γίνεται σαν σπίτι αφρούρητο, όπου ο σκύλος έχει εγκαταλείψει την σκοπιά του και κοιμάται.

Αυτός ο λογισμός είναι η αιτία, που οι περισσότερες πνευματικές οικίες λεηλατούνται, δηλαδή αμαυρώνεται η καθαρότητα της φλόγας της άγιας γνώσης μέσα στην ψυχή. Και για ποιόν λόγο αμαυρώνεται, αν όχι επειδή κάποιος λεπτεπίλεπτος λογισμός κενοδοξίας εισέρπει στην ψυχή του ασκητή, η επειδή αυτός έχει την τάση να μεριμνά υπερβολικά για τα του σώματος, η έχει συχνές συναντήσεις με τον κόσμο;

Όταν ο αγωνιστής συναινεί σε συναντήσεις με τον κόσμο, και ιδίως με γυναίκα, η ψυχή του αμέσως ατονεί. Αλλά κι αν συναντήσει πολλούς ανθρώπους, η ψυχή πειράζεται αναπόφευκτα από την κενοδοξία. Εν συντομία, όποτε ο πηδαλιούχος νους συναντά τον κόσμο, μοιάζει με κυβερνήτη που, ενώ ταξιδεύει ήρεμα στην θάλασσα, με ούριο άνεμο να τον φυσά προς το λιμάνι, πέφτει έξαιφνης σε ύφαλο.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥΑσκητικά Τόμος Β3 Λόγοι ΙΒ΄-ΜΑ΄σελ,48-52