Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΕΩΣ, ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ ΕΙΣ ΤΟ ΑΡΘΡΟΝ
ΤΟΥ κ. ΜΕΓΑ ΦΑΡΑΝΤΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟΝ
 «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ; -
Η ΚΡΙΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ»
 ΚΑΙ ΠΕΡΙ
ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΕΩΣ,
ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
 Δαμασκηνός μοναχός
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΘΕΟΔΡΟΜΙΑ

     Εις το ως άνωάρθροντου, το οποίον εδημοσιεύθη εις το φύλλον της 6ηςΑυγούστου 2010 του Ορθοδόξου Τύπου, ο καθηγητής κ. Μέγας Φαράντος ευστόχως επιχειρεί θεολογικήν κριτικήν εις τας καινοφανείς θεολογικάς θέσεις του καθηγητού κ. Ιωάννου Ζηζιούλα, όπως αυτές εξετέθησαν εις το βιβλίον του τελευταίου με τίτλον «Η κτίση ως ευχαριστία-Θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της Οικολογίας». Ο κ. Φαράντος συμπεραίνει, ότι ο κ. Ζηζιούλας πρεσβεύει και εισηγείται έναν «θεολογικόν Μονισμόν», ο οποίος «απαγορεύει ‘την διχοτόμηση μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού’ και αποδέχεται ‘την ταύτιση’ Θεού και κόσμου». Και προς στήριξιν αυτού του συμπεράσματος, προβάλλει, εν συνεχεία, τα επιχειρήματα του κ. Ζηζιούλα και ταυτοχρόνως επιχειρεί κριτικήν επί τούτων, εις τρία κύρια σημεία.
 Εις το υπ αρ. (3) σημείον, ο κ. Φαράντος αναφέρεται και εις εν εξωθεολογικόν, δηλ. «επιστημονικόν» επιχείρημα του κ. Ζηζιούλα, ο οποίος το προβάλλει ‘προς στήριξιν του θεολογικού του Μονισμού ως και της θεωρίας του περί «ταυτισμού της ουράνιας με την επίγεια πραγματικότητα», μέχρι του σημείου, που «και αυτός ο Θεός παύει να νοείται ως ‘‘επέκεινα’’ της φύσεως»’. Το επιχείρημα αυτό του κ. Ζηζιούλα είναι το εξής: «Ο σύγχρονος άνθρωπος, δεν συλλαμβάνει πλέον το υπερφυσικό ως κάτι το ‘‘επέκεινα’’ της φύσεως, λόγω των νεωτέρων επιστημονικών και φιλοσοφικών εξελίξεων». Η συνέπεια δε τούτου είναι, κατά τον κ. Ζηζιούλα, ότι: ‘Η θεολογία θα πρέπει να απορρίψει το «υπερφυσικό», προκειμένου να έλθη εις «διάλογον» με τον «σύγχρονο άνθρωπο» και ενδεχομένως να «κερδίσει» αυτόν’.
 Απαντώντας εις το επιχείρημα αυτό, ο κ. Φαράντος, απορρίπτει ευθέως τον ισχυρισμόν του κ. Ζηζιούλα, ότι οι νεώτερες φιλοσοφικές εξελίξεις αποτελούν εμπόδιον εις τον σύγχρονον άνθρωπον να συλλάβη το υπερφυσικό ως κάτι το ‘‘επέκεινα’’ της φύσεως, με το επιχείρημα, ότι ‘η Φιλοσοφία είναι μεν επιστήμη, ουχί όμως «ακριβής», ήτοι «αντικειμενική», όπως η Φυσική, ως εκφράζουσα υποκειμενικόν και εν πολλοίς αυθαίρετον στοχασμόν’. Εδώ, θα ήθελα να κάνω μία παρέμβασι. Κατ αρχήν, με τον όρον «σύγχρονος άνθρωπος», ο κ. Ζηζιούλας, κατά την γνώμην μου, δεν εννοεί μόνον εκείνον «που αποτινάζει με αγανάκτηση τους ηθικούς κανόνες» της χριστιανικής παραδόσεως, η εκείνον που «δεν πείθεται με τα δογματικά κηρύγματα», η εκείνον που «δεν συλλαμβάνει πλέον το υπερφυσικό», δηλ. τον άθεον, αλλά, επίσης, εκείνον (τον «Χριστιανόν», λαϊκόν ή ρασοφόρον), τον «παραμορφωμένον», άθεον εις την ουσίαν, που, προσπαθώντας να κατανοήση την Ορθόδοξη Θεολογία και Εκκλησιολογία, όχι με την Χάρι του Θεού αλλά με την διάνοια, όχι μόνον κάνει φιλοσοφία επάνω στην θεολογία και την εκκλησιολογία και δημιουργεί π.χ. τηνθεωρία των Κλάδωνστην θεολογία, ή τηνΒαπτισματική θεολογίαστην εκκλησιολογία, αλλά, επίσης, επηρεασμένος από την σύγχρονη Επιστήμη και δητην θεωρίαν της Εξελίξεωςτων ειδών, απορρίπτει συλλήβδην την Ορθόδοξη παραδοσιακή Θεολογία, ως αντικειμένην εις την θεωρίαν της Εξελίξεως και τις νεώτερες επιστημονικές ανακαλύψεις.
 Π.χ., η Ορθόδοξη Θεολογία λέει ότι υπήρξε «πτώσις». Ο «Χριστιανός» αυτός λέει ‘όχι, δεν υπήρξε «πτώσις», διότι η Επιστήμη δεν έχει ανιχνεύσει κάποια χρονική περίοδο κατά την οποία δεν υπήρχε φθορά και θάνατος’.Η Ορθόδοξη Θεολογία λέει ότι υπάρχει Θεός Δημιουργός του σύμπαντος.Ο «Χριστιανός» αυτός λέει ‘όχι, δεν υπάρχει Θεός Δημιουργός του σύμπαντος γιατί όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο είναι συνέπεια τυχαίων γεγονότων’. Η θεωρία της Εξελίξεως, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι είναι μία φυσική θεωρία, βασισμένη σε επιστημονικές ενδείξεις, όπως και κάθε άλλη επιστημονική θεωρία, εις την πραγματικότητα όμως, σήμερα, είναι η επικρατούσα φιλοσοφική θεωρία εις τον χώρο της Επιστήμης και, δια μέσου αυτής, η Εξέλιξις των ειδών, ενώ είναιυπόθεσις, παρουσιάζεται σαν γεγονός, λόγω δήθεν της πληθώρας των ενδείξεων που συνηγορούν υπέρ αυτής. Άρα, δεν είναι ατυχής ο ισχυρισμός του κ. Ζηζιούλα, ότι οι νεώτερες φιλοσοφικές εξελίξεις αποτελούν εμπόδιο εις τον σύγχρονον άνθρωπον να συλλάβη το υπερφυσικόν.Όμως, αντί ο κ. Ζηζιούλας να προσπαθήση να αλιεύση τον σύγχρονο άνθρωπο ευαγγελικώς, κατά την προτροπήν του κ. Φαράντου, αντιθέτως, τάσσεται με το μέρος του, και, θέλοντας ο κ. Ζηζιούλας να διακονήση τον «σύγχρονο μετανεωτερικό άνθρωπο», δημιουργεί την ιδική του αιρετική μετανεωτερική θεολογία και εκκλησιολογία(βαπτισματική, οικουμενιστική, οικολογική και όποια άλλη). Δηλ., πρώτα ο ίδιος θέτει τον εαυτόν του εκτός Εκκλησίας, διότι αποδέχεται και διδάσκει αιρετικές δοξασίες, και, στην συνέχεια, προσπαθώντας να διακονήση λανθασμένα τον «σύγχρονο άνθρωπο», τον παρασύρει σε βαθύτερο γκρεμό.
 Εκτός των ανωτέρω, ο σύγχρονος άνθρωπος, ο χωρίς Θεό άνθρωπος, έχει πρόβλημα, κατά τον κ. Ζηζιούλα, και λόγω των νεωτέρων επιστημονικών εξελίξεων, λόγω των οποίων δεν μπορεί να συλλάβη το υπερφυσικό ως κάτι το ‘‘επέκεινα’’της φύσεως. Αυτό είναι επίσης σωστό, κατά την γνώμη μας. Εδώ, διερωτάται, όμως, ο κ. Φαράντος ‘δια ποίων, εκ των «νεωτέρων επιστημονικών εξελίξεων», απορρίπτεται το υπερφυσικό ως κάτι το ‘’επέκεινα’’ της φύσεως;’ Ας μας επιτρέψη, εδώ, να καταθέσωμε την ιδική μας εξήγησι.
 Δεν είναι, κατά την γνώμη μας, οι νεώτερες επιστημονικές εξελίξεις, ή, καλύτερα, ανακαλύψεις, καθ’ εαυτές, εκείνες που δημιουργούν το πρόβλημα στον σύγχρονο άνθρωπο, αλλά η χρήσις τουςπρος υποστήριξι της θεωρίας της Εξελίξεως. Όλες οι σημερινές ανακαλύψεις στην Αστρονομία, Φυσική, Βιολογία, Βιοχημεία, Ιατρική, όλες ανεξαιρέτως,διακονούντην θεωρία της Εξελίξεως και ερμηνεύονται έτσι ώστε να την υποστηρίζουν.Αυτό, δεν είναι τυχαίο. Η θεωρία αυτή, ενώ ξεκίνησε σαν αμιγής επιστημονική θεωρία στην βιολογία, στηριζομένη σε επιστημονικές ενδείξεις, όπως όλες οι επιστημονικές θεωρίες που διαμορφώνονται, μέχρις ότου καταρριφθούν και αντικατασταθούν από άλλες θεωρίες λόγω νέων δεδομένων που εν τω μεταξύ προκύπτουν, επειδή διδάσκει ότι η εξέλιξις των ειδών στον έμβιο κόσμο είναι αποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων, και επειδή σε άλλες επιστήμες, π.χ. στην Αστροφυσική, παρετηρήθη ότι συμβαίνει το ίδιο, τυχαία δηλ, συμβαίνει εις το σύμπαν ό,τι συμβαίνει, βόλεψε στο να υιοθετηθή γενικά στην επιστημονική κοινότητα σαν η θεωρία που ερμηνεύει την λειτουργία του μακροκόσμου και του μικροκόσμου χωρίς την ύπαρξι ή παρέμβασι ενός Θεού Δημιουργού.
 Αυτή ηθεωρία της Εξελίξεωςδιδάσκεται σήμερα σε όλα τα επιστημονικά ιδρύματα του κόσμου στους χώρους της φυσικής Επιστήμης, και αυτή προβάλλεται στα μαζικά μέσα ενημερώσεως παγκοσμίως, σαν την θεωρία που ερμηνεύει την ύπαρξι του κόσμου, την γένεσι των φυσικών φαινομένων, την γένεσι της ζωής και την λειτουργία των ζώντων οργανισμών. Βάσει αυτής, όλα συνέβησαν τυχαία και εξελίσσονται τυχαία, χωρίς σκοπό, χωρίς νόημα. Όμως, ο φυσικός κόσμος λειτουργεί βάσει φυσικών νόμων. Υπάρχουν, στην Επιστήμη, ωρισμένες σταθερές παράμετροι (π.χ. η ταχύτητα του φωτός, το φορτίο του ηλεκτρονίου, κλπ.), και οι σταθερές των φυσικών νόμων (όπως το g, η επιτάχυνσις της βαρύτητος, κλπ.), που έχουν σταθερές τιμές, συγκεκριμένες. Όλες αυτές οι φυσικές σταθερές έχουν τέτοιες τιμές ώστε να εξυπηρετήται η εμφάνισις της ζωής και η λεγομένη «ανθρωπική αρχή», δηλ. η εμφάνισις του ανθρώπου στην γη. Οι φυσικοί νόμοι, και οι συγκεκριμένες τιμές των φυσικών αυτών σταθερών μπορεί να είναι αποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων; Όχι, βέβαια.
 Η θεωρία αυτή ασχολείται και μιλάει μόνο για ό,τι υλικό υπάρχει. Δεν ασχολείται με ό,τι δεν μπορεί να ανιχνευθή με επιστημονικά όργανα. Δηλ., δεν ασχολείται με την ύπαρξι Θεού, αγγέλων, πονηρών πνευμάτων, ανθρώπινης ψυχής. Την ύπαρξι αυτών δεν μπορεί να την ανιχνεύση. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν. Αλλά, ποια είναι τα κύρια σημεία αυτής της φιλοσοφικής, στην ουσία, θεωρίας;
 Είναι τα εξής:
Α) Ότι έγινε μία μεγάλη έκρηξις (το Big Bang) πριν από 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια, από την οποία παρήχθη ένα τεράστιος αριθμός ατόμων υδρογόνου. Από αυτά δημιουργήθηκαν τα νεφελώματα, οι γαλαξίες και τα αστέρια.
Β) Πριν από 4 δισεκατομμύρια χρόνια εμφανίσθηκε αυτόματα η ζωή στην γη.
Γ) Από τότε, η ζωή εξελίσσεται τυχαία από είδος σε είδος.
Δ) Πριν 6 εκατομμύρια χρόνια εμφανίσθηκε στην γη ο κοινός πρόγονος του ανθρώπου και του πιθήκου.
Στ) Η ηλικία του ανθρώπου είναι περίπου 2 εκατομμύρια χρόνια ενώ του σύγχρονου ανθρώπου του homo sapiens μερικές δεκάδες χιλιάδες χρόνια.
Ζ) Ο άνθρωπος ζει, πεθαίνει και εξαφανίζεται στην ανυπαρξία όπως τα ζώα.
 Η θεωρία αυτή έχει πολλά τρωτά σημεία, το πρώτο εκ των οποίων είναι ότι είναι μία θεωρία, δηλ. μία υπόθεσις. Και είναι μία θεωρία η οποία βολεύει τηνΝέα Εποχήστο γκρέμισμα του Θεού, επειδή αφίνει απ έξω την ύπαρξι ενός Θεού Δημιουργού. Γι αυτό, προσχεδιασμένα και συστηματικά, σήμερα, προβάλλεται φιλοσοφία περί της ζωής. Θέλει τον άνθρωπο να ζη χωρίς Θεό, να μην ασχολήται με τον Θεό. Και, ενώ η γένεσις της Μεγάλης Εκρήξεως, που έχει ανιχνευθή ότι συνέβη πριν 13. 7 δισεκατομμύρια χρόνια, είναι δηλ. ένα γεγονός, δεν έχει ακόμη ερμηνευθή, ούτε το ποιος την προκάλεσε, ούτε το πως συνέβη, ούτε το ποιο ήταν το αρχικό υλικό της.
 Και, για να μη ταπεινωθούν οι επιστήμονες και παραδεχθούν ότι κάποιο υπερφυσικό αίτιο την προκάλεσε, καταφεύγουν σε άλλες θεωρίες, όπως εις τηνθεωρία των Χορδών, των αναδιπλουμένων συμπάντων, κλπ., τις οποίες προσπαθούν να στηρίξουν με επιστημονικά πειράματα, όπως εκείνο που σχεδιάζεται στο CERN για να κατοχυρώση την ύπαρξι του σωματιδίου Higgs και κατ επέκτασιν την μη αναγκαιότητα ενός Θεού Δημιουργού. Όλα αυτά, για να αποφύγουν να μιλήσουν για Θεό Δημιουργό. Όμως, πάλι το ερώτημα υπάρχει αναπάντητο από αυτούς: Πως ξεκίνησαν όλα αυτά; Τι υπήρχε στον χρόνο μηδέν;
 Η ύπαρξις, ή η μη ύπαρξις, Θεού Δημιουργού δεν αποδεικνύεται επιστημονικά. Η ύπαρξις Θεού Δημιουργού, όμως, είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός. Εμείς γνωρίζομε ότι Θεός Δημιουργός υπάρχει, είναι προσωπικός Θεός, διαλέγεται δηλ. μαζί μας, και ότι αυτός ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν. Αλλά, πως είμαστε σίγουροι γι’ αυτό; Επειδή το λέει η Αγία Γραφή; Όχι. Απλά, επειδή ο Θεός έχει αποκαλυφθή πάρα πολλές φορές στους ανθρώπους μέσα στην ιστορία και συνεχίζει να αποκαλύπτεται. Αποκαλύπτεται και τον βλέπουν. Υπάρχουν εκατοντάδες μαρτυρίες για την αποκάλυψι του Θεού στους ανθρώπους. Ιστορικές, αδιαμφισβήτητες μαρτυρίες. Ο Θεός γνωρίζεται μόνον όταν αποκαλύπτεται. Και ο λόγος που αποκαλύπτεται είναι επειδή δεν ζει μέσα στο σύμπαν. Είναι έξω από το σύμπαν. Όχι σε άλλο σύμπαν, αλλά στον δικό Του χώρο, που δεν έχει καμμία σχέση και ομοιότητα με τον δικό μας. Ο Θεός, λοιπόν, έχει αποκαλυφθή στους ανθρώπους, και έχει μιλήσει με τους ανθρώπους. Έκανε, μάλιστα, και κάτι καταπληκτικό, περίεργο και αναπάντεχο για έναν παντοδύναμο Θεό. Σε έναν ταπεινό πλανήτη του σύμπαντος, την Γη, μπήκε στην κοιλιά μιας Παρθένου και έγινε άνθρωπος! Ο Χριστός είναι ο Θεός! Πως το ξέρομε αυτό; Όποιος δει τον Χριστόν τώρα, βλέπει ότι αυτός είναι ο Θεός, ο Δημιουργός του σύμπαντος. Και τον έχουν δει πάρα πολλοί. Και, επίσης, τι άλλο βλέπει ακόμα; Ότι ο Χριστός εδημιούργησε τα φυτά, τα ζώα και τον άνθρωπο, όχι όπως θέλει η εξέλιξις, αλλά όπως περιγράφει, με την απλή γλώσσα της εποχής του ο Προφήτης Μωϋσής στην Γένεσι. Αυτά, βέβαια, είναι απλησίαστα για τον «σύγχρονο άνθρωπο»…..
 Η θεωρία της Εξελίξεως μιλά για αυτόματη γένεσι της ζωής από μία χημική σούπα. Όταν, όμως, κάποιος βλέπη τον Θεόν, ο Θεός του δείχνει, όπως είπαμε, ότι Εκείνος εδημιούργησε, όχι μόνο τον κόσμο, αλλά και τα φυτά και τα ζώα. Και, τελευταίο, εδημιούργησε τον άνθρωπο. Του δείχνει, επίσης, ότι τον άνθρωπο δεν τον εδημιούργησε παίρνοντας έναν πίθηκο και κάνοντάς τον άνθρωπο, αλλά παίρνοντας χώμα.Όπως θα πάρη, στην Μέλλουσα Ανάστασι, χώμα και θα αναστήση τους νεκρούς, που έχουν γίνει χώμα, έτσι και τότε, στην Δημιουργία, πήρε χώμα και έκανε τον άνθρωπο.Δεν πήρε ο Θεός έναν πίθηκο και του έδωσε ψυχή και τον έκανε άνθρωπο, όπως εσφαλμένως υποστηρίζουν σήμερα πολλοί «Ορθόδοξοι» θεολόγοι.
 Ο πίθηκος δεν έχει αυθυπόστατη ψυχή, που να μένη και να ζη και μετά τον βιολογικό θάνατο του πιθήκου. Ο άνθρωπος, όμως, έχει αυθυπόστατη και αθάνατη ψυχή. Πως το γνωρίζομε αυτό; Το γνωρίζομε από το ότι πολλές ψυχές νεκρών ανθρώπων (των Αγίων) εμφανίζονται σε ζωντανούς. Ψυχή ζώου δεν έχει εμφανισθή ποτέ στην ιστορία. Άρα, αν προερχόταν ο άνθρωπος εξελικτικά από πιθηκοειδές, δεν θα είχε αυθυπόστατη και αιώνια ψυχή. Το ότι συμβαίνει να έχη αυθυπόστατη ψυχή σημαίνει, απλούστατα, ότι δεν προέρχεται από τον πίθηκο. Η Επιστήμη, όμως, επειδή δεν μπορεί να ανιχνεύση την άυλη ψυχή του ανθρώπου, δεν δέχεται ύπαρξι αυθυπόστατης ψυχής εις τον άνθρωπο. Την ύπαρξι των ψυχικών φαινομένων την ερμηνεύει ως απόρροια των νευρικών διεργασιών του εγκεφάλου. Περισσότερα επάνω σ’ αυτό θα λεχθούν στην συνέχεια.
 Η επιστημονική κοινότητα, τώρα, η οποία είναι κατευθυνόμενη, για να στηρίξη και προπαγανδίση την θεωρία της Εξελίξεως, έχει παράγει σειρά επιστημονικών ταινιών (ντοκυμαντέρ, βίντεος, κλπ.) προς τον σκοπό αυτό. Χαρακτηριστική σειρά είναι η σειρά COSMOS που παρουσίασε ο αστροφυσικός Carl Sagan. Σ’ αυτήν την σειρά, φαίνεται καθαράτο πνεύμα της Νέας Εποχήςπου είναι κρυμμένο πίσω της.Ο Χριστιανισμός παρουσιάζεται σαν δεισιδαιμονία, η ανυπαρξία ενός Θεού Δημιουργού υποστηρίζεται εμμέσως πλην σαφώς και εξάγεται συμπερασματικά, η ύπαρξις λογικών όντων σε άλλους πλανήτες βλακωδώς υποστηρίζεται, η φιλοσοφία περί της ζωής είναι καθαρά μηδενιστική, και ο σκοπός της ζωής και της υπάρξεως του ανθρώπου είναι ανύπαρκτος.
 Επιθυμών, λοιπόν, ο κ. Ζηζιούλας να διακονήση αυτόν τον σύγχρονο άνθρωπο, δεν μπορεί παρά να ταυτισθή με το πνεύμα της Νέας Εποχής, με αποτέλεσμα, παρά το ότι δεν ομολογεί ευθέως ότι δεν πιστεύει καν σε Θεό Δημιουργό όπως τον διδάσκει η παραδοσιακή Ορθόδοξη Θεολογία, να συμφωνή με τα διακηρυττόμενα από τους εξελικτικούς περί του ανθρώπου. Προσπαθώντας να αναπαύση τον σύγχρονο άνθρωπο που πιστεύει στην εξέλιξη του ανθρώπου από τα πιθηκοειδή (ή ανθρωποειδή, το ίδιο είναι)ανήκει στην ομάδα εκείνη των «Χριστιανών» που φθάνουν να υποστηρίζουν ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας (Μέγας Βασίλειος, κλπ.) πίστευαν και υιοθετούσαν την Εξέλιξι των ειδών σαν τον τρόπο της γενέσεως και εμφανίσεως των διαφόρων φυτικών και ζωικών ειδών. Παντρεύουν δηλ., αυθαίρετα, την Εξέλιξι με την Αποκάλυψι!Χαρακτηριστικά, έχει πη, ο κ. Ζηζιούλας, που είναι ο ηγέτης στον χώρο των συγχρόνων Ορθοδόξων θεολόγων που εισηγούνται καινοφανείς θεολογικές θέσεις, και τα εξής:
 “....(Κατά το παρελθόν), η θρησκεία και η επιστήμη εναντιώθηκαν, η μία στην άλλη, με πολλούς τρόπους, αλλά, φαίνεται, πως συνέπραξαν σε μεγάλο βαθμό, αν και ασυνειδήτως, στην καταστροφή της κτίσεως του Θεού. .....Στην εποχή μας, .....ολόκληρη η φιλοσοφία της εξειδικευμένης γνώσεως αμφισβητείται, τόσο στην επιστήμη, όσο και στην θεολογία, και ιδιαιτέρως στην πρώτη. Παραδείγματος χάριν, καθίσταται ολοένα και σαφέστερο στους επιστήμονες, ότι η ζωολογία και η βοτανολογία δεν είναι σαφώς διαφορετικοί επιστημονικοί τομείς, όσο εθεωρούντο παραδοσιακώς ότι είναι. Δεν μπορείς να κατανοήσης την μέλισσα χωρίς να μελετήσης τα άνθη που καθορίζουν την ζωή της, την όλη της ύπαρξη και την φύση της. Αυτή η περιβαλλοντική αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση μπορεί να επεκταθή επʼ άπειρον: Το κάθε τι εξαρτάται από κάτι άλλο. Αυτή η νέα ολιστική προσέγγιση στην γνώση μπορεί να έχη σημαντικές περιβαλλοντικές συνέπειες, τόσο για την επιστήμη, όσο και για την θρησκεία. Η εξαφάνισις ενός ωρισμένου είδους επηρεάζει τα υπόλοιπα είδη. Ο ίδιος ο άνθρωπος επηρεάζεται αποφασιστικά από κάθε αλλαγή στο φυσικό περιβάλλον. Αν η επιστήμη κινηθή με συνέπεια από τον παραδοσιακό κατακερματισμό της γνώσεως προς μία ολιστική προσέγγιση, η θρησκεία (και, ιδιαιτέρως, η Χριστιανική θεολογία) πρέπει να αναθεωρήση τις απόψεις της για το ανθρώπινο ον και να δεχθή, ότι οι άνθρωποι είναι αδιανόητοι χωρίς την οργανική τους σχέση με την υπόλοιπη δημιουργία.Η Χριστιανική θεολογία θα πρέπη να δεχθή τους βασικούς ισχυρισμούς των εξελικτικών ιδεών της βιολογίας, και να κατανοήση τον Άνθρωπο ως οργανικό μέρος της οικογένειας των ζώων.
Δεν υπάρχει ουσιαστική απειλή για την Χριστιανική πίστη με την αποδοχή της Εξελικτικής θεωρίας στην βασική της αρχή, δηλαδή, της ιδέας, ότιο άνθρωπος αντιπροσωπεύει το τελικό σημείο σε μία βιολογική διαδικασία, αν και δεν υπάρχη ανάγκη να δεχθή τον Δαρβινισμό στην λεπτομερή του περιγραφή αυτής της εξελίξεως. Η ίδια η Αγία Γραφή μιλάει για την δημιουργία του Ανθρώπου την τελευταία ημέρα της Δημιουργίας από φυσικά στοιχεία που υπήρχαν ήδη.Μία τέτοια ολιστική προσέγγιση θα ασκούσε ευεργετική επίδραση στην στάση των ανθρώπων προς το περιβάλλον, αλλά, αυτό, μπορεί να είναι αποτελεσματικό μόνο αν η επιστήμη και η θρησκεία συμπέσουν, ως προς τις απόψεις τους σχετικά με τον κόσμο και την θέση του ανθρώπου σε αυτόν.
....Καθίσταται ολοένα και σαφέστερο, τόσο στην επιστήμη, όσο και στην θεολογία, ότι, όχι μόνο ο Άνθρωπος εξαρτάται από την υπόλοιπη δημιουργία για την ύπαρξή του, αλλά ότι και το αντίστροφο είναι εξ ίσου αλήθεια, δηλαδή ότι η υπόλοιπη δημιουργία εξαρτάται από το ανθρώπινο ον για την πραγμάτωση και εκπλήρωση της υπάρξεώς της. Οι περιβαλλοντολόγοι χρειάζεται να αναθεωρήσουν την διαδεδομένη υπόθεσή τους, ότι ο Άνθρωπος χρειάζεται την υπόλοιπη δημιουργία, ενώ η υπόλοιπη δημιουργία δεν χρειάζεται τον Άνθρωπο. Η θρησκεία - σίγουρα η Χριστιανική θεολογία - είναι ανθρωποκεντρική, στην κοσμολογία της, και θα επέμενε, ότι το ανθρώπινο ον είναι απαραίτητο στην δημιουργία. Υπάρχουν σημάδια, σήμερα, ότι η επιστήμη κινείται προς την ίδια κατεύθυνση, την ανθρωποκεντρική, η οποία δηλώνει, ότι το σύμπαν είναι φτιαγμένο με τέτοιον τρόπο, ώστε να έχη νόημα μόνο με την προϋπόθεση της υπάρξεως του ανθρωπίνου όντος. Ναι, είναι αλήθεια, ότι ο άνθρωπος χρειάζεται τον οργανικό του δεσμό με την υπόλοιπη δημιουργία, αλλά και η τελευταία, επίσης, χρειάζεται τον Άνθρωπο για να πραγματωθή. Αν η Ανθρωπική Αρχή γίνη δεκτή από τους επιστήμονες - και υπάρχουνενδείξεις, ότι, η συζήτηση που προκάλεσε, κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση-, τότε μίαυγιής και δημιουργική συμφιλίωσηθα λάβη χώρα μεταξύ θρησκείας και επιστήμης, που θα έχη σημαντικές συνέπειες για την οικολογική σκέψη.
.....Είναι αξιοσημείωτο, ότι, από τότε που η θεωρία της Σχετικότητας κέρδισε την μάχη στην επιστήμη, κατέστη δύσκολο να εξαλειφθή το ανθρώπινο ον από την διαδικασία της επιστημονικής «αλήθειας». Ο παρατηρητής, όπως μας λένε τώρα, επηρεάζει την πραγματικότητα, κατά την διαδικασία του πειράματος. Τι απομένει, λοιπόν, από την παραδοσιακή διχοτόμηση "υποκείμενο-αντικείμενο"; Αν δεν υπάρχη (πλέον) καθαρό "αντικείμενο" στην επιστήμη, δεν είναι πλέον δυνατό να λειτουργή κανείς στην επιστημονική έρευνα χωρίς να περιλαμβάνη σε αυτή και το πρόσωπο. Αυτή η έννοια του προσώπου, που συνήθως θεωρείται σαν κάτι που αφορά στην κοινωνιολογία, την ψυχολογία και την θεολογία, γίνεται τώρα ζωτικής σημασίας και για την επιστήμη. Η επιστήμη πρέπει να ανοίξη τα σύνορά της γιανα συναντηθή με την θεολογίακαι τις επιστήμες του ανθρώπου, αν θέλη να κατανοήση σωστά την ίδια της την φύση.
…….Το κίνητρο του επιστήμονα και εκείνο του θεολόγου συναντώνται στο σημείο της κατανοήσεως του κόσμου ως μιας αδιάσπαστης οργανικής ενότητας, της οποίας η ακεραιότητα πρέπει να θεωρηθή ως δεδομένη και να είναι σεβαστή, για να αληθεύη οποιαδήποτε πλευρά η απόσπασμα των γνώσεών της. Έτσι, τόσο η θρησκεία, όσο και η επιστήμη, αν θέλουν να είναι συνεπείς προς τον εαυτό τους, δέχονται, ότι, κάθε αποκάλυψη της πραγματικότητας, θρησκευτική η επιστημονική, μπορεί να έχη νόημα μόνον αν ο κόσμος γίνεται σεβαστός στην μυστηριώδη ολότητά του ” .[Σεβ. Ιωάννου Ζηζιούλα: “ Επιστήμη και περιβάλλον : Μία θεολογική προσέγγισις ”, περιοδ. ΤΟΛΜΗ, Οκτώβριος 2001, σελ. 23-27(ανάτυπον από την έκδοση του Οικουμενικού Πατριαρχείου‘Θρησκεία, Επιστήμη και Περιβάλλον - Η Μαύρη Θάλασσα σε Κίνδυνο’, 1998)].
 Υποστηρίζει δηλ. ο κ. Ζηζιούλας, μεταξύ άλλων, ότι η Επιστήμη μπορεί να συναντηθή με την Ορθόδοξη Θεολογία και το αντίθετο. Τούτο, βέβαια, είναι αναληθές. Γιατί; Διότι, τα όρια της Επιστήμης και τα όρια της Θεολογίας δεν συναντώνται. Ο Θεός βρίσκεται εκεί που η Επιστήμη δεν μπορεί να Τον προσεγγίση.Αλλά, η Επιστήμη δεν μπορεί να προσεγγίση ούτε την Ορθόδοξη Ανθρωπολογία, όπως θα καταδειχθή εις το κείμενο που ακολουθεί το άρθρο αυτό.
 Σχετικά, έχει πη οπ. Γεώργιος Μεταλληνόςτα εξής, αναφερόμενος εις την θύραθεν γνώσι και την άνωθεν κατερχομένη:
“….Οι δύο αυτές γνώσεις απαιτούν και δύο γνωστικές μεθόδους…… Μέθοδος της ενδοκοσμικής σοφίας-γνώσεως είναι η επιστήμη, η οποία λειτουργεί με την άσκηση της διανοητικής/λογικής δυνάμεως του ανθρώπου……. Η καταγραφή της γνώσεως - και στις δύο περιπτώσεις - προϋποθέτει την εμπειρική γνώση του φαινομένου…… Η Ορθοδοξία, κάνοντας διάκριση των δύο γνώσεων (σοφιών), των μεθόδων και των οργάνων τους, αποφεύγει κάθε σύγχυση μεταξύ τους, αλλά και κάθε σύγκρουση.……. ‘Εκάστη γνώσις τελεί τα εαυτής’, κινουμένη ‘ εν τοις ιδίοις αυτής όροις τε και λόγοις’. Κάθε γνώση δηλ. μένει και κινείται στα όριά της.Τίθεται δηλ. πρόβλημα ορίων για κάθε γνώση.Η υπέρβαση των ορίων αυτών οδηγεί στηνσύγχυσητων λειτουργιών τους και τελικά στηνσύγκρουσήτους.….Μόνο εκεί όπου έχουν χαθεί οι προϋποθέσεις και η ουσία του Χριστιανισμού, μένει ανοικτός ο δρόμος προς την σύγχυση και την σύγκρουση……. Την διάκριση και ιεράρχηση συγχρόνως των δύο γνώσεων έχει επισημάνει ο Μ. Βασίλειος: ‘Πίστιςηγείσθω των περί Θεού λόγων·πίστιςκαιμη απόδειξις. Πίστις, η υπέρ τας λογικάς μεθόδους την ψυχήν εις συγκατάθεσιν έλκουσα· πίστις, ουχ η γεωμετρικαίς ανάγκαις, αλλ’ η ταις του Πνεύματος ενεργείαις εγγινομένη…. Και όλως, ει η πίστις ελπιζομένων εστίν υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων, μη φιλονείκει ιδείν ήδη τα μακράν αποκείμενα, μηδέ τα ελπιζόμενα αμφίβολα καταστήσης, δια το μήπως αυτών δύνασθαι κατά την γνώσιν εξάπτεσθαι’ (ΡG 30, 104 Β/105Β).
 Ο ίδιος, ο Μέγας Βασίλειος, δίνει, στην ‘Εξαήμερό’του (ΡG 29, 3-208), ένα κλασσικό παράδειγμα Ορθόδοξης χρήσης των επιστημονικών γνώσεων. Αποκρούει τις κοσμολογικές θεωρίες των φιλοσόφων (περί αιωνιότητας και αυθύπαρκτου του κόσμου), και προχωρεί στην σύνθεση των βιβλικών και επιστημονικών δεδομένων μέσω μιας συνεχούς υπέρβασης της επιστήμης. Αναιρώντας δε τις υλιστικές θεωρίες και τις αιρετικές διδασκαλίες, περνά στην θεολογική (αλλ’ όχι μεταφυσική) ερμηνεία.Κεντρικό μήνυμα του έργου του είναι, ότι είναι αδύνατη η λογική στήριξη του δόγματος(επιστημοφάνεια). Το δόγμα ανήκει σε άλλη σφαίρα· είναι υπέρλογο, ‘επιστημονικό’, στα όρια μιας άλλης γνώσης. Η χρήση του ‘δόγματος’ στην ενδοκοσμική γνώση οδηγεί στην μεταβολή της επιστήμης σε μεταφυσική, ενώ η χρήση της λογικής στον χώρο της πίστης αποδεικνύει την αδυναμία και σχετικότητά της. Δεν υπάρχει συνεπώς κανένα ‘πίστευε και μη ερεύνα’ στην Ορθόδοξη γνωσιολογία, αλλά κάθε γνωστικός χώρος ερευνάταιμε τις δικές του- επιστημονικές και στις δύο περιπτώσεις - προϋποθέσεις.
 Η τραγικότερη έκφραση της αλλοτριωμένης Χριστιανοσύνης είναι η εκκλησιαστική αντιμετώπιση, στην Δύση, του Γαλιλαίου. Θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί η περίπτωσή του ως υπέρβαση ορίων δικαιοδοσίας, αν δεν ήταν κάτι σοβαρότερο: σύγχυση των ορίων των γνώσεων και σύγκρουσή τους. Γεγονός, όμως, είναι, ότι η απώλεια της ‘ άνω’ σοφίας, στην Δύση, και του τρόπου απόκτησής της, μετέβαλε την διάνοια σε όργανο θείας και ανθρώπινης σοφίας. Χρησιμοποιούμενη μεν η διάνοια στον χώρο της επιστήμης, οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη του υπερφυσικού, ως ακατανόητου, η χρήση της δε στον χώρο της ‘πίστης’ είναι δυνατόν να απορρίψει την επιστήμη, όταν θεωρείται αντίθετη προς την ‘πίστη’. Την ίδια νοοτροπία, βέβαια, προδίδει η απόρριψη του Κοπερνίκειου συστήματος στην ‘καθ’ ημάς Ανατολή’ (1794-1821) και την ίδια απώλεια των κριτηρίων…… Την ρεβάνς της καταδίκης του Γαλιλαίου θα πάρει (πήρε) η επιστήμη στο πρόσωπο του Δαρβίνου με την θεωρία της Εξελίξεως.
 …… Με την εμφάνιση του Διαφωτισμού στην Δύση, κλονίσθηκαν τα θεμέλια του ‘αμετάβλητου’ στην μεταφυσική οντολογία. Διότι, η επιστήμη βεβαίωσε ότι αυτό το ‘αμετάβλητο’ δεν υπάρχει.….. Η επιστημονική επανάσταση του 17ου αιώνα στην Δυτική Ευρώπη συνέβαλε στην διάσταση των χώρων πίστης και γνώσης, με απόληξη την ακόλουθη αξιωματική αρχή: ‘ Από την νέα φιλοσοφία (θετική) γίνονται δεκτές μόνο οι αλήθειες, που επιβεβαιώνονται από τον ορθό λόγο, την απολυτοποιημένη πια αυθεντία της Δυτικής σκέψης (νοησιαρχία)….… Τα εκκλησιαστικά δόγματα (π.χ. τριαδικότητα Θεού, ενσάρκωση, ‘εν Χριστώ’ σωτηρία κ.τ.ό.) απορρίπτονται λογικά. Όποιος τα δέχεται λογικά,ή, προσπαθεί να τα επιβάλλη λογικά, αυτός ανήκει στον χώρο της ‘φυσικής’ (λογικής) θρησκείας (του ‘θεϊστικού διαφωτισμού’), που, από πλευράς (Ορθοδόξου) πατερικότητας, όχι μόνο δεν διαφέρει από την αθεΐα, αλλ’ είναι η χειρότερη μορφή της. Η απόρριψη της ‘πίστης’ είναι λιγώτερο επικίνδυνη από την διαστρέβλωσή της…..
….Στην Ορθοδοξία, αυθεντία είναι η εμπειρία της μετοχής στο Άκτιστο, ως θέα του Ακτίστου (η θέωση, ο δοξασμός), και όχι τα κείμενα, οι Γραφές. Το δόγμα ‘sola scriptura’ είναι Προτεσταντικό, δηλ., δυτικό. Η πρόταξη των κειμένων - δείγμα θρησκειοποίησης της πίστης - οδηγεί στην ιδεολογικοποίησή τους, και, κατ’ ουσίαν, στην ειδωλοποίηση των κειμένων, δηλ. στην απολυτοποίησή τους (fundamentalismus), με όλες τις ευνόητες συνέπειες….….. Ο ιερός Αυγουστίνος (+430), αγνοώντας την Γραφική και Πατερική γνωσιολογία, και, Νεοπλατωνικός στην ουσία, με το αξίωμά του ‘credo, ut intelligam’ (πιστεύω, για να κατανοήσω), έθεσε την αρχή, ότι με την πίστη οδηγείται ο άνθρωπος στην λογική σύλληψη της Αποκάλυψης. Έτσι, όμως, δίνεται προτεραιότητα στην διάνοια, που εκλαμβάνεται ως γνωστικό όργανο, τόσο στην φυσική, όσο και στην υπερφυσική γνώση. Ο Θεός νοείται ως ‘αντικείμενο’ γνωστικό, που ‘συλλαμβάνεται’ από την διάνοια του ανθρώπου, όπως συλλαμβάνεται το φυσικό γνωστικό αντικείμενό της. Μετά τον Αυγουστίνο, το επόμενο βήμα (με την παρέμβαση του Θωμά Ακινάτη, +1274) θα κάνει ο Καρτέσιος (+1650) με το δικό του αξίωμα: ‘cogito, ergo sum’ (σκέπτομαι, άρα υπάρχω), με το οποίο διακηρύσσεται η διάνοια ως κύριο συστατικό της ύπαρξης.
……. Η Πατερική, όμως, Ορθοδοξία είναι αντιμεταφυσική, διότι αναζητεί συνεχώς την εμπειρική ‘βεβαιότητα’, με την χρήση της Ησυχαστικής μεθόδου. Γι’ αυτό, και ο Ησυχασμός των Κολλυβάδων είναι εμπειρικός-επιστημονικός. Ορθός λόγος, για τον άγιοΝικόδημο τον Αγιορείτη, είναι ο εμπειρικός λόγος. Δεν πρέπει, γι’ αυτό, να παραπλανά η απολογητική μέθοδός τους, που επηρεάζεται από το πνεύμα της εποχής τους και εμφανίζει τα μειονεκτήματα του μεταφυσικού φονταμενταλισμού.
Το Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, όπως και τα κηρυγματικά κείμενα του αγίου Αθανασίου του Παρίου, με κορύφωση την Φιλοκαλία …… φανερώνουν την ησυχαστική φιλοκαλική συνείδησή τους και την ασκητική βιωτή τους. Οι προϋποθέσεις αυτές των Κολλυβάδων-ησυχαστών του 18ουαιώνα είναι εμφανείς στον τρόπο με τον οποίο δέχονται την επιστημονική πρόοδο της Δύσης. ΟΕυγένιος Βούλγαριςείναι μεν κριτικός, αλλά γενικά ανοικτός στην επιστήμη και θετικός, με Πατερική διάθεση. ΟιΚολλυβάδεςαποδέχονται επιστημονικές θέσεις (π.χ., τις νεώτερες θεωρίες περί λειτουργίας της καρδιάς, ο άγιος Νικόδημος, στο Συμβουλευτικό του Εγχειρίδιο). Ο άγιοςΑθανάσιος ο Πάριοςδεν πολεμεί την επιστήμη καθ’ εαυτή, αλλά την χρήση της από τους δυτικόπληκτους διαφωτιστές του Ελλαδικού χώρου. Την επιστήμη θεωρούν έργο του Θεού και προσφορά προς τον άνθρωπο για την διευκόλυνση της ζωής του. Το πρόβλημα της σύγκρουσης πίστης και επιστήμης, πέρα από την σύγχυση των γνώσεων, έχει ως αιτία και την ιδεολογικοποίηση των δύο όψεων της γνώσης.Χριστιανικά, προέκυψε, έτσι, μια νοσηρή απολογητική (Έλληνας καθηγητής της Απολογητικής προέτεινε, πριν από χρόνια, ‘μαθηματική απόδειξη περί της υπάρξεως του Θεού’ !).Κάποτε, λησμονείται ο αξιωματικός λόγος, ότι η επιστήμη είναι εγκλωβισμένη στα όρια της φθοράς, και δεν μπορεί να υπερβεί την λογική της φθοράς……. Τίποτε δεν αποκλείει την συνύπαρξη πίστης και επιστήμης, όταν η πίστη δεν είναι φαντασιώδης μεταφυσική, και η επιστήμη δεν νοθεύει τον θετικό της χαρακτήρα με την χρήση της μεταφυσικής.
…….. Η αναγνώριση των ορίων των δύο γνώσεων (κτιστού και Ακτίστου) και η χρήση του κατάλληλου για την κάθε μία από αυτές οργάνου, είναι στοιχείο της Πατερικής Ορθοδοξίας, η οποία ιεραρχεί την ‘κάτω’ η ‘ έξω’ σοφία στην ‘άνω’ η ‘θεία’ γνώση. Αντίθετα, η σύγχυσή τους διαιωνίζει τις εκατέρωθεν παρερμηνείες και συντηρεί την σύγκρουσή τους. Μία ‘ Εκκλησία’, που επιμένει στην μεταφυσική θεολόγηση, θα αναγκάζεται να αποκαθιστά συνεχώς κάποιο Γαλιλαίο· αλλά, και μία Επιστήμη, που αγνοεί τα όριά της, θα αλλοτριώνεται σε μεταφυσική, και θα ασχολείται με την ύπαρξη του Θεού, η την απόρριψή Του - εμφανώς η σιωπηρώς.
…… (Ετσι) η αντίθεση, και, κατά συνέπεια, η σύγκρουση πίστης και επιστήμης συνιστά πρόβλημα μεν για την Δυτική (Φραγκολατινική) σκέψη, και ψευδοπρόβλημα για την Ορθόδοξη Πατερική παράδοση. Η επισήμανση αυτή θεμελιώνεται στα ιστορικά δεδομένα των δύο χώρων».[π. Γεωργίου Μεταλληνού, ένθ’ ανωτ., σελ. 173-187]. 
 Όλα, λοιπόν, τα ανωτέρω, δείχνουν ότι ο κ. Ζηζιούλας βρίσκεται σε λάθος δρόμο….

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
(ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΧΑΣΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ)

Α.Περί του Θεού
Εις το Δοξαστικό του Εσπερινού της εορτής της Πεντηκοστής, το οποίον περιέχει και την ερμηνείαν του Τρισαγίου, αναφέρεται το εξής περί του Θεού Πατρός, του πρώτου Προσώπου της Αγίας Τριάδος: «…Άγιος ο Θεός (Πατήρ), ο τα πάντα δημιουργήσας δι Υιού, συνεργία του Αγίου Πνεύματος…». Δηλ., άγιος, κατά φύσιν και κυριολεξίαν, είναι ο Θεός Πατήρ, ο οποίος εδημιούργησε τα πάντα, δηλ. τον κόσμον, δια του Υιού και Λόγου Του με την συνεργίαν του Αγίου Πνεύματος. Εδώ, βλέπομε δύο πράγματα: Πρώτον, ότι δηλώνεται κατηγορηματικά ότι υπάρχει Θεός Δημιουργός, ο οποίος είναι πρόσωπο και δημιουργός του κόσμου. Δεν είναι δηλ. ο κόσμος, το σύμπαν, προϊόν τυχαίων γεγονότων, όπως διδάσκουν οι εξελικτικοί.
 Και, δεύτερον, ότι και τα τρία Πρόσωπα του Θεού, ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα το Άγιον, συνεργούν εις την δημιουργίαν του κόσμου. Το κάθε Πρόσωπο έχει ιδιάζοντα και ξεχωριστό ρόλο. Ο Πατήρ βούλεται, δηλ. αποφασίζει να δημιουργήση τον κόσμον, ο Υιός δίνει την εντολήν να δημιουργηθή ο κόσμος, και το Πνεύμα το Άγιον φέρει εις πέρας και πραγματοποιεί την βουλήν του Πατρός και υλοποιεί την εντολήν του Υιού. «Και είπεν ο Θεός (Λόγος), λέγει η Γραφή, γενηθήτω φως˙ και εγένετο φως (τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος)». Ο Θεός είναι τρία Πρόσωπα: Πατήρ, Υιός, Άγιον Πνεύμα. Τα τρία Πρόσωπα του Θεού έχουν κοινήν φύσιν, ενέργειαν και θέλημα, αλλά διαφορετικόν ρόλον, διαφορετικόν έργον, εις την δημιουργίαν και συντήρησιν και ύπαρξιν του κόσμου.
 Και συνεχίζει το Δοξαστικόν: «Άγιος ισχυρός (ο Υιός), δι ου τον πατέρα εγνώκαμεν και το Πνεύμα το Άγιον επεδήμησεν εν κόσμω». Δηλ., άγιος, κατά φύσιν και κυριολεξίαν, είναι και ο Υιός, δια του οποίου εγνωρίσαμε τον Πατέρα, εγνωρίσαμε δηλ. ότι υπάρχει Θεός Πατήρ. Αλλά, και δια του Υιού το Άγιον Πνεύμα επεδήμησεν εις τον κόσμον, κατά την ημέραν της Πεντηκοστής, και έκτοτε μένει μεθ’ ημών εις τον αιώνα. Πως, όμως, δια του Υιού εγνωρίσαμε τον Πατέρα; Ο Υιός απεκάλυψε εις τους ανθρώπους τον Πατέρα, ότι υπάρχει Πατήρ. Εις την Παλαιάν Διαθήκην, ο Υιός και Λόγος του Θεού απεκαλύπτετο, ωμιλούσε και έλεγε εις τους Προφήτας: «Τάδε λέγει Κύριος (ο Πατήρ), κλπ. » και απεκάλυπτε εις τους ανθρώπους την βουλήν του Πατρός. Δηλ., «αυτά που σάς λέγω θέλει να μεταφέρετε εις τους ανθρώπους ο Κύριος (ο Θεός Πατήρ)….». Εις δε την Καινήν Διαθήκην, μετά δηλ. την Ενσάρκωσιν του Θεού Λόγου εις το πρόσωπον του Χριστού, ο Χριστός, ο οποίος είναι ο ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, μας απεκάλυπτε επανειλημμένως τον Πατέρα. Πότε; Κατά την Βάπτισίν Του, κατά την Μεταμόρφωσίν Του, κατά την διδασκαλίαν Του, κατά το Μυστικόν Δείπνον, κλπ., και τελικά, κατά την Αγίαν Πεντηκοστήν, κατά την οποίαν ο Χριστός απεκάλυψε την Αγία Τριάδα πλήρως, εις την πληρότητά Της, εις τους Αποστόλους. Εκεί, οι Απόστολοι ‘είδαν’, εν Αγίω Πνεύματι, την Αγίαν Τριάδα ‘καθώς εστι’. Είδαν τον Πατέρα, που είναι Φως, και που είναι η πηγή, η οποία γεννά αεννάως τον Λόγον και εκπορεύει αεννάως το Άγιον Πνεύμα. Είδαν τον Υιόν, που είναι επίσης Φως, αλλά σαρκωμένον, έχον περίγραμμα ανθρώπου, του Χριστού, και είδαν και το Άγιον Πνεύμα, που είναι και αυτό Φως. Ο Θεός δηλ., τι είναι; Τρία Φώτα, αλληλοπεριχωρούμενα, εκ των οποίων το ένα, μετά την Ενσάρκωσιν, είναι ο Χριστός.Έναςείναι ο Θεός: Πατήρ, Υιός, Άγιον Πνεύμα. Και είναι τρία Πρόσωπα ισότιμα, που το καθένα έχει τον ιδικό Του ρόλον. Όμως, αυτά τα τρία διαφορετικά Πρόσωπα εις τον Θεόν είναι ένα κατά την φύσιν, το θέλημα και την ενέργειαν. Πηγή υπάρξεως του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι ο Πατήρ. Ο Υιός γεννάται εκ του Πατρός. Το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται επίσης εκ του Πατρός. Ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα έχουν όμως διαφορετικόν τρόπον υπάρξεως. Ο Υιός γεννάται, το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται. Ο Πατήρ γεννά αεννάως τον Υιόν και εκπορεύει το Άγιον Πνεύμα.
Αυτά, απεκάλυψε τότε η εμπειρία της Πεντηκοστής εις τους Αποστόλους και συνεχίζει διαχρονικά να τα αποκαλύπτη, πάλι η εμπειρία της Πεντηκοστής, εις τους Αγίους της Εκκλησίας. Η εμπειρία της Πεντηκοστής επαναλαμβάνεται εις τους Αγίους της Εκκλησίας της κάθε εποχής, ακριβώς όπως συνέβη τότε και με τον απ. Παύλο. Αυτή η εμπειρία της Πεντηκοστής, που επαναλαμβάνεται διαχρονικά μέσα εις την Εκκλησία, συντηρεί, μέσα εις την Εκκλησία, την μαρτυρία περί της υπάρξεως και φύσεως του Θεού.
Και καταλήγει το Δοξαστικό, αναφερόμενο τώρα εις το τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, εις το Άγιο Πνεύμα: «Άγιος αθάνατος, το Παράκλητον Πνεύμα, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον και εν Υιώ αναπαυόμενον, Τριάς Αγία δόξα σοι». Γιατί το Άγιον Πνεύμα ονομάζεται εδώ ‘Παράκλητον Πνεύμα’; Ο Χριστός είπε το εξής εις την αρχιερατική Του προσευχή, κατά το Μυστικό Δείπνο, επειδή ελυπήθησαν οι Μαθηταί όταν τους είπε ότι θα υπάγη εις τον Πατέρα, δηλ. θα αναληφθή μετά την Ανάστασιν: «Καγώ ερωτήσω τον πατέρα και άλλον παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μεθ υμών εις τον αιώνα η» (Ιωάν., 14, 16). Δηλ., ‘μετά την Ανάληψί μου, θα παρακαλέσω τον Πατέρα να σάς στείλη άλλον Παράκλητον, Παρηγορητήν, ο οποίος θα μείνη για πάντα μαζί σας’. Έτσι, το Άγιον Πνεύμα, ο άλλος Παράκλητος, που κατήλθε εν είδει πυρίνων γλωσσών κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, παραμένει, έκτοτε, μετά την Πεντηκοστήν, εις την Εκκλησία και μας παρακαλεί (παρηγορεί) με την Χάρι Του, την στιγμή που δεν έχομε τώρα τον ίδιο τον Χριστό να τον βλέπωμε και να παρηγορούμεθα. Δηλ., το Άγιο Πνεύμα είναι για μας ο Παράκλητος, ο Παρηγορητής. Και, συνεχίζει το Δοξαστικόν: ‘Το Παράκλητον Πνεύμα, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον’. Εδώ, βλέπομε, ότι ρητά αναφέρεται ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός. Οι Λατίνοι έχουν εισαγάγει την βλασφημία, ότι εκπορεύεται ‘και εκ του Υιού’ (filioque), πράγμα το οποίο ήταν η αρχή σειράς αιρετικών δοξασιών τους, οι οποίες ακολούθησαν. Και συνεχίζει το Δοξαστικόν: ‘Και εν Υιώ αναπαυόμενον’. Δηλ., το Άγιον Πνεύμα, ναι μεν εκπορεύεται από τον Πατέρα, που είναι η πηγή Του, όμως αναπαύεται εις τον Υιό και αποστέλλεται εις τον κόσμον δια του Υιού. Πως το γνωρίζομε αυτό; Ο ίδιος ο Χριστός το είπε: «…Συμφέρει υμίν ίνα εγώ απέλθω˙ εάν γαρ μη απέλθω, ο παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς˙ εάν δε πορευθώ,πέμψω αυτόνπρος υμάς» (Ιωάν., 16, 7). Δηλ., …θα σάς στείλω Αυτόν, τον Παράκλητο (που θα παραμείνη για πάντα μαζί σας).
 Αυτός, λοιπόν, είναι ο Θεός. Ο άναρχος, αθάνατος και ατελεύτητος, ο πανάγαθος, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, ο μη έχων ομοιότητα με τίποτε εις τον κόσμον και του οποίου το δεύτερο Πρόσωπο, ο Υιός, προσέλαβε την ανθρωπίνην φύσιν εις το πρόσωπον του Χριστού. Ο Χριστός, που έχει δύο φύσεις, θεία και ανθρωπίνη, ασυγχύτως, ατρέπτως και αναλλοιώτως ενωμένες, δεν είναι ένας απλός άνθρωπος, αλλά είναι Θεός και άνθρωπος, Θεάνθρωπος. Όχι υπεράνθρωπος, που λέγουν οι αιρετικοί. Και επειδή είναι και τέλειος άνθρωπος, απεικονίζεται εις τις εικόνες, λόγω της περιγραπτής ανθρωπίνης Του φύσεως, και προσκυνείται λατρευτικώς, ως Θεός Λόγος. Ο Πατήρ και το Άγιον Πνεύμα δεν απεικονίζονται, διότι δεν μοιάζουν με τίποτε από όσα υπάρχουν εις τον κόσμον. Είναι Φώτα άκτιστα, δηλ. όχι του κόσμου τούτου, που σημαίνει ότι ούτε ως φως πρέπει να απεικονίζωνται, διότι το φως του κόσμου τούτου, ως κτιστόν, δεν έχει καμμίαν ομοιότητα με το άκτιστον Φως του Θεού. Πως, λοιπόν, προσκυνείται και λατρεύεται ο Θεός; Νοερώς, ως άκτιστον Πνεύμα, και δια της εικόνος του Χριστού, του σαρκωμένου Υιού και Λόγου του Θεού.
 Β.Περί του ανθρώπου
Ο Χριστός, ο σαρκωμένος Λόγος, είναι η εικόνα του Θεού εις τον κόσμον, ο δε άνθρωπος είναι η εικόνα του Χριστού. Ο Χριστός είναι το πρωτότυπον του ανθρώπου. Ο Αδάμ επλάσθη κατά το μεταγενέστερον χρονικά πρωτότυπόν του, που είναι ο Χριστός. Ο Άγιος γίνεται όμοιος με τον Χριστόν, κατά την καθαρότητα και την Χάριν του Αγίου Πνεύματος. Ο Άγιος γίνεται κατά Χάριν αυτό που είναι ο Χριστός κατά φύσιν, εφ όσον φθάση εις το μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού. Ο κάθε άνθρωπος είναι εικόνα του Χριστού. Ο Άγιος είναι καθαρή εικόνα του Χριστού. Ο αμαρτωλός, είναι αμαυρωμένη εικόνα του Χριστού και καλείται, δια της μετανοίας, να γίνη καθαρή εικόνα του Χριστού, δηλ. άγιος. Ο άνθρωπος, λοιπόν, επλάσθηκε από την Αγία Τριάδα «κατ εικόνα» του Θεού. Τι σημαίνει, όμως, αυτό;  Σημαίνει το εξής:
 Ο Θεός είναι Πατήρ, Υιός, Άγιον Πνεύμα. Νους (Πατήρ), Λόγος (Υιός), Πνεύμα (Άγιον Πνεύμα). Αλλά, και η κατά προσέγγισιν εικόνα του Θεού, ο άνθρωπος, έχει νουν, λόγον και πνεύμα. Η διαφορά, όμως, ποια είναι; Ο Θεός, που είναι Νους, Λόγος, Πνεύμα, έχει τρεις Υποστάσεις. Ο Νους είναι υπόστασις (ο  Πατήρ), ο Λόγος είναι υπόστασις (ο Υιός), το Πνεύμα είναι υπόστασις (το Άγιον Πνεύμα). Ο άνθρωπος, όμως, αν και έχη, ως εικόνα του Θεού, νουν, λόγον και πνεύμα, είναι μία υπόστασις. Κάθε άνθρωπος είναι μία υπόστασις. Ο Θεός όμως είναι Τρεις Υποστάσεις.
  Άρα, ο άνθρωπος είναι μία κατά προσέγγισιν εικόνα του Θεού. Όμως, είναι ακριβής εικόνα του Χριστού, του οποίου καλείται να ομοιάση. Και, όπως ο Θεός έχει Νουν, που βούλεται και αποφασίζει, Λόγον, που αποκαλύπτει την βουλήν και απόφασιν του Νού και εντέλλεται, και Πνεύμα, που φέρει εις πέρας και πραγματοποιεί την βουλήν του Νού δια του Λόγου, το ίδιο έχει και ο άνθρωπος: Νουν, που βούλεται και αποφασίζει, λόγον, που αποκαλύπτει και εκφράζει (ενδιαθέτως, προφορικώς η γραπτώς) την βουλήν, την επιλογήν, την απόφασιν και το θέλημα του νού, και πνεύμα (δύναμιν), το οποίον πραγματοποιεί την εκπεφρασμένην δια του λόγου βουλήν του νού.
 Παράδειγμα: Αποφασίζει ο νους του ανθρώπου να πάη ο άνθρωπος ένα ταξείδι. Ο λόγος του ανθρώπου αποκαλύπτει, εκφράζει την βούλησιν και απόφασιν του νού και επεξεργάζεται λογικά την βουλήν του νού. Δηλ., κρίνει ο λόγος την βουλήν του νού και, αν την εγκρίνη ως επιθυμητή, χρήσιμη και πραγματοποιήσιμη, εξαγγέλει ο άνθρωπος, δια του λόγου, την απόφασίν του να πάη αυτό το ταξείδι. Για να το πραγματοποιήση, όμως, αυτό το ταξείδι, αναλαμβάνει το πνεύμα του ανθρώπου να κινήση το σώμα, ώστε να φέρη εις πέρας την εγκεκριμένην υπό του λόγου βουλήν του νού. Τότε, το πνεύμα του ανθρώπου κινεί το σώμα, ώστε να σηκωθή το χέρι και να τηλεφωνήση εις το πρακτορείο ταξειδίων, ή να περιπατήση ο άνθρωπος μέχρι το πρακτορείο εκδόσεως εισητηρίων, κλπ. Δηλ., η πηγή των πάντων εις τον άνθρωπον είναι ο νους του. Από αυτόν ξεκινούν όλα. Είναι η κατά φύσιν πηγή των σκέψεων και των λογισμών του.
 Τι ακριβώς, όμως, εννοούμεν όταν λέγωμεν ‘νουν’;Τι είναι ο ‘νους’ του ανθρώπου;Εις την Ορθόδοξη Παράδοση, ο ίδιος όρος, ‘νους’, χρησιμοποιείται και για το κέντρο, το μάτι, της ψυχής, και για την διάνοια, που είναι μία δύναμις της ψυχής. ‘Νους’, για τον επιστήμονα, σημαίνει διάνοια (mind), όχι τον οφθαλμό της ψυχής. ‘Νους’, για τον πιστό, μπορεί να σημαίνη διάνοια, όταν μιλά για την δύναμι της ψυχής που κινεί τον εγκέφαλο, αλλά μπορεί να σημαίνη και τον οφθαλμό, τον πυρήνα της ψυχής, την πηγή των σκέψεων και των λογισμών, όταν μιλά για την ψυχή. Η διάνοια είναι το όργανο του λόγου, το «λογισμικό» του εγκεφάλου, όχι η πηγή του λόγου. Και εδράζεται εις τον εγκέφαλον. Ο εγκέφαλος είναι ο επεξεργαστής του λόγου, το υλικό εις το οποίο «εγκαθίσταται» το λογισμικό, δηλ. η διάνοια. Η διάνοια λειτουργεί και αποκαλύπτεται ότι λειτουργεί δια του εγκεφάλου. Ένας κατεστραμμένος εγκέφαλος δεν μπορεί να κάνη μία πρόσθεση, επειδή δεν λειτουργεί η διάνοια. Εμάς, όμως, δεν μας ενδιαφέρει η διάνοια, που είναι το λογισμικό του εγκεφάλου. Μας ενδιαφέρει να γνωρίσωμε ποια είναι η πηγή του λόγου, η πηγή των σκέψεων και των λογισμών. Αυτή η πηγή είναι η διάνοια του ανθρώπου; Όχι. Είναι ο εγκέφαλος του ανθρώπου; Όχι, βέβαια. Ο εγκέφαλος είναι απλά ο επεξεργαστής των σκέψεων του ανθρώπου. Ο εγκέφαλος είναι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής του ανθρώπου. Ποιος, όμως, κινεί τον εγκέφαλο; Η διάνοια του ανθρώπου. Αλλά δεν είναι η διάνοια η πηγή των σκέψεων. Και, την διάνοια του ανθρώπου ποιος την κινεί;
 Ο νους του ανθρώπου, ο οφθαλμός της ψυχής, δηλ. η ψυχή. Αυτή είναι η πηγή των σκέψεων του ανθρώπου, και συγκεκριμένα ο πυρήνας της, που είναι ο νους. Την δε ψυχή ποιος την κινεί; Ο Θεός, το Πνεύμα το Άγιον. Η διάνοια είναι απλά μία από τις δυνάμεις του νού, της ψυχής. Ο νους, ο πυρήνας της ψυχής, γεννά τον λόγον, την σκέψιν, η αποδέχεται την σκέψιν, τον λογισμόν, που του υποβάλλει ο Θεός, η ο διάβολος. Η διάνοια επεξεργάζεται, δια του εγκεφάλου και της λογικής, την σκέψιν, και, εάν ο νους την εγκρίνη και την αποδεχθή, εάν δηλ. κάνη συγκατάθεσιν εις εκείνο που του υποδεικνύει η σκέψις, ο λογισμός, τότε δίδει εντολήν εις την διάνοιαν να κάνη πράξιν την σκέψιν. Και η διάνοια κινεί τον εγκέφαλον, ο δε εγκέφαλος το σώμα, που πραγματοποιεί, φέρει εις πέρας, εκείνο που προέτεινε η σκέψις. Έτσι κινείται ο άνθρωπος. Όπως, λοιπόν, ο άνθρωπος χειρίζεται τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, δια της διανοίας του, έτσι και ο νους του ανθρώπου, ο πυρήνας της ψυχής του, χειρίζεται, δια της διανοίας, τον εγκέφαλο του ανθρώπου. Κάθε, όμως, σκέψις η λογισμός που γεννάται εις τον άνθρωπον προέρχεται πάντα από την φυσικήν του πηγήν, που είναι ο νους του; Όχι πάντα. Διότι, σκέψεις η λογισμοί υποβάλλονται εις τον άνθρωπον και από δύο άλλες οντότητες: Από τον Θεόν, η από τον διαβολον. Δηλ., μία σκέψις που γεννάται εις τον νουν του ανθρώπου μπορεί να προέρχεται, είτε από τον νουν του ανθρώπου, την φυσικήν του πηγήν, είτε από τον υπέρτατον Νουν, τον Θεόν, που θέλει να σώση και βοηθήση τον άνθρωπον, είτε από τον διάβολον, που θέλει να πλανήση και καταστρέψη τον άνθρωπον. Ο νους, λοιπόν, του ανθρώπου είναι η πηγή των σκέψεών του, εάν αυτές δεν προέρχονται από τον Θεόν ή τον διάβολον. Και ο νους του ανθρώπου, ο πυρήνας της ψυχής του, είναι εκείνος που γεννά τον λόγον, κινεί την διάνοιαν και τον εγκέφαλον και είναι υπεύθυνος δια τις πράξεις του ανθρώπου. Συμβαίνει, όμως, ο νους του ανθρώπου, νοουμένου ως η πηγή των σκέψεων και των λογισμών του, που είναι ο οφθαλμός, ο πυρήνας, της ψυχής του ανθρώπου, δηλ. η ψυχή του ανθρώπου, να είναι ένα αυθυπόστατον κτίσμα, να έχη δηλ.ιδικήν του υπόστασιν, ξεχωριστήν από εκείνην του σώματος του ανθρώπου, το οποίον παραμένει ζωντανό και αθάνατο και μετά τον βιολογικό θάνατο του ανθρώπου.
 Είναι δηλ. μία οντότητα ξεχωριστή από το σώμα του ανθρώπου, που ζει και μετά τον βιολογικό του θάνατο, κάτι που δεν συμβαίνει εις τα ζώα. Τα ζώα, και δη ο χιμπαντζής, που λέγουν οι εξελικτικοί ότι είναι το πλησιέστερο προς τον άνθρωπο, εξελικτικά, ζώο,δεν έχουν ψυχή ως αυθυπόστατη οντότητα.Η ψυχή των ζώων πεθαίνει μαζί με τον βιολογικό θάνατο του σώματός τους. Και, επειδή δεν έχουν ψυχή όμοια με του ανθρώπου, δηλ. που να είναι αυθύπαρκτο κτίσμα και να συνίσταται από νουν, λόγον και πνεύμα, γι’ αυτό και τα ζώα δεν έχουν λόγον. Έχουν φωνήν, αλλά δεν έχουν λόγον. Έχουν υποτυπώδη λογικήν, αλλά δεν έχουν λόγον. Γιατί δεν έχουν λόγον; Επειδή δεν έχουν νουν, ψυχήν, ζώσαν πέραν του τάφου, που είναι, όπως είπαμε, αυθύπαρκτον κτίσμα και η πηγή του λόγου. Ούτε αυτεξούσιον έχουν, αλλά κινούνται νομοτελειακά. Δεν υπάρχει περίπτωσις ένα ζώο που πεινάει να μη προσεγγίση την τροφήν, όταν αυτή του προσφερθή. Ο άνθρωπος, όμως, μπορεί να την αρνηθή, επειδή έχει αυτεξούσιον. Εξ άλλου, ποτέ εις την ανθρωπίνην ιστορίαν δεν έχει καταγραφή περιστατικόν, κατά το οποίον ένα ζώον να εμφανίσθηκε εις έναν ζώντα άνθρωπον μετά τον θάνατον του ζώου αυτού. Και τούτο, διότι απλούστατα τα ζώα δεν έχουν ψυχήν που να ζη μετά τον βιολογικό τους θάνατο. Υπάρχουν, όμως, καταγεγραμμένες χιλιάδες μαρτυρίες εμφανίσεως νεκρών ανθρώπων, αγίων και μη, εις άλλους ανθρώπους που ζουν. Τι εμφανίζεται εις τους ζώντας; Η ψυχή του νεκρού, η οποία ζει και μετά τον βιολογικό του θάνατο.
 Εδώ, τώρα, συναντούμε καιτο μέγα χάσμαπου υπάρχει μεταξύ της Επιστήμης και της Ορθοδόξου Ανθρωπολογίας εις το ανθρωπολογικό ζήτημα. Διότι, η μενΟ.Α.(Ορθόδοξη Ανθρωπολογία) διδάσκει όλα τα ανωτέρω, επειδή γνωρίζει, εξ αποκαλύψεως, την φύσιν του ανθρώπου. Η δεΕ.(Επιστήμη) διδάσκει και αυτή περί της φύσεως του ανθρώπου, βασισμένη όμως εις την παρατήρησιν, το πείραμα, εις την φαινομενολογία και εις την Εξελικτική Θεωρία, που είναι η φιλοσοφία της. Και, τι διδάσκει η Ε.; Ότι ο νους του ανθρώπου – με αυτόν τον όρον, ‘νουν’, η Ε. εννοεί μόνον την διάνοιαν (mind) του ανθρώπου - είναι μία ψυχική ενέργεια, μία ψυχική δύναμις, του ανθρώπου. Η Ε. δεν ομιλεί, δεν ασχολείται, δεν γνωρίζει, ότι υπάρχει, εκτός από την διάνοια, και ένας άλλος ‘νους’, ο οποίος είναι ο οφθαλμός, ο πυρήνας της ψυχής του ανθρώπου. Δεν γνωρίζει, ότι ο άνθρωπος, εκτός από το σώμα του, έχει και αυθυπόστατην ψυχήν, η οποία το ζωοποιεί και της οποίας ο πυρήνας είναι αυτός ο άλλος νους. Δεν γνωρίζει, ότι την ψυχή του ανθρώπου την ζωοποιεί η Χάρις του Αγίου Πνεύματος. Δεν γνωρίζει, ότι αυτός ο άλλος ‘νους’, και κατ επέκτασιν η ψυχή, υφίσταται, υπάρχει, και μετά τον βιολογικό θάνατο του ανθρώπου, πάλι σαν αυθυπόστατη οντότητα. Η Ε., επειδή δεν κατέχει την γνώσι εξ αποκαλύψεως, υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος επιστρέφει εις την ανυπαρξία μετά τον βιολογικό του θάνατο, όπως τα ζώα. Ότι, δηλ., πέραν του τάφου δεν υπάρχει τίποτε απολύτως. Τούτο το συμπέρασμα, βεβαίως, δεν είναι άσχετο με το ότι η Ε. δεν αποδέχεται ύπαρξιν Θεού Δημιουργού, αφού αδυνατεί να Τον ανιχνεύση με επιστημονικά όργανα, δεχομένη ότι όλα τα υλικά όντα είναι αποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων. Κατά την Ο.Α., όμως, όπως είπαμε, ο ‘νους’ του ανθρώπου είναι ο οφθαλμός, το κέντρο, ο πυρήνας της ψυχής του ανθρώπου. Αυτός ο ‘νους’ του ανθρώπου ταυτίζεται με την ‘καρδιά’ του ανθρώπου, το πνευματικό δηλ. κέντρο του ανθρώπου, από το οποίο εκπορεύονται, κατά τον Κύριο, οι πονηροί διαλογισμοί του ανθρώπου.
 Από αυτό το κέντρο υπάρξεως, δηλ. τον ‘νουν’, την ‘καρδίαν’, δεν εκπορεύονται μόνον οι πονηροί λογισμοί, αλλά όλοι οι λογισμοί, οι σκέψεις, του ανθρώπου, είτε αυτές πηγάζουν από τον ίδιο, είτε υποβάλλονται εις αυτόν από τον Θεόν η από τον διάβολον. Και, αυτό το κέντρο των λογισμών του ανθρώπου, που είναι και η πηγή του λόγου του ανθρώπου, δηλ. ο νους του, που, όπως είπαμε, είναι ο οφθαλμός, το κέντρο, το βάθος της ψυχής του ανθρώπου, εδράζεται, όχι εις τον εγκέφαλο του ανθρώπου, αλλά εις τον χώρο της φυσικής καρδιάς του ανθρώπου. Ο χώρος της φυσικής καρδιάς του ανθρώπου είναι ο τόπος, η έδρα, της πνευματικής καρδιάς του ανθρώπου, η έδρα του νου, διότι ο νους ταυτίζεται με την πνευματική καρδιά του ανθρώπου, που είναι το κέντρο υπάρξεως του ανθρώπου. Η ψυχή του ανθρώπου κατανέμεται, διαχέεται, εις όλο το σώμα του ανθρώπου και ζωοποιεί το σώμα. Η ψυχή περικλείει, συνέχει το σώμα. Έχει, όμως, το φυσικό της κέντρο, που είναι, όπως είπαμε, ο χώρος της φυσικής καρδιάς του ανθρώπου. Εκεί εδράζεται ο ‘νους’ (όχι η διάνοια), η πνευματική καρδιά του ανθρώπου, το κέντρο, ο οφθαλμός της ψυχής. Εις αυτό το κέντρο, εις την πνευματική καρδιά του ανθρώπου, που ευρίσκεται εις τον χώρο της φυσικής του καρδιάς, έρχεται και ενεργεί το Πνεύμα το Άγιον, όταν ο άνθρωπος είναι δεκτικός της Χάριτος, κράζον «αββά ο πατήρ», κατά τον Απόστολον, και ποιεί τον άνθρωπον πνευματικόν, δηλ. υιόν Θεού.Εις τα ζώα δεν υπάρχει αυτή η δυνατότης,επειδή τα ζώα δεν έχουν νουν, που να δέχεται το Πνεύμα το Άγιον, ούτε νουν ο οποίος να είναι πηγή λόγου και γι αυτό δεν έχουν ούτε λόγον. Πως, λοιπόν, είναι δυνατόν ποτέ ο άνθρωπος να προέρχεται, εξελικτικά, από τα ζώα;
 Η διάνοια, που είναι μία από τις δυνάμεις του νού, εδράζεται εις τον εγκέφαλο του ανθρώπου, τον οποίο η διάνοια χρησιμοποιεί, ώστε ο εγκέφαλος να κινήση το σώμα και να φέρη εις πέρας, να εκτελέση, εκείνο που τον διατάσσει η διάνοια. Η δε διάνοια, όπως είπαμε, κατά την Ο.Α., παίρνει εντολές από τον νουν, το κέντρο, το μάτι της ψυχής. Αν, τώρα, ερωτήσωμε έναν επιστήμονα «έχεις νουν;», θα μας απαντήση «ναι» εννοώντας την διάνοιά του, η οποία κινεί τον εγκέφαλό του. Και, αν πάλι τον ερωτήσωμε «πως ξέρεις ότι έχεις νουν (διάνοιαν), αφού δεν τον βλέπης;», θα μας απαντήση «εκ του αποτελέσματος, αφού λειτουργή λογικά ο εγκέφαλός μου». Δεν τον βλέπει τον νουν του, την διάνοιά του, ο επιστήμων, όμως συμπεραίνει ότι έχει διάνοια επειδή σκέπτεται, επειδή λειτουργεί ο εγκέφαλός του, επειδή γνωρίζει ότι η κινητήρια δύναμις του εγκεφάλου του είναι η διάνοια. Δεν γνωρίζει, όμως, ότι η κινητήρια δύναμις της διανοίας είναι η ψυχή, ο νους, ως ο πυρήνας της ψυχής. Ούτε γνωρίζει, ότι η κινητήρια δύναμις του σώματος του ανθρώπου είναι η ψυχή του ανθρώπου. Και, κατ’ επέκτασιν, δεν γνωρίζει ότι η κινητήρια δύναμις της ψυχής του ανθρώπου είναι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος.
 Η Ε., λοιπόν, δεν δέχεται ότι ο άνθρωπος είναι διττός, δηλ. ότι συνίσταται από σώμα και ψυχή, η οποία ζωοποιεί το σώμα και ζει σαν αυθύπαρκτη οντότητα μετά τον βιολογικό θάνατο του σώματος, επειδή δεν μπορεί να την ανιχνεύση, ούτε δέχεται ότι ο άνθρωπος έχει και κάτι άλλο πέραν του εξελιγμένου εγκεφάλου του, που είναι η πηγή των σκέψεών του και το όργανο που ενεργεί εις τον άνθρωπον το Πνεύμα το Άγιον, δηλ. ο νους, η πνευματική του καρδιά, που είναι ο πυρήνας, το μάτι της ψυχής του. Η Ε. δέχεται μόνον, ότι οι σκέψεις του ανθρώπου πηγάζουν αποκλειστικά από τον εγκέφαλό του, ο οποίος, λέγουν, ότι είναι η έδρα όχι μόνο των σκέψεων, αλλά και των συναισθημάτων και του αυτεξουσίου (το οποίο κατ αυτούς είναι ανελεύθερο ως επηρεαζόμενο από την κληρονομικότητα, το DNA, και ως αποτέλεσμα χημικών διεργασιών). Η Ε. δέχεται, έτσι, ότι ο άνθρωπος λειτουργεί λίγο-πολύ νομοτελειακά, όπως τα ζώα, η δε ελευθερία επιλογής που έχει είναι προϊόν του εξελιγμένου εγκεφάλου του, ο οποίος του παρέχει και μία πιο εξελιγμένη λογική. Όμως, εις την πραγματικότητα,η διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα είναι τεράστια, όπως ανεφέρθη παραπάνω. Και, αυτή, για μας, είναι μία επί πλέον απόδειξις ότι δεν προερχόμεθα από τα ζώα.
 Αποτέλεσμα, τώρα, αυτής της ως άνω θεωρήσεως του ανθρώπου από την Ε. είναι να καταβάλλεται σήμερα προσπάθεια από την Ε. να χαρτογραφηθή ο ανθρώπινος εγκέφαλος για να ανιχνευθούν και εντοπισθούν τα κέντρα του αυτεξουσίου, των συναισθημάτων, της μνήμης, των σκέψεων, του λόγου, κλπ., τα οποία, βέβαια, δεν πρόκειται να ευρεθούν εις τον εγκέφαλον, απλούστατα διότι δεν ευρίσκονται εις τον εγκέφαλον, αλλά εις την ψυχήν του ανθρώπου. Απόδειξις τούτου, είναι το ότι, μετά τον βιολογικό θάνατο του ανθρώπου, η ψυχή του διατηρεί τα πάντα, όλα όσα είχε ο άνθρωπος προ του θανάτου του. Μετά θάνατον, ο άνθρωπος διατηρεί και την προσωπικότητά του, και την μνήμη του, πλήρως, και τα συναισθήματά του. Αυτό το γνωρίζομε από την ίδια την μαρτυρία της ψυχής, μετά θάνατον, κατά την κοινή μαρτυρία όλων όσων ενεφανίσθησαν μετά θάνατον εις τους ζώντες και απεκάλυψαν την κατάστασιν της ψυχής των πέραν του τάφου. Πως εμφανίζονται εις τους ζώντες ανθρώπους οι κεκοιμημένοι Άγιοι και διαλέγονται μαζί τους; Ποιος ομιλεί, αφού το σώμα του Αγίου είναι εις τον τάφον; Ασφαλώς, η ψυχή του Αγίου. Αλλά, το γνωρίζομε και από μαρτυρίες ζώντων ανθρώπων, οι οποίοι, κατά παραχώρησιν Θεού, είχαν εξωσωματική εμπειρία περί της υπάρξεως της ψυχής τους. Υπάρχουν άνθρωποι που βγήκαν προς στιγμήν από το σώμα τους, που πέθαναν δηλ. για λίγο, και είδαν το σώμα τους νεκρό, όπως το έβλεπαν και οι άλλοι άνθρωποι γύρω τους. Και, μετά από λίγο, επανήλθαν εις το σώμα τους, το οποίο έκειτο νεκρό, και συνέχισαν να ζουν. Πως ανεστήθη το σώμα τους και ζωοποιήθηκε, αφού πριν λίγο έκειτο νεκρό; Ασφαλώς, με την ζωοποιό δύναμι της ψυχής, η οποία πήρε εντολή από τον Θεό να εισέλθη πάλιν εις το σώμα. Και, όταν η ψυχή τους είχε χωρισθή από το σώμα τους, με ποιο όργανο έβλεπαν το σώμα τους; Ασφαλώς με τον νουν, την ψυχή τους.
 Εις την Παράδοσι της Εκκλησίας έχουν καταγραφή μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι ‘είδαν’ τον Παράδεισο και την Κόλαση. Τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν και σήμερα, ζώντες. Και εδώ, πάλι πρόκειται για εξωσωματική εμπειρία, κατά την οποία όμως παίρνει ο άγγελος του ανθρώπου την ψυχή του, την στιγμή που ο άνθρωπος κοιμάται, και την πηγαίνει εις τον τόπον του Παραδείσου η της Κολάσεως, ώστε ο άνθρωπος να αποκτήση εμπειρία περί της αληθείας των καταστάσεων αυτών. Μετά, ο άγγελος επαναφέρει εις το σώμα την ψυχή του ανθρώπου εκείνου, και, όταν ο άνθρωπος ξυπνήση, διηγείται πράγματα όχι του κόσμου τούτου. Εις αυτήν την περίπτωσιν, το σώμα του ανθρώπου δεν πεθαίνει, αν και βγήκε η ψυχή του, αλλά συντηρείται εις την ζωήν, ως εις κώμα, από την Χάριν του Αγίου Πνεύματος. Η Ε., λοιπόν, εφ όσον δεν δέχεται ότι ο άνθρωπος έχει αθάνατη ψυχή, η οποία ζει σαν αυθυπόστατο κτίσμα και μετά τον βιολογικό θάνατο του σώματος, δεν μπορεί να δεχθή σαν πηγή των σκέψεων και των λογισμών του ανθρώπου κάτι άλλο έξω από τον εγκέφαλο του ανθρώπου. Η Ε. νομίζει ότι η πηγή των σκέψεων του ανθρώπου είναι ο εγκέφαλος, όπως νομίζει ότι και η πηγή των συναισθημάτων είναι ο εγκέφαλος. Εμείς, λέμε, ότι η πηγή των σκέψεων και των συναισθημάτων του ανθρώπου είναι η ψυχή του ανθρώπου, και, συγκεκριμένα, το κέντρο της ψυχής του, ο νους, και όχι ο εγκέφαλος του ανθρώπου. Για την Ο. Α. το κέντρο της υπάρξεως του ανθρώπου είναι, όπως είπαμε, ο χώρος της φυσικής καρδιάς. Για την Ε. αυτό το κέντρο είναι ο χώρος του εγκεφάλου. Αυτό διδάσκουν η Ψυχολογία και η Ιατρική. Και εδώ ευρίσκεται το άλλομέγα χάσμα μεταξύ της Ε. και της Ο. Α.
 Η Ε., λοιπόν, μιλά για ψυχή, αλλά εννοεί την ψυχική ενέργεια του εγκεφάλου, η οποία, φυσικά, παύει με τον βιολογικό θάνατο του ανθρώπου. Γι αυτό, και η Ε. δεν δέχεται ύπαρξι ψυχής, ως αυθυποστάτου οντότητος, μετά τον βιολογικό θάνατο του ανθρώπου, όχι μόνο επειδή η ενέργεια του εγκεφάλου παύει να υπάρχη μετά τον βιολογικό θάνατο του ανθρώπου, αλλά και επειδή η Ε. δεν μπορεί να ανιχνεύση, με επιστημονικά όργανα, την ψυχή του ανθρώπου, είτε πριν τον βιολογικό του θάνατο, είτε μετά. Είναι έτσι καταδικασμένη να έχη εσφαλμένη εικόνα και αντίληψι περί της φύσεως του ανθρώπου.
 Εμείς, πιστεύομε, επειδή γνωρίζει η Εκκλησία, ότι ο Θεός κτίζει, δημιουργεί, την ψυχή του κάθε ανθρώπου κατά την στιγμή της συλλήψεως του ανθρώπου εις την μήτρα της μητέρας του, αγνώστως και αρρήτως, επειδή ενεργεί η άκτιστη δύναμις του Θεού, και ότι αυτή η ψυχή είναι άρρηκτα δεμένη με το σώμα του ανθρώπου, το οποίο και ζωοποιεί. Ο βιολογικός θάνατος, κατά τον οποίο συμβαίνει βίαιος χωρισμός ψυχής και σώματος, είναι μία αφύσικη κατάστασις για τον άνθρωπο. Γι’ αυτό, και ο Θεόςθα ξαναδώση το σώμαεις τους νεκρούς κατά την μέλλουσαν κοινήν Ανάστασιν των σωμάτων των νεκρών.
 Η ζωή εις το σώμα του ανθρώπου οφείλεται εις την ύπαρξι της ψυχής του. Εάν η ψυχή αποχωρισθή από το σώμα του ανθρώπου, πράγμα που συμβαίνει κατά την στιγμήν του βιολογικού θανάτου, τότε το σώμα νεκρούται, πεθαίνει. Όταν ο Χριστός ανέστησε άνθρωπο, επανέφερε την ψυχή εις το σώμα του ανθρώπου εκείνου και το σώμα ανεστήθη. Η Ε. δεν μπορεί να ερμηνεύση πως γίνεται μία ανάστασις ενός νεκρού σώματος, αφού δεν δέχεται ύπαρξι ψυχής εις τον άνθρωπο. Αναστάσεις, όμως, νεκρών σωμάτων είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός μέσα εις την ιστορία της Εκκλησίας.Η ψυχή, λοιπόν, ζωοποιεί και συντηρεί ζωντανό το σώμα του κάθε ανθρώπου. Η ίδια η ψυχή ζωοποιείται από την Χάρη, την ενέργεια, του Αγίου Πνεύματος. Δηλ., ζωή της ψυχής είναι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος και ζωή του σώματος είναι η ψυχή. Φεύγει η Χάρις από την ψυχή; Αρρωσταίνει η ψυχή και νεκρώνεται. Φεύγει η ψυχή από το σώμα; Το σώμα πεθαίνει. Αυτά συμβαίνουν εις τον άνθρωπο.

Δαμασκηνός μοναχός 

Οι τονισμοί και η προσθήκη συνδέσμων έγινε από το εγκόλπιον


Read more:http://www.egolpion.net/exelixi_fdamaskhnos.el.aspx#ixzz2jY1ochFs

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΣΥΜΒΑΤΙΣΤΕΣ (ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΟΠΑΔΟΥΣ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ)

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΣΥΜΒΑΤΙΣΤΕΣ (ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΟΠΑΔΟΥΣ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ)


ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΣΥΜΒΑΤΙΣΤΕΣ
(ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΟΠΑΔΟΥΣ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ) 
Δαμασκηνός μοναχός
Κελλίον Τιμίου Προδρόμου - Ιερά Μονή Καρακάλλου

Σεβαστέ μου κ. Διευθυντά, 24η Ιανουαρίου 2011
Επειδή ένας αδελφός εν Χριστώ με επληροφόρησε για την ύπαρξι, εις το Διαδίκτυο, της ιστοσελίδας exeldim.bravehost.com, δια της οποίας οι αυτοπροσδιοριζόμενοι «Συμβατιστές» (εκείνοι δηλ. οι Ορθόδοξοι οι οποίοι ‘παντρεύουν’ την θεωρία της Εξελίξεως με την αλήθειαν περί της Δημιουργίας όπως αυτή έχει κατατεθή εις την Αγίαν Γραφήν από τον θεόπνευστον Προφήτην Μωϋσήν, και οι οποίοι επίσης παρουσιάζουν ως αποδεκτή την θεωρία αυτή της Εξελίξεως από τους Πατέρες της Εκκλησίας, ως δήθεν την μέθοδο δια της οποίας ο Θεός εδημιούργησε τα υλικά όντα), δημιουργούν σύγχυσιν εις τους πιστούς Ορθοδόξους, και δη εις τους νέους, αναγκάζομαι να δημοσιοποιήσω μίαν απάντησίν μου προς έναν εξ αυτών, προϊόν παλαιοτέρας απαντήσεώς μου εις τα λεγόμενά του, προς ενημέρωσιν των αναγνωστών σας. Η απάντησίς μου αυτή έχει ως εξής:
Δαμασκηνός μοναχός,
 Κελλίον Τιμίου Προδρόμου,Ιερά Μονή Καρακάλλου, 63086 Άγιον Όρος
25η Ιουνίου 2007
Προς: Ι. Κ., Αθήνα

Αγαπητέ κ. Κ., χαίρετε εν Κυρίω
Παρακαλώ πολύ, συγχωρήσατέ μου την καθυστέρησιν της απαντήσεώς μου εις τα δύο γράμματά σας. Πρέπει να ωριμάση κάτι εις την σκέψιν μου πριν αποφασίσω να απαντήσω. Ελπίζω, η παρούσα απάντησις να απαλύνη την τυχόν στενοχωρίαν σας.
Κατ’ αρχήν, σάς ευχαριστώ πολύ για την καλωσύνη που δείξατε να με ενημερώσετε για κάποια θέματα.
Α. Ξεκινώντας από το δεύτερο γράμμα σας με ημερομηνία 1/2/2007, έχω να πω τα εξής:
1. Τα σχετικά με τις τελευταίες επιστημονικές εξελίξεις τα γνωρίζω, όπως π.χ. για την χαρτογράφηση του σύμπαντος, γιατί φροντίζω και ενημερώνομαι.
2. Η προσπάθεια του κ.Αλεξάνδρου Καλομοίρουνα στηρίξη την θεωρία της Εξελίξεως, ως ισχύουσα για την δημιουργία των ειδών, και, βάσει αυτής, να ερμηνεύση την Δημιουργία της Βίβλου, μου είναι γνωστά από παλαιά. Οι θέσεις του είχαν παλαιότερα δημοσιευθή σε Αμερικανική Ορθόδοξη εκκλησιαστική εφημερίδα, την οποία μου είχαν αποστείλει, και τότε υπήρξε μεγάλη αντίδρασις εις την Αμερική. Προσωπικά, διαφωνώ με την θεωρία η ερμηνεία του, και ορθώς ο Ορθόδοξος Τύπος αρνήθηκε να την δημοσιεύση, διότι δεν έχει γίνη αποδεκτή από την Εκκλησία (και δεν εννοώ την Διοικούσα Εκκλησία, ή κάποιους επισκόπους, όταν λέω ‘Εκκλησία’).
Με τον κ. Καλόμοιρο είχε ασχοληθή, παλαιότερα, δια μακρών, ο μακαριστός π. Επιφάνειος Θεοδωρόπουλος, η αλληλογραφία των οποίων είχε μάλιστα δημοσιευθή εις τον γνωστό Τόμο Α΄ με τίτλο Άρθρα-Μελέται-Επιστολαί. Δυστυχώς, ο κ. Καλόμοιρος ‘ουκ ηβουλήθη συνιέναι’. Και είναι κρίμα, διότι μας είχε δώσει πολύ καλή εντύπωση περί του προσώπου του με το παλαιότερο πόνημά του ‘Κατά Ενωτικών’, εις το οποίο προλόγιζε ο Φώτης Κόντογλου. Επίσης, ο π. Σεραφείμ Ρόουζ είχε ασχοληθή με τα λεγόμενά του, και, αν έχετε διαβάσει το πρόσφατο βιβλίο με τίτλο “Π. Σεραφείμ Ρόουζ-Η ζωή και τα έργα του”, τόμος Β´, 2006, που εκυκλοφόρησε εις τα Ελληνικά από τις εκδόσεις ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ, θα έχετε δεί τι λέει εκεί ο π. Σεραφείμ, όχι μόνο σχετικά με την Εξέλιξη, αλλά και σχετικά με την όλη νοοτροπία και μεθοδολογία του χώρου των Ορθοδόξων ζηλωτών της Εκκλησίας των Ρώσων της Διασποράς, αλλά και των ακραίων ζηλωτών του Ματθαίου, επάνω εις το θέμα αυτό. Το να υποστηρίζετε, εσείς, ή να προβάλλετε τις θέσεις του κ. Καλομοίρου επάνω εις την Εξέλιξη, αυτό, νομίζω, δεν σάς τιμά.
Β. Τώρα, όσον αφορά εις το πρώτο γράμμα σας με ημερομηνία 5/1/2007, το οποίο συνωδεύετο και από την σύντομη μελέτη σας με τίτλο ‘Γένεση’, για την αποστολή της οποίας σάς ευχαριστώ, έχω να παρατηρήσω ότι το περιεχόμενο του γράμματός σας αυτού δεν δίδει την σχετικά καλή εντύπωση, ως προς τον τρόπο συντάξεως, που δίδει η επισυναπτομένη μελέτη σας, αν και το θεματολόγιο είναι περίπου το ίδιο. Οπότε, ξεκινώ τα σχόλιά μου από την μελέτη σας.
Αυτή, αν και είναι πολύ καλά δομημένη και γραμμένη, αδικείται όμως, κατά την γνώμη μου, ως προς την σοβαρότητα του θεματολογίου της, από τα λεγόμενά σας, όπως, π. χ., εις το τέλος της, για ‘ύπαρξη άλλων όντων’ πέραν του ηλιακού μας συστήματος, θέμα, το οποίο είναι όχι μόνο άσχετο με το κυρίως θέμα σας, αλλά και επικίνδυνο για σάς, διότι κινδυνεύετε να χαρακτηρισθήτε φαιδρός, ασχολούμενος με θέματα ανυπόστατα, ανούσια και αλλότρια, φθάνοντας μάλιστα εις το σημείο να παρερμηνεύετε τις Γραφές εις την προσπάθειάν σας να πείσετε κάποιον για την ύπαρξη και άλλων νοημόνων όντων εις το σύμπαν.Ίσως έχετε επηρεασθή από τις ανοησίες του Carl Sagan, ή τους ασχολουμένους με το πρόγραμμα SETTI. Εις την αρχιερατική Του προσευχή, ο Χριστός, κατά το Μυστικό Δείπνο, είπε εις τους Μαθητάς: “Πάτερ, ό δέδωκάς μοι, θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ’ εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν, ην δέδωκάς μοι ότι ηγάπησάς με προ καταβολής κόσμου” (Ιωάν., 17, 24). Βλέπετε, ο Χριστός θα έχη ανθρώπους μαζί του,όχιεξωγήινους. Εξ άλλου, σαρκωθείς ο Λόγος, άνθρωπος έγινε, όχι εξωγήινος. Ο Θεός ουδέποτε μας απεκάλυψε ύπαρξη άλλων νοημόνων όντων εις το σύμπαν, οπότε το θέμα είναι αδιάφορον, αν όχι ανούσιον.
Ξεκινάτε, λοιπόν, την μελέτη σας κάνοντας μία πολλή καλή ιστορική περιγραφή της θεωρήσεως του σύμπαντος, καταλήγοντας εις το τι δέχεται σήμερα η επιστήμη περί αυτού. Όμως, και εδώ, αλλά και γενικώτερα εις την μελέτην σας αυτή, κάνετε, νομίζω, ένα θεμελιώδες θεολογικό λάθος, το νασυγχέετε το κτιστό με το άκτιστο, αποδίδοντας εις το άκτιστο ενδιάμεσες κτιστές ενέργειες δια των οποίων ενεργεί εις την κτίση, ενώ η δημιουργική, συνεκτική και συντηρητική ενέργεια του Θεού είναι άκτιστη και όχι κτιστή.“Η δημιουργική και συνεκτική των απάντων Θεού σοφία και δύναμις”, που λέει το σχετικό τροπάριο, είναι ασφαλώς άκτιστη, αν και το τροπάριο αυτό, νομίζω, αναφέρεται εις τον Λόγον και όχι εις την ενέγειαν του Λόγου. Οι αιρετικοί υπεστήριζαν την ενέργεια του Θεού εις την κτίση δια μέσου κτιστών ενεργειών.
Πιο συγκεκριμένα:
1.Λέτε, ότι ο Θεός είναι η αιτία της Μεγάλης Εκρήξεως. Δηλ., ο Θεός προεκάλεσε την Μεγάλη Έκρηξη. Μέχρις εδώ, καλά, αν θεωρήσωμε ότι την Μεγάλη Έκρηξη ημπορούμε να την αποδώσωμε εις το «Γενηθήτω φως». Δεν ημπορούμε, όμως, να πούμε πως ακριβώς ο Θεός το έκανε. Είναι λάθος να επιχειρούμε μία επιστημονική ερμηνεία η περιγραφή του γεγονότος της προελεύσεως η γενέσεως της Μεγάλης Εκρήξεως. Εδώ, ούτε η επιστήμη ημπορεί να υπεισέλθη, επειδή την στιγμή της Εκρήξεως οι γνωστοί φυσικοί νόμοι καταρρέουν. Πως ημπορούμε να γνωρίζωμε πως ο Θεός προεκάλεσε την Μεγάλη Έκρηξη; Ημπορούμε να ομιλήσωμε για το τι έγινε κατά την Έκρηξη, ή, καλύτερα, αμέσως μετά την Έκρηξη. Όχι, όμως, για το πως ο Θεός την έκανε. Αν διατυπώνετε μία υπόθεση, μη υποκειμένη σε πειραματική επιβεβαίωση, λέγοντας ότι “μία μη αντιστρεπτή εκλυτογενής διαδικασία, η οποία παράγει εντροπία, δηλ. μία έκρηξη της εντροπίας, μετασχηματίζει τον χωροχρόνο σε ύλη”, εις τον οποίο μετασχηματισμό οφείλεται η γέννηση του Σύμπαντος, και έτσι επιχειρείτε να περιγράψετε τι έγινε κατά την έκρηξη, τότε έχει καλώς.
 Τελικά, φαίνεται να λέτε, αν κατανοώ ορθά, ότι ο Θεός δημιουργεί ταυτόχρονα τον χωροχρόνο και την ύλη, η οποία προέρχεται από μετασχηματισμό του χωροχρόνου. Σ’ αυτά, έχω να πω ότι, προσωπικά, δεν γνωρίζω κανένα νόμο της Φυσικής που να προβλέπη μετασχηματισμό του χωροχρόνου σε ύλη. Η ενέργεια, ναι, μετασχηματίζεται σε ύλη, ο χωροχρόνος, όμως, πως; Σε τι μονάδες μετρείται ο χωροχρόνος, αφού ημπορεί να μετασχηματισθή σε ύλη;
 Επίσης, με τα λεγόμενά σας, υπονοείτε, αν κατανοώ ορθά, ότι ο Θεός, με την Μεγάλη Έκρηξη που προεκάλεσε, ξεκίνησε μία διαδικασία αυξήσεως της εντροπίας εις το Σύμπαν. Όταν μιλάτε για μία διαδικασία που “παράγει εντροπία”, μάλλον εννοείτε μία διαδικασία που “διηνεκώς αυξάνει την εντροπία”. Τι γίνεται, τότε, με τον “θερμικό θάνατο του Σύμπαντος”; Υπάρχει σαν ενδεχόμενο, ή αποφεύγεται και αυτό, λόγω ελαττώσεως της εντροπίας από την ταχεία διαστολή του Σύμπαντος, η οποία, όπως λέτε, αποκλείει και το ενδεχόμενο καταρρεύσεως του Σύμπαντος λόγω της βαρύτητος; Σχετικό με τα ανωτέρω είναι και το εξής άρθρο του Martin Rees (βλέπε: ΒΗΜΑ-Science, 25/12/2005): “Είναι εντυπωσιακό ότι η ιδέα της Μεγάλης Εκρηξης είναι πλέον τόσο ακράδαντα εδραιωμένη. Οι κοσμολόγοι πιστεύουν ότι γνωρίζουν πως ήταν το Σύμπαν μας λίγα δευτερόλεπτα. μετά την απαρχή του. Η θερμοκρασία ήταν 10 δισεκατομμύρια βαθμοί· ραδιενέργεια, πρωτόνια, νετρόνια και «σκοτεινή ύλη» ήταν παρόντα παντού σε γνωστές αναλογίες. Και τα πάντα ψύχονταν με ταχύτατους ρυθμούς. Αυτές οι δηλώσεις βασίζονται σε αδιαμφισβήτητες και ακριβείς παρατηρήσεις «απολιθωμάτων» εκείνης της περιόδου: την ίδια τη ραδιενέργεια και τις αναλογίες υδρογόνου, ηλίου και δευτερίου στο Σύμπαν.
 Είμαι τουλάχιστον 99% σίγουρος ότι τα παραπάνω συμπεράσματα είναι σωστά. Είναι πιο εδραιωμένα και βασισμένα σε πιο ακριβή δεδομένα απ' ο,τιδήποτε μπορούμε να πούμε για την πρώιμη ιστορία της Γης η για την έναρξη της ζωής. Οπως πάντα στην επιστήμη, κάθε βήμα προόδου φέρνει μια νέα ομάδα μεγάλων αναπάντητων ερωτημάτων στο στόχαστρό μας. Αλλά η κατανόηση που έχουμε ήδη για τη Μεγάλη Εκρηξη δείχνει ότι αυτή η πορεία δεν είναι μάταιη. Εχοντας ανακαλύψει ότι μπορούμε να συλλάβουμε τα βασικά της καταγωγής του Σύμπαντός μας, εκατομμύρια άλλα ερωτήματα παρουσιάζονται, ερωτήματα στα οποία μπορούμε ρεαλιστικά να ελπίζουμε ότι θα δώσουμε απάντηση. Και αργά αλλά σταθερά, παρά τις αvτιξoότητες, πράγματι αρχίζουμε να τα απαντάμε. Πάρτε για παράδειγμα τη φαινομενική αντίφαση ενός από τους πιο δυνατούς νόμους της φυσικής, του δεύτερου νόμου της Θερμοδυναμικής. Αν το Σύμπαν μας ξεκίνησε τόσο «απλά», πως εξελίχθηκε σε αυτόν τον απερινόητα περίπλοκο κόσμο που βλέπουμε γύρω μας και του οποίου αποτελούμε μέρος; Με μια πρώτη ματιά αυτό φαίνεται να αντικρούει την αρχή ότι υπάρχει μια εγγενής τάση στα πράγματα να χάνουν την οργάνωσή τους και να οδηγούνται στην oμoγεvoπoίηση. Δεν υπάρχει όμως κανένα παράδοξο σε αυτό: η απάντηση κρύβεται στη λειτουργία της βαρύτητας. Μια περιοχή ελαφρά πυκνότερη από τον μέσον όρο υφίσταται μεγαλύτερη επιβράδυνση λόγω της περίσσειας βαρύτητας. Καθυστερεί σε σχέση με το περιβάλλον της όλο και περισσότερο. Οι διαφορές στη βαρύτητα μεγαλώνουν. Είναι μέσω αυτής της διαδικασίας που ακόμη και οι ελάχιστες υπερπυκνότητες στην απαρχή του Σύμπαντος λειτούργησαν ως «σπόροι» για τους σημερινούς γαλαξίες. Αυτή η θεωρία - και η τεκμηρίωσή της από παρατηρήσεις - είναι ένας ακόμη θρίαμβος για τους αστρονόμους. Οι αστρονόμοι ευελπιστούν να αποκαλύψουν τις λεπτομέρειες του ξεδιπλώματος αυτής της διαδικασίας για «νεαρούς γαλαξίες», αντικείμενα τόσο μακριά από εμάς ώστε το φως τους ξεκίνησε όταν το Σύμπαν ήταν ακόμη νέο και τα ίδια μόλις προσφάτως διαμορφωμένα.
 Υπάρχουν βέβαια πολλά πράγματα ακόμη να κάνουμε. Ακόμη δεν ξέρουμε, για παράδειγμα, τι ακριβώς εξερράγη στην αρχή και γιατί. Το ερώτημα γιατί το Σύμπαν έχει φτιαχτεί να διαστέλλεται με αυτόν τον τρόπο και με το συγκεκριμένο μείγμα συστατικών παραμένει μια πρόκληση για την επιστήμη του 21ου αιώνα - ίσως και των επόμενων. Η απάντηση βρίσκεται στο πρώτο μικροσκοπικό κλάσμα του πρώτου μικροδευτερολέπτου, όταν οι θερμοκρασίες και οι πυκνότητες ήταν τόσο υψηλές, ώστε η φυσική που ίσχυε παραμένει άγνωστη και όχι απόλυτα θεμελιωμένη με βάση τα πειράματα. Αλλά, δεδομένων των επιτυχιών μας ως τώρα στην απάντηση κοσμολογικών ερωτημάτων, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι θα κάνουμε μεγαλύτερα βήματα - διερευνώντας το πρώτο μικροδευτερόλεπτο της ζωής του Σύμπαντος, ίσως και τη φύση της ίδιας της Μεγάλης Εκρηξης”.
 Εις το ως άνω άρθρο, ενώ ο συγγραφεύς φαίνεται να αγνοή τι ακριβώς συνέβη κατά την Μεγάλη Έκρηξη, εσείς ισχυρίζεσθε ότι συνέβη μία ‘έκρηξη εντροπίας’. Μήπως ο συγγραφεύς αυτός δεν είχε υπ όψιν του κάποια πιο πρόσφατα δεδομένα;
 2. Η αιτία της Μεγάλης Εκρήξεως, δηλ. η ύπαρξις Θεού Δημιουργού, δεν νομίζω ότι ημπορεί να αποδειχθή με μία λογική επεξεργασία όπως αυτή που κάνετε εις την σελίδα 2 της μελέτης σας. Η ύπαρξις του ακτίστου δεν ημπορεί να αποδειχθή, ούτε λογικά, ούτε επιστημονικά. Είναι θέμα πίστεως και αποκαλύψεως και τίποτε άλλο. Εξ άλλου, όπως ξέρετε, δεν υπάρχει καμμία ομοιότητα μεταξύ κτιστού και ακτίστου, άρα δεν ημπορούμε να τα συγκρίνωμε, ως εκ της φύσεώς τους. Οπότε, αυτό που λέτε στην σελ. 2, ότι δηλ. “αυτή είναι η βασική διαφορά κτιστού και ακτίστου” (η ύπαρξις χρόνου στο κτιστό και η ανυπαρξία του στο άκτιστο), είναι άτοπο.Αλλά, πήτε μου, γιατί ο Carl Sagan, όταν παρουσιάζη την σειρά COSMOS, δεν αναπτύσσει μία παρόμοια λογική ανάλυση για την ύπαρξη κάποιου Δημιουργού, η δεν αναφέρεται σε αυτά που λέτε εσείς, αλλά αντιπαρέρχεται το θέμα με έναν φθηνό φιλοσοφικό ελιγμό;
 3. Λέτε, ότι “παντού στο Σύμπαν ο χωροχρόνος λαμβάνει υπόσταση από το αυτόματα εμφανιζόμενο κβαντικό κενό” και ότι η ύπαρξίς του “είναι παράγωγο του νόμου των πιθανοτήτων” (εννοείτε ασφαλώς ότι η ύπαρξις του κβαντικού κενού υπόκειται στους νόμους των πιθανοτήτων, δηλ. έχει στατιστική έννοια). Και ότι, μάλλον, αποτέλεσμα αυτής της στατιστικότητας είναι “οι αναταράξεις που διαπιστώνονται κατά την κβαντική διακύμανση του κενού”. Η δε ύπαρξις και ισχύς ενός κάποιου νόμου των πιθανοτήτων στο Σύμπαν λογικά οδηγεί στην ύπαρξη αιτίας του νόμου αυτού, που, με την σειρά του, σημαίνει ύπαρξη νοήμονος Δημιουργού του νόμου αυτού. Αυτό, όμως, δεν είναι τίποτε άλλο από φιλοσοφία, ή, καλύτερα, φιλοσοφία επάνω στην Θεολογία. Όπως ήδη σάς είπα,δεναποδεικνύεται η ύπαρξις Θεού Δημιουργού κατ’ αυτόν τον τρόπον. Το ότι ο Θεός συγκρατεί, συνέχει και συντηρεί το Σύμπαν ανά πάσα στιγμή, αυτό εξάγεται μόνο από την εμπειρία της θεώσεως και από τίποτε άλλο. Το ίδιο λογικό μεθοδολογικό σφάλμα κάνουν και όσοι Χριστιανοί επιστήμονες, στην Αμερική, προσπαθούν να αποδείξουν την ύπαρξη Θεού Δημιουργού μέσα από τα δεδομένα της επιστήμης, δημιουργώντας έτσι την φιλοσοφική θεωρία του Intelligent Design (Νοήμονος Σχεδιασμού), η οποία, φυσικά, και έχει αποτύχει, και δεν ήταν δυνατόν να μην είχε αποτύχει.
Λέτε, στην συνέχεια, ότι “ανά πάσα στιγμή (ο Θεός) συγκροτεί τον χωροχρόνο, με σαφώς ωρισμένο τρόπο, από τους νόμους των πιθανοτήτων”. Εμείς, όμως,δενβιώνουμε τις ενέργειες του Θεού ως “νόμους των πιθανοτήτων”, όπως λέτε. Όμως, ο Θεός, ασφαλώς καιδενσυγκρατεί το Σύμπαν, ανά πάσα στιγμή, μέσα από αυτήν την κτιστή διαδικασία. Βεβαίως, οι φυσικοί νόμοι όντως ενεργούν ανά πάσα στιγμή. Αλλά, ο Θεόςδενσυγκρατεί την κτίση μέσω αυτών των κτιστών ενεργειών, η φυσικών νόμων. Ο Θεός την συγκρατείαπ’ ευθείας και ακτίστως, κατά έναν τρόπο πουδενημπορούμε να γνωρίσωμε. Αυτό, το αντιλαμβάνεται κανείς όταν φθάση εις την θεωρία των όντων, που είναι το πρώτο σκαλί της θεωρίας. Άρα, δεν είναικαθόλουεμφανές το πόσο ταιριαστή είναι η Ορθόδοξη Θεολογία με την παρατήρηση της Επιστήμης, η, μάλλον, με την ερμηνεία των δεδομένων της.
 4. Στην αρχή της σελ. 4 της μελέτης σας, λέτε: “Τα δύο ανεξάρτητα επίπεδα, της Θεολογίας και της Επιστήμης, συνενώθηκαν λειτουργικά”. Αυτό, δεν νομίζω ότι είναι σωστό, άσχετα αν μερικοί σαν εσάς το δέχονται. Την αιτιολογία την αναφέρω παρακάτω, εις την απάντησή μου εις το πρώτο σας γράμμα.
 5. Εις το Κεφάλαιο της μελέτης σας με τίτλο “Δημιουργία των έμψυχων όντων”, αναφέρεσθε εις την ‘κατασκευή’ του ανθρώπου, λέγοντας ότι “η καταβολή του βρίσκεται εις το σύνολο των καταβολών”, και συμπεραίνετε ότι “η αρχική του ύπαρξη δεν είναι η ιστορική του Αδάμ και της Εύας, αλλά αγενής και σπερματική”. Αλλού λέτε, ότι αυτή η σπερματική καταβολή του ανθρώπου έγινε “συλλήβδην εν ακαρεί”, βασιζόμενος εις τα λεγόμενα του αγ. Γρηγορίου Νύσσης, ο οποίος λέει ότι “πάντων των όντων τας αφορμάς και τας αιτίας και τας δυνάμεις συλλήβδην εν ακαρεί ο Θεός κατεβάλετο”. Όμως, με αυτούς τους λόγους, ο Άγιος, νομίζω, αναφέρεται εις όλα τα άλλα όντα εκτός από τον άνθρωπο, για την δημιουργία του οποίου ο Θεός επέλεξε ξεχωριστή διαδικασία.
Το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν είναι ίδιον μόνον του ανθρώπου. Επειδή ίσως αυτό δεν το επροσέξατε, γι’ αυτό επίσης ισχυρίζεσθε ότι “ακριβώς σε τούτη την σπερματική καταβολή ενυπάρχει, με την θεία πρόγνωση και δύναμη, το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν”.Κανείς Πατέρας της Εκκλησίας δεν ισχυρίζεται ότι το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν ενυπάρχει εις την σπερματική καταβολή των όντων. Διότι, διαφορετικά, όλα τα άλογα έμψυχα όντα θα είχαν την δυνατότητα της θεώσεως.
 6. Σχετικά με τα λεγόμενά σας εις το Κεφάλαιο της μελέτης σας με τίτλο “Γένεση του ανθρώπου”, αναφέρομαι κατωτέρω, εις τα σχόλιά μου εις το πρώτο σας γράμμα.
 7. Εις το άρθρο του Anton Zeilinger “The message of the Quantum” (NATURE, Vol. 438, issue No 7069, 8-12-2005, page 743) αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Η ανακάλυψις ότι τα μεμονωμένα γεγονότα στο σύμπαν είναι τελείωςτυχαία είναι πιθανώς από τα πιο σημαντικά ευρήματα του 20ού αιώνος”. Στον μακρόκοσμο, συμβαίνει, ένα τυχαίο γεγονός να μπορή να είναι υποκειμενικά τυχαίο, επειδή αγνοούνται κάποιοι παράγοντες που επηρεάζουν αυτό το γεγονός, ενώ το γεγονός καθ’ εαυτό να μην είναι αντικειμενικά τυχαίο. Στον μικρόκοσμο, εν αντιθέσει, όλα τα γεγονότα, όπως π.χ. η διάσπασις ενός ραδιοϊσοτόπου, είναι τελείως τυχαία, αντικειμενικά τυχαία. Επίσης, τα μεμονωμένα γεγονότα, στον χώρο της κβαντοφυσικής, είναιαναίτια. “Εφ’ όσον,όμως, τα μεμονωμένα γεγονότα στο σύμπαν μπορεί να έχουν μακροσκοπικέςσυνέπειες, όπως π.χ. μία ειδική μετάλλαξη στον γενετικό μας κώδικα, το σύμπανείναι θεμελιωδώςαπρόβλεπτο, μη υπακούον στην αιτιοκρατία”….Στον μικρόκοσμο,“οι πληροφορίες που ενέχει ένα κβαντικό σύστημα είναι ανάλογες μετο μέγεθός του. Έτσι, η στατιστική πιθανότης να συμβή ένα μεμονωμένο γεγονόςεξαρτάται άμεσα από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για ναπροκαθορίσουν τα εξαγώγιμα αποτελέσματα όλων των δυνατών μετρήσεων”….
Ο πειραματιστής, επιλέγοντας την πειραματική του διάταξη η συσκευή, μπορεί, εκ των προτέρων, να προκαθορίση το αποτέλεσμα του πειράματός του, δηλ. την αλήθεια του συμπεράσματός του, από μία σειρά πιθανών αληθειών. Αλλά, και τότε, η συγκεκριμένη μετρηθείσα τιμή της μετρηθείσας παραμέτρου παραμένειαντικειμενικάτυχαία λόγω του πεπερασμένου των πληροφοριών που έχει στην διάθεσή του… Αυτή η στατιστική πιθανότης ενός μεμονωμένου γεγονότος στον μικρόκοσμο είναι η ισχυρότερη ένδειξις για μια πραγματικότητα που υπάρχει ‘κάπου εκεί’,ανεξάρτητηαπό μας”.
Κατόπιν αυτών, διερωτώμαι, όσα αναφέρετε εις την μελέτη σας για τον μικρόκοσμο και το σύμπαν είναι, άραγε, συμβατά με όσα αναφέρονται παραπάνω, και, αν όχι, γιατί; Βεβαίως, η Επιστήμη δεν είναι σε θέση να γνωρίζη, ότι, ενώ τα γεγονότα στον μικρόκοσμο φαίνονται αναίτια και αντικειμενικά τυχαία, πάνω απ όλα και σε όλα ενεργεί η άκτιστος συντηρητική ενέργεια του Θεού, εφ όσον, όπως εμείς πιστεύομε και γνωρίζομε, τίποτε δεν συμβαίνει εις την κτίση χωρίς να το επιτρέπη ο Θεός.
 Γ. Όσον αφορά, τώρα, εις το πρώτο γράμμα σας με ημερομηνία 5/1/2007, έχω να παρατηρήσω τα εξής:
 1. Λέτε, ότι οι ερωτήσεις κάποιων μαθητών του Λυκείου σάς ώθησαν να ερευνήσετε το θέμα της Εξέλιξης σε βάθος καθώς και να ανιχνεύσετε τις θέσεις των Πατέρων της Εκκλησίας εις το θέμα αυτό. Λέτε, επίσης, ότι οι Πατέρες σας έδωσαν τις πειστικές απαντήσεις που αναζητούσατε και ότι ξεκαθαρίζουν πλήρως τα της Δημιουργίας του κόσμου και τα της κατασκευής του ανθρώπου.
Εις την συνέχεια, με αφορμή αυτήν την έρευνά σας, συντάξατε μία μελέτη με την βοήθεια του Αγιορείτου πνευματικού σας, του οποίου το όνομα θα με ενδιέφερε να μάθω, αν αυτό σάς επιτρέπεται, και από την έρευνά σας αυτή διαπιστώσατε, σε γενικές γραμμές, ότι οι θέσεις των Πατέρων της Εκκλησίας παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες με εκείνες των συγχρόνων εξελικτικών. Σε παρόμοιο συμπέρασμα με το ιδικό σας έχει καταλήξει και ο καθηγητήςΝίκος Ματσούκας, ο οποίος παρουσιάζει το συμπέρασμά του αυτό εις το βιβλίο του με τίτλο “Επιστήμη, φιλοσοφία και θεολογία στην Εξαήμερο του Μεγ. Βασιλείου” (σειρά ‘Φιλοσοφική και Θεολογική Βιβλιοθήκη’, 10, εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσ/κη, 1990), το οποίο και εχρησιμοποιήσατε εσείς ως βοήθημα για την σύνταξη της μελέτης σας. Σαν απάντηση σ’ αυτά, έχω να εκφράσω κάποιες αντιρρήσεις, βασιζόμενος σε δύο εκκλησιαστικούς άνδρες. Ο ένας είναι ο π. Σεραφείμ Ρόουζ. Εις το βιβλίο με τίτλο “Π. Σεραφείμ Ρόουζ - Η ζωή και τα έργα του”, τόμος Β´, 2006, το οποίο εκυκλοφόρησε εις τα Ελληνικά από τις εκδόσεις ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ, και ειδικώτερα εις το Κεφάλαιο 64, σελ. 264-265, αναφέρονται τα ακόλουθα:
“….Στο μεταξύ, (ο π. Σεραφείμ) έκανε την σε βάθος μελέτη του, τόσο για την επιστημονική θεωρία της εξέλιξης όσο και για την διδασκαλία των αγίων πατέρων σχετικώς με την δημιουργία, τον πρωτοδημιουργηθέντα κόσμο και τον πρωτόπλαστο άνθρωπο. Ανακάλυψε ότι οι αρχαίοι πατέρες, αν και δεν αντέκρουσαν την θεωρία της εξέλιξης αυτήν καθ’ εαυτήν (δεδομένου ότι δεν ήταν επινοημένη μέχρι τα πρόσφατα χρόνια), προσέφεραν οριστική διάψευση των κύριων αρχών της. Μίλησαν επί μακρόν για την διάκριση μεταξύ των “ειδών” των οργανισμών, και κατά την διάρκεια της δημιουργίας τους, και κατόπιν, και ήταν σαφώς ενάντιοι σε οποιαδήποτε φιλοσοφία συνέχεε αυτήν την διάκριση. Η διδασκαλία τους επέτρεπε την ποικιλία μέσα σε κάθε είδος, αλλά αντιτάχθηκε σθεναρά στην ιδέα ότι ένα είδος μπορούσε να μετασχηματιστεί σε άλλο“.
Διερωτώμαι, λοιπόν, πως συνέβη, εσείς, ο κ. Ματσούκας, καθώς, δυστυχώς, και άλλοι τινές Ορθόδοξοι επίσκοποι και εφθάσατε εις ένα ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα;
Οδεύτερος εκκλησιαστικός άνδρας, είναι ο άγιοςΓρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος, εις τον καταπληκτικό και πάντα επίκαιρο πρώτο Λόγο του της Α´ Τριάδος της σειράς των Λόγων του “Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων” 1, καταδεικνύει πειστικώτατα, εμμέσως πλήν σαφώς, γιατί οι Πατέρες δεν συμφωνούν, καιδεν μπορούν να συμφωνούν, εις τα θέματα αυτά, όχι με τις ανακαλύψεις της επιστήμης, αλλά μετην ερμηνείαπου δίδουν εις αυτές οι εξελικτικοί, δηλ. με την θεωρία της Εξελίξεως. Ακολούθως, παραθέτω μερικά αποσπάσματα από τον Λόγον αυτόν (ο αριθμός των σελίδων αναφέρεται εις την προηγούμενη παραπομπή):
Σελ. 5:“Χωρίς καθαρότητα, ακόμη και αν μάθης την φυσικήν φιλοσοφίαν από του Αδάμ μέχρι της συντελείας, θα είσαι όχι ολιγώτερον μωρός, παρά σοφός, αν όχι και περισσότερον”.
Σελ. 67: “Τώρα, ……μερικοί, περιφρονήσαντες ως ανάξιον λόγου το προκείμενον εις τους Χριστιανούς τέλος, δηλαδή τα υπεσχημένα εις ημάς δια τον μέλλοντα αιώνα άρρητα αγαθά, και μεταλλάξαντες την επιστήμην εις γνώσιν, την εισάγουν εις την Εκκλησίαν των φιλοσοφούντων κατά Χριστόν”.
Σελ. 83: “Ούτως, η από την έξω παιδείαν γνώσις, όχι μόνον είναι άλλη, αλλά και διάκειταιεναντίωςπρος την αληθινήν και πνευματικήν γνώσιν, αν και μερικοί, και οι ίδιοι, όπως φαίνεται πεπεισμένοι από αυτήν και τους ακροατάς των επιχειρούντες να πείσουν, συζητούν ωσάν να πρόκειται δια μίαν και την αυτήν, χαρακτηρίζοντες αυτήν ως τέλος της θεωρίας”.
Σελ. 87: “Και, αν κανείς από τους πατέρας λέγη τα ίδια με τους έξω σοφούς, τούτο γίνεταιμόνον εις τας λέξεις, εις τα νοήματα όμως υπάρχει πολλή απόστασις”.
Σελ. 93: “Ούτω, λοιπόν, και εκείνη η σοφία, αντιταχθείσα εις την σοφίαν του Θεού, έγινε μωρία. Εάν δε αυτή η σοφία ήτο διορατική και εξαγγελτική της σοφίας του Θεού εις τα κτίσματα, ως φανέρωσις του αφανούς, όργανον της αληθείας αφανιστικόν της αγνοίας, κατά μέθεξιν όμοιον με το εξαγγελλόμενον, πως θα εμωραίνετο, και μάλιστα, από εκείνον ο οποίος ενέβαλεν εις την κτίσιν αυτήν την σοφίαν; …. Πως δε δεν θα εμάχετο σαφώς εναντίον εαυτού ο υποστάτης της ειρήνης, τόσον της γενικής, όσον και της ατομικής, όταν δια μεν της εμφυτευθείσης εις τον κόσμον σοφίας δίδει σοφίαν, δια δε της προσωπικής του παρουσίας μωραίνη και την διδομένην σοφίαν και τους λαβόντας αυτήν;
… Βλέπεις υπερβολικήν συμφωνίαν του Νόμου και της χάριτος; …. Δεν συμβαίνει το ίδιον όμως με την σοφίαν των Ελλήνων. Αυτή, έχουσα υποκρυπτομένην την σοφίαν εις κομψότητα και ευφράδειαν και πειστικότητα λόγων, όταν φανερωθή το αίσχος, γίνεται αισχροτέρα και επώνυμος της μωρίας δικαίως, όχι της υπεροχικής μωρίας ωσάν να είναι υπέρ έννοιαν (τούτο είναι απόρρητος επωνυμία της σοφίας του Θεού), αλλά της γνώσεως η οποία χαρακτηρίζεται από έλλειψιν αληθείας, καθ’ όσον άλλωστε υστέρησε του καταλλήλου στόχου δια της κατά άνθρωπον σοφίας, δεν υστέρησε δε μόνον, αλλά απεπλανήθη εις το ακριβώς αντίθετον, και το μεν ψεύδος αποδέχεται ως αλήθειαν, την δε αλήθειαν αποπειράται να μεταστρέψη εις ψεύδος και διήγειρε την κτίσιν κατά του κτίσαντος”.
Σελ. 101: “(Ο Παύλος) δεν εκάλεσεν ‘Θεού σοφίαν’ εκείνην την εντεθειμένην εις τους άσοφους εκείνους σοφούς, άπαγε, αλλά την εμφυτευμένην υπό του κτίστου εις τα κτίσματα, δια της οποίας ο γνωρίζων ότι αυτή είναι αγγελιαφόρος του Θεού επιγινώσκει τον Θεόν, τον αγγελλόμενον δι’ αυτής, και έχει αληθή γνώσιν των όντων και, κατ’ άλλον τρόπον, σοφίαν Θεού, αφού έγινεν επιγνώστης της σοφίας του Θεού. «Διότι, λέγει, ο μέγας Διονύσιος, οι αληθινοί φιλόσοφοι δια της γνώσεως των όντων πρέπει να ανάγωνται εις τον αίτιον των όντων»”.
Σελ. 105: “Δια τούτο, οι επιδιδόμενοι εις την ανόητον και μωράν εκείνην σοφίαν και απαίδευτον παιδείανψευδολογούν κατά του Θεού και της φύσεως, αφού την μεν φύσιν ανύψωσαν εις εξουσίαν, τον δε Θεόν, κατά την δύναμίν των, κατεβίβασαν από την εξουσίαν…”.
Σελ. 111: “Εις την περίπτωσιν της θύραθεν σοφίας… πρώτον πρέπει ν’ αποκτείνης τον όφιν, καθαιρών τον υπ’ αυτής προκληθέντα εις εσέ τύφον….. όταν δε τον καθαιρέσης πρέπει έπειτα να διασπάσης και να συντρίψης την κεφαλήν και την ουράν, ως άκρα και ακράτητα κακά, δηλαδή την περί των νοερών και θείων και αρχών σαφώς πεπλανημένην δοξασίαν καιτην εις τα κτίσματα μυθυλογίαν. Το δε ενδιάμεσον σώμα, δηλαδή τους περί φύσεως λόγους …….. πρέπει να εκκαθαρίζης από ταβλαβερά νοήματαμε το εξεταστικόν και θεωρητικόν της ψυχής”.
Με βάση, λοιπόν, τα λεγόμενα αυτά των ως άνω δύο εκκλησιαστικών ανδρών, δεν νομίζω ότι ευσταθεί το συμπέρασμα εις το οποίο κατελήξατε, ότι δηλ.“οι Πατέρες της Εκκλησίας συμφωνούν με τα συμπεράσματα της Επιστήμης”, αποδίδοντες εις αυτούς την βλάσφημον κατηγορίαν ότι ταυτίζονται κατά πνεύμα με το πνεύμα και τα συμπεράσματα των εξελικτικών και δη με την θεωρία τους, της Εξελίξεως. Όπως δε γνωρίζετε, οι εφευρέσεις ή οι ανακαλύψεις της Επιστήμης δεν ερμηνεύονται κατά τον ίδιον τρόπον από όλους τους επιστήμονες. Κατά την ερμηνείαν την οποίαν δίδουν εις τα επιστημονικά δεδομένα, ανάλογα είναι και τα συμπεράσματά των.Είναι δε γνωστή η χρόνια προσπάθεια των εξελικτικών να διαστρέψουν τα επιστημονικά δεδομένακαι να τα ερμηνεύσουν σύμφωνα με την ιδεολογία τους, εκείνην του επιστημονικού υλισμού. Ατυχώς, λοιπόν, τα συμπεράσματα της Επιστήμης δεν είναι εκείνα των εξελικτικών, αν και ευρέως παρουσιάζωνται ως εκείνων. Και λέω ‘ατυχώς’, διότι ασφαλώς θα γνωρίζετε ότι δεν συμφωνούν όλοι οι επιστήμονες με την Εξέλιξη, η δεν την αποδέχονται, αν και προβάλλεται ως γενικώς αποδεκτή από τα ΜΜΕ.
Υπάρχουν σοβαροί και καταξιωμένοι επιστήμονες, οι οποίοι έχουν ουσιαστικές αντιρρήσεις ως προς την ορθότητα της θεωρίας της Εξελίξεως, τουλάχιστον για έναν σοβαρό λόγο, ότι επιστημονικάδενημπορεί να αποδειχθή. Δεν γνωρίζω, αν έχετε υπ’ όψιν σας τα βιβλία του κ.Αποστόλου Φράγκου. Ο κ. Απόστολος Φράγκου, από τον ιδικόν μας χώρον, έχει συγγράψει σειρά βιβλίων, εις τα οποία παραθέτει σοβαρά επιστημονικά επιχειρήματα και τεκμήρια εναντίον της θεωρίας της Εξελίξεως, παραμένων μόνον εις τον καθαρά επιστημονικόν χώρον 2. Ένα από αυτά έχει τον τίτλο “Η Συνομωσία της Σιωπής”. Εις αυτό, αλλά και εις τα άλλα, επιχειρηματολογεί εναντίον της Εξελίξεως. Ίσως, είναι σκόπιμο να τα μελετήσετε, αν δεν το έχετε ήδη κάνει. Βέβαια, εις την εποχή του, πριν δηλ. 20 χρόνια, δεν είχαμε τις σημερινές εξελίξεις στην Γενωμική (Genomics), οπότε τα επιχειρήματά του καταφέρονται μόνον εναντίον της ερμηνείας των δεδομένων της Βιολογίας, Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας.
Σκοπός μου, εδώ, δεν είναι να αναφερθώ εις την θεωρίαν της Εξελίξεως καθ εαυτήν. Επειδή, όμως, έκαμα αναφοράν, θα ήθελα να προσθέσω ότι το κύριο επιχείρημα της θεωρίας αυτής είναι η ανυπαρξία Θεού Δημιουργού, κάτι το οποίο είναι τελείως αναληθές. Και είναι αναληθές, διότι η ύπαρξις Τριαδικού Θεού Δημιουργού αποκαλύπτεται εις τους θεωμένους Αγίους κατά την εμπειρία της θεώσεως, μαρτυρία η οποία επαναλαμβάνεται διαχρονικά μέσα εις την Εκκλησία, μέχρι των ημερών μας. Η ύπαρξις Θεού Δημιουργού δεν ημπορεί να αποδειχθή επιστημονικά, διότι ο Θεός είναι μη ανιχνεύσιμος από την Επιστήμη, ως άκτιστος. Αποκαλύπτεται μόνον εις όσους Εκείνος θέλει, ζητά δε από εμάς τους υπολοίπους πίστη, δηλ. να πιστεύωμε εις την μαρτυρίαν της Εκκλησίας περί της υπάρξεως και ενεργείας Του.
2.Λέτε, ότι η Κβαντική Φυσική, σε χρόνους πολύ κοντά εις την Μεγάλη Έκρηξη, παραδέχεται ότι πρέπει να υπάρχη μία ώσμωση μεταξύ της Φυσικής και της Μεταφυσικής. Εις την συνέχεια, μιλάτε για κβαντικό κενό, το οποίο υπακούει εις τον νόμο των πιθανοτήτων, που για σάς σημαίνει η υπονοεί έναν Δημιουργό των φυσικών νόμων. Δηλ., η Κβαντική Φυσική φθάνει να υπονοεί την ύπαρξη ενός ανωτάτου νοήμονος όντος. Πως, όμως, συμβαίνει ο Carl Sagan, όταν παρουσιάζη την σειρά COSMOS, να μην αναφέρεται καθόλου ούτε να θίγη αυτά που λέτε; Αν δε αυτά συμβαίνουν εις την Κβαντική Φυσική, αυτό ασφαλώς καιδενσημαίνει ότι αυτή παραδέχεται το άκτιστο. Η παραδοχή του ακτίστου είναι θέμα εμπειρίας και πίστεως και όχι επιστημονικού συμπεράσματος η επιστημονικής θεωρήσεως. Πουθενά δεν αναφέρεται, εις τον χώρο της Φυσικής, κάποιος Θεός Δημιουργός. Εις την συνέχεια, αποδίδετε ελεύθερη βούληση εις τα κβαντικά σωματίδια, επειδή π.χ. τα φωτόνια ανακλώνται η διέρχονται από ένα παράθυρο…. κατά την βούλησή τους! Αν ένα ζώο που πεινάει δεν έχη ελεύθερη βούληση, πως ημπορεί να έχη ένα σωματίδιο; Το ότι επηρεάζεται το πειραματικό αποτέλεσμα από την ύπαρξη παρατηρητού δεν σημαίνει ότι υφίσταται ελεύθερη βούληση εις το παρατηρούμενο.
3.Εις την σελ. 2 του πρώτου γράμματός σας, λέτε ότι τον κύριο λόγο ως προς το πως δημιουργήθηκε ο κόσμος τον έχει η Επιστήμη και αυτήν ακολουθεί η Θεολογία. Αυτό, είναι ασφαλώς εσφαλμένο.Τον κύριο λόγο τον έχει η Αποκάλυψις, η δε Επιστήμη ακολουθεί.Η Επιστήμη, όμως, επειδή δεν κάμει ορθή ερμηνεία των δεδομένων της έχει εκπέσει σε μωρά σοφία. Εις αυτό, θα σάς πείση ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, αν μελετήσετε προσεκτικά τον ως άνω αναφερθέντα Λόγο του. Αυτό που λέω, δεν σημαίνει ότι απορρίπτομε τις επιστημονικές ανακαλύψεις. Όχι. Τις δεχόμεθα, αλλά δεν δεχόμεθα την διδομένη από τους εξελικτικούς επιστήμονες ερμηνεία τους. Και, τούτο, επειδή αυτή δεν οδηγεί εις τον Κτίστην. Το ότι οι Προφήτες και οι Πατέρες εδέχοντο τις επιστημονικές θεωρίες της εποχής τους δεν σημαίνει ότι έβαζαν πρώτα την Επιστήμη και μετά την Αποκάλυψη.Η Γένεσις είναι κείμενο θεόπνευστο, όχι όμως επιστημονικό, επειδή ο Θεός, αποκαλυπτόμενος, επιδιώκει να οδηγή τον άνθρωπο εις τον Εαυτόν του και όχι εις την κτίσιν.Όταν ο Χριστός απεκαλύφθη εις τον Γέροντα Παΐσιον, ο οποίος είχε επηρεασθή από τα λεγόμενα της θεωρίας της Εξελίξεως, δεν του ωμίλησε για την Εξέλιξη, αλλά μόνον περί του Εαυτού του, στερεώνοντας την πίστιν του. Εάν ο άνθρωπος γνωρίση όλην την αλήθειαν περί των κτισμάτων, χωρίς όμως να οδηγηθή δι αυτής εις τον αληθή Δημιουργόν, η, εάν απορρίψη τον αληθή Δημιουργόν, εποίησεν ουδέν.
4.Εις την συνέχεια, λέτε πάλι κάτι, κατά την γνώμη μου, εσφαλμένο, ότι η Πατερική Θεολογία ακολούθησε την αρχή της μη δημιουργίας, εξ αρχής, των όντων με την τωρινή τους μορφή, αλλά εδέχθηκε ότι αυτά προήλθαν από σπερματικές καταβολές που έβαλε ο Δημιουργός. Η Πατερική Θεολογία ουδέποτε παρεξέκκλινε από την περιγραφή της Γενέσεως, ούτε και ωμίλησε για σπερματικές καταβολές με την έννοια που εννοείτε. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι σαφής και κατηγορηματικός εις το θέμα αυτό. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ημπορεί να εδέχοντο τα εσφαλμένα επιστημονικά δεδομένα της εποχής των, ως ήσσονος σημασίας για την σωτηρία, αλλά ποτέ δεν υπεχώρησαν εις την πίστη. Αντιθέτως, κάποιοι σημερινοί Ορθόδοξοι θεολόγοι, ακόμη και επίσκοποι, δεχόμενοι την Εξέλιξη, αναγκαστικά εκκλίνουν από την πίστη, επειδή η Αποκάλυψις με την Εξέλιξηδενπαντρεύονται.
5.Παρακάτω, μιλάτε – αυθαίρετα, νομίζω - για σπερματική καταβολή του ανθρώπου “συλλήβδην εν ακαρεί” καισυνεχίζετε κάνοντας διάκριση μεταξύ ενός ‘βιολογικού’ Αδάμ και ενός ‘θεολογικού’ Αδάμ, ξεχνώντας ασφαλώς να αναφέρετε και τον ‘επιστημονικό’ Αδάμ, για τον οποίο μιλάει ο γενετιστής Spencer Wells εις την σειρά με τίτλο “DNA and History” της National Geographic Society.Οι Πατέρες της Εκκλησίας ουδέποτε έκαμαν διάκριση μεταξύ βιολογικού και θεολογικού Αδάμ, ούτε ποτέ ωμίλησαν για την ύπαρξη κάποιου ‘βιολογικού ανθρώπου, ή ανθρωποειδούς, όπως λέτε, ηλικίας κάποιων εκατομμυρίων ετών.
Εις την συνέχεια, λέτε, ότι ο βιολογικός άνθρωπος εδημιουργήθηκε από τα στοιχεία της φύσης, υπονοώντας ασφαλώς από έναν πίθηκο, και ότι είχε σώμα και ψυχή, καθώς και ότιο Αδάμ της Βίβλου ήταν ο πρώτος βιολογικός άνθρωπος που κατέστη θεολογικός άνθρωπος, λόγω του εμφυσήματος. Λέτε, επίσης:“Με την πτώση, ο Αδάμ έχασε την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και από θεολογικό και βιολογικό ον κατέστη πάλι μόνο βιολογικό ον”. Όπως γνωρίζετε, ο άνθρωπος, εν αντιθέσει προς τα ζώα και προς τον πίθηκον, είχε, απ αρχής, κατά Χάριν αθάνατη υποστατική ψυχή.Κανέναζώον, ούτε είχε, ούτε έχει τοιαύτην. Οπότε, έχω για σάς τις παρακάτω ερωτήσεις:
Ερώτησις 1η:Πότε ο Αδάμ της Βίβλου απέκτησε αθάνατη υποστατική ψυχή; Πριν το εμφύσημα, όταν ήταν δηλ. βιολογικός άνθρωπος, κατά το εμφύσημα, η μετά το εμφύσημα, το οποίο, όπως λέτε, απλά τον κατέστησε πεφωτισμένο από το Άγιο Πνεύμα, αλλά δεν ήταν ταυτόσημο με την ψυχή;
Ερώτησις 2η:Αν ο Αδάμ δεν είχε αθάνατη υποστατική ψυχή, όταν ήταν μόνο βιολογικός άνθρωπος, αφού ήταν ανθρωποειδές, και, αν το εμφύσημα δεν του εχάρισε μία τέτοια ψυχή, πως συνέβη και είχε, μετά την πτώση, υποστατική ψυχή;
Ερώτησις 3η:Αυτός ο Αδάμ ήταν σε κατάσταση πτώσεως, δηλ. φθοράς, προ του εμφυσήματος, η όχι; Και, αν ναι, μετεπήδησε σε κατάσταση αφθαρσίας μετά το εμφύσημα, και μετά, μετά την παρακοή, πάλι επανήλθε σε κατάσταση πτώσεως;
Αλήθεια, τι απ’ όλα αυτά αναφέρουν οι Πατέρες και τι όχι; Και, πως μπορείτε, μετά από όλα αυτά τα αυθαίρετα που λέτε, να καταλήγετε εις το συμπέρασμα, ότι: “Τελικά, διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει καμμία αντίφαση μεταξύ Ορθόδοξης Θεολογίας και Επιστήμης”!(;)
Εάν, όντες μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, επιμένωμε και υποστηρίζωμε πράγματα τα οποία δεν συμφωνούν με τις θέσεις των Διδασκάλων Της, τότε ασφαλώς έχομε περιπέσει σε αίρεση.Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αναφέρει τα εξής, σχετικά με την κατασκευήν του ανθρώπου (βλέπε ομιλίες ΙΒ´ και ΙΓ´ εις την Γένεσιν):
Α. Υπογραμμίζει την εις την Αγίαν Γραφήν μεταξύ ζώων και ανθρώπων διαφοράν, ήδη από την δημιουργίαν του σώματος. Αναφερόμενος εις το «χουν», τονίζει και επιμένει εις τηνκατά γράμμαερμηνείαν του χωρίου καιόχιεις την μεταφορικήν. Επικρίνει, μάλιστα, επί απιστία και ορθολογισμώ, τον δυσκολευόμενον να δεχθή την κατά γράμμα ερμηνείαν εις το σημείον αυτό.
Β. Ερωτά: «Τι ην ο πλασθείς…. προ του εμφυσήματος του Δεσπότου;» Και δηλώνει, απεριφράστως: «Απλώςεικών άψυχοςκαιανενέργητοςκαιεις ουδένχρήσιμος». Και διδάσκει, ότι τοεμφύσημαδημιουργεί την ψυχήν εις το άψυχο και ανενέργητο σώμα. Εις την συνέχεια, ο ιερός Πατήρ, φέρει, προς επίρρωσιν των λεχθέντων, ως παράδειγμα, την κατάστασιν του σώματος μετά την αναχώρησιν της ψυχής (δηλ. του νεκρού).
Γενικώς, κατά την διδασκαλίαν των αγίων Πατέρων, κατ ακρίβειαν,η ψυχή δημιουργείται μετά το σώμα.Μάλιστα, ο ιερός Χρυσόστομος, απαντώντας εις τυχούσαν ένστασιν, ότι δηλ. «τίνος ένεκεν, ει τιμιώτερον η ψυχή του σώματος, το έλαττον πρώτον δημιουργείται καιτότετο μείζον και υπερέχον;», επεξηγεί ότι: «Ώσπερ γαρ ουρανός και γη και ήλιος…. και τα ζώα τα άλογα, και μετά ταύτα άπαντα ο άνθρωπος (δημιουργείται), ο τούτων απάντων την αρχήν μέλλων εγχειρίζεσθαι, τον αυτόν δη τρόπον και εν αυτή τη διαπλάσει του ανθρώπου πρότερον το σώμα παράγεται, και τότε η ψυχή η τιμιωτέρα…». Βεβαίως, θα πρέπη να λεχθή, ότι τα γεγονότα, κατά την σύλληψιν του ανθρώπου, είναισυνεχόμενα, χωρίς να μεσολαβή ενδιαμέσως χρονικόν διάστημα.
Γ. Σαφέστατα επισημαίνει, ο ιερός Πατήρ, ότι η ψυχή εις τον άνθρωπον – εν αντιθέσει προς τα ζώα -είναι ευθύς εξ αρχής υποστατική: «Επ εκείνων (αλόγων) μεν γαρ φησιν: Εξαγαγέτω τα ύδατα ερπετά ψυχών ζωσών, και ομού ανεδίδοτο εκ των υδάτων ζώα έμψυχα· και επί της γης πάλιν ωσαύτως: Εξαγαγέτω η γη ψυχήν ζώσαν. Επί δε του ανθρώπου ουχ ούτως, αλλά πρότερον εκ του χοός το σώμα δημιουργείται, και μετά ταύτα η ζωτική δύναμις αυτώ δίδοται, όπερ εστίν η της ψυχήςουσία. Δια τούτο, και περί των αλόγων έλεγε Μωϋσής, ότι ῾το αίμα αυτού, η ψυχή αυτού εστίν’. Επί δε του ανθρώπου,ουσίατις εστιν ασώματος και αθάνατος…».

Αυτά, προς το παρόν, έχω να σάς πω κ. Κ. Ευχόμενος καλό καλοκαίρι, διατελώ
Μετά της εν Χριστώ αγάπης
Δαμασκηνός μοναχός


1 Βλέπε: Γρηγορίου του Παλαμά, “Λόγοι υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων”, Τόμος 2, Σειρά ΕΠΕ, 54, Πατερικαί Εκδόσεις “Γρηγόριος ο Παλαμάς”, Θεσσαλονίκη, 1982, σελ. 60-119.
2 Έκδοσις: Αδελφότης Ο ΣΤΑΥΡΟΣ, Ζωοδόχου Πηγής 44, Αθήνα, 1993.

ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ   www.egolpion.com
25  ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ  2011


Read more:http://www.egolpion.net/apanthsh_sumvatistes.el.aspx#ixzz2jY1KIok8

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΟΜΙΛΙΑ Α'- ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΗΣΤΗ

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΟΜΙΛΙΑ Α'- ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΗΣΤΗ


ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΟΜΙΛΙΑ  Α'
ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΗΣΤΗ
 και για τη δεύτερη παρουσία του Χριστού,
και για την αδιάκοπη προσευχή υπέρ των εχθρών μας.
Ι.ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΕΡΓΑ 36  ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ»
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ – ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ    www.egolpion.com

1.Σήμερα ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός βρίσκεται πάνω στο σταυρό και εμείς εορτάζουμε, για να μάθειςότι ο σταυρός είναι εορτή και πανήγυρη πνευματική.Γιατί προηγουμένως ο σταυρός ήταν η λέξη που σήμαινε καταδίκη, τώρα όμως έγινε αντικείμενο τιμής. Προηγουμένως ήταν σύμβολο καταδίκης, τώρα όμως είναι η προϋπόθεση της σωτηρίας μας. Γιατί αυτός ο σταυρός μας προξένησε άπειρα αγαθά, αυτός μας απάλλαξε από την πλάνη της ειδωλολατρίας, αυτός μας φώτισε ενώ ζού­σαμε μέσα στο σκοτάδι, αυτός μας συμφιλίωσε με το Θεό, ενώ είχαμε γίνει εχθροί του, αυτός μας έκανε φίλους του, ενώ είχα­με αποξενωθεί άπ' αυτόν, αυτός μας έφερε κοντά στο Θεό, ενώ ήμαστε μακριά του. Αυτός εξαφάνισε την έχθρα, αυτός εξα­σφάλισε την ειρήνη, αυτός έγινε για μας θησαυροφυλάκιο άπει­ρων αγαθών. Εξαιτίας του δεν περιπλανιόμαστε πια στις έρη­μους, γιατί γνωρίσαμε τον αληθινό δρόμο. Δε ζούμε πια έξω από τη βασιλεία των ουρανών, γιατί βρήκαμε την είσοδό της. Δε φοβόμαστε πια τα πυρωμένα βέλη τού διαβόλου, γιατί είδαμε την πηγή. Χάρη σ' αυτόν δε βρισκόμαστε πια σε χηρεία, γιατί αποκτήσαμε το γαμβρό. Δε φοβόμαστε το λύκο, γιατί έχουμε τον καλό ποιμένα. Γιατί λέγει ο Χριστός· «Εγώ είμαι ο ποιμέ­νας ο καλός»1. Χάρη σ' αυτόν δεν τρέμουμε τον τύραννο, γιατί είμαστε κοντά στο βασιλιά. Γι' αυτό εορτάζουμε και τιμούμε το σταυρό. Έτσι παράγγειλε και ο Παύλος να εορτάζουμε το σταυρό. Διότι λέγει· «Ας εορτάζουμε όχι με την παλιά ζύμη, αλλά με άζυμα ειλικρίνειας και αλήθειας»2. Έπειτα, αφού πρόσθεσε την αιτία, συνέχισε˙ «Γιατί το Πάσχα το δικό μας εί­ναι ο Χριστός, που θυσιάσθηκε για τη σωτηρία μας»3.
Βλέπεις γιατί παραγγέλλει να εορτάζουμε το σταυρό; Γιατί επάνω στο σταυρό θυσιάσθηκε ο Χριστός. Και όπου γίνεται θυ­σία, εκεί εξαφανίζονται τα αμαρτήματα, εκεί γίνεται συμφιλίω­ση με τον Κύριο, εκεί γίνεται εορτή και χαρά. «Το Πάσχα, το δικό μας είναι ο Χριστός, που θυσιάσθηκε για μας». Και πες μου, που θυσιάσθηκε; Πάνω σε σταυρό που στήθηκε ψηλά. Εί­ναι καινούριο το θυσιαστήριο αυτής της θυσίας, επειδή και η θυσία είναι καινούρια και αξιοθαύμαστη. Γιατίο ίδιος ήταν και θύμα και ιερέας. Θύμα, κατά το σώμα του, και Ιερέας, κατά την πνευματική του φύση. Ο ίδιος και πρόσφερε τη θυσία και προσφερόταν σωματικά. Άκουσε λοιπόν πως μας φανέρωσε ο Παύλος αυτά τα δύο. «Κάθε αρχιερέας», λέγει, «ξεχωρίζεται από τους ανθρώπους και γίνεται αρχιερέας για την ωφέλεια των ανθρώπων. Γι' αυτό λοιπόν ήταν ανάγκη να έχει και ο Χριστός κάτι που να το προσφέρει σαν θυσία. Και πρόσφερε αυτός τον εαυτό του»4. Και αλλού λέγει, ότι «Ο Χριστός που θυσιάσθηκε μια φορά για να βαστάξει πάνω του τις αμαρτίες των πολλών, θα φανεί σ' εκείνους που τον περιμένουν για να τους σώσει»5. Να, στη μία περίπτωση θυσιάσθηκε, ενώ στην άλλη θυσίασε τον εαυτό του. Είδες πως έγινε και θύμα και Ιερέας, και πωςο σταυρός ήταν θυσιαστήριο;
Και για ποιο λόγο, θα πει κάποιος, δεν έγινε η θυσία του μέσα στο ναό, αλλά έξω από την πόλη και τα τείχη;Για να πραγματοποιηθεί η προφητεία που έλεγε· «Τον λογάριασαν α­νάμεσα στους κακούργους»6.Και για ποιο λόγο, σφάζεται πά­νω σε σταυρό που στήθηκε ψηλά και όχι κάτω από στέγη;Για να καθαρίσει την ατμόσφαιρα, γι' αυτό θυσιάσθηκε ψηλά, χω­ρίς να υπάρχει από πάνω του στέγη, αλλά ο ουρανός. Καθαρι­ζόταν λοιπόν η ατμόσφαιρα, επειδή θυσιαζόταν ψηλά το πρό­βατο. Καθαριζόταν όμως και η γη, επειδή έσταζε πάνω της το αίμα από την πλευρά του. Γι' αυτό δε θυσιάσθηκε κάτω από στέγη, γι' αυτό δε θυσιάσθηκε στο ναό των Ιουδαίων, για να μη νομίσεις ότι προσφέρεται αυτή για χάρη μόνο τού ιουδαϊκού έθνους. Γι' αυτό θυσιάσθηκε έξω από την πόλη και τα τείχη, για να μάθεις ότι η θυσία έγινε για όλους τους ανθρώπους, ότι η προσφορά έγινε για όλη τη γη, για να μάθεις ότι ο καθαρμός εί­ναι γενικός και όχι μερικός, όπως γινόταν στους Ιουδαίους.
Γι' αυτό παράγγειλε ο Θεός στους Ιουδαίους ν' αφήσουν όλη τη γη και σ' ένα τόπο να προσφέρουν τις θυσίες τους και να προσεύχονται,επειδή όλη η γη ήταν ακάθαρτη, επειδή υπήρ­χαν πάνω της καπνός και μυρωδιά ψημένων κρεάτων και όλες οι άλλες ακαθαρσίες από τις ειδωλολατρικές θυσίες. Για μας όμως, από τότε που ήρθε ο Χριστός και καθάρισε όλη την οι­κουμένη, όλος ο τόπος έγινε τόπος προσευχής. Γι' αυτό και ο Παύλος με πεποίθηση συμβούλευε να προσευχόμαστε χωρίς φόβο παντού, λέγοντας τα εξής· «Θέλω να προσεύχονται οι άν­δρες σε κάθε τόπο και να σηκώνουν προς τον ουρανό καθαρά χέρια»7. Είδες πως καθαρίσθηκε η οικουμένη; Από τον τόπο της θυσίας του λοιπόν μπορούμε παντού να υψώνουμε προς τον ουρανό χέρια καθαρά, γιατίόλη η γη αγιάσθηκε και έγινε αγιό­τερη από τα άγια των αγίων. Γιατί εκεί θυσιάσθηκε πρόβατο που δεν είχε λογικό, εδώ όμως πρόβατο πνευματικό. Και όσο πιο μεγάλη είναι η θυσία, τόσο πιο πολύς είναι και ο αγιασμός.Γι' αυτό εορτάζουμε το σταυρό.
2.Θέλεις να μάθεις και άλλο κατόρθωμα τού σταυρού; Τον παράδεισο μας άνοιξε σήμερα, που ήταν κλεισμένος περισσό­τερο απόπέντε χιλιάδες χρόνια8. Γιατί αυτή την ημέρα, αυτή την ώρα έβαλε μέσα στον παράδεισο το ληστή ο Θεός και έκα­με δύο κατορθώματα· το πρώτο, ότι άνοιξε τον παράδεισο, και το δεύτερο, ότι έβαλε μέσα το ληστή. Σήμερα μας έδωσε πάλι την παλιά πατρίδα μας, σήμερα μας έφερε πάλι στην πόλη των προγόνων μας και χάρισε κατοικία σ' όλο το ανθρώπινο γένος. Γιατί είπε ο Χριστός· «Σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδει­σο»9. Τι λέγεις; Σταυρώθηκες και καρφώθηκες και υπόσχεσαι παράδεισο; Ναι, λέγει, για να μάθεις καλά τη δύναμή μου που έχω επάνω στο σταυρό. Επειδή δηλαδή το γεγονός ήταν λυπηρό, για να μη προσέξεις στη σταύρωση, αλλά για να μάθεις τη δύναμη του σταυρωμένου, επάνω στο σταυρό κάνει αυτό το θαύμα, που δείχνει ιδιαίτερα τη δύναμη του. Γιατί όχι όταν ανέστησε νεκρό, ούτε όταν επιτίμησε τη θάλασσα και τους ανέμους, ούτε όταν απομάκρυνε τους δαίμονες, αλλά όταν τον σταύρωναν, όταν τον κάρφωναν, όταν τον ειρωνεύονταν, όταν τον κακολογούσαν κατόρθωσε ν' αλλάξει την πονηρή σκέψη του ληστή, για να δεις τη δύναμη του και από τις δύο πλευρές. Και ολόκληρη την κτίση δηλαδή συγκλόνισε, και τις πέτρες ράγισε, και την ψυχή του ληστή, που ήταν πιο αναίσθητη από την πέτρα, τη συγκίνησε και την τίμησε.
«Γιατί σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο», λέγει. Αν και τα Χερουβείμ φρουρούσαν τον παράδεισο, αυτός όμως ήταν κύριος και των Χερουβείμ. Εκεί περιφέρεται πύρινη ρομ­φαία, άλλ' αυτός έχει εξουσία πάνω στη φλόγα και την κόλαση και τη ζωή και το θάνατο. Αν και κανείς βασιλιάς δε θα μπο­ρούσε ποτέ ν' ανεχθεί κάποιο ληστή ή κάποιον άλλον άνθρωπο να καθίσει κοντά του και να τον φέρει έτσι μέσα σε κάποια πό­λη. Αλλά ο Χριστός το έκαμε αυτό και, καθώς μπαίνει μέσα στην ιερή πατρίδα, φέρει μαζί του το ληστή, όχι γιατί περιφρο­νούσε τον παράδεισο, όχι για να τον προσβάλει με την παρου­σία του ληστή, αλλά μάλλον για να τον τιμήσει. Γιατί αυτό ή­ταν τιμή για τον παράδεισο, να έχει δηλαδή τέτοιον κύριο, που έκαμε και το ληστή άξιο ν' απολαύσει τον παράδεισο.Και όταν έβαλε τελώνες και πόρνες στη βασιλεία των ουρανών, δεν το έκαμε γιατί ήθελε να την περιφρονήσει, αλλά περισσότερο την τιμούσε, αποδεικνύοντας ότι τέτοιος είναι ο Κύριος της βα­σιλείας των ουρανών, που κάνει και πόρνες και τελώνες τόσο εκλεκτούς, ώστε ν' αποδειχθούν άξιοι για την τιμή και την ευ­εργεσία αυτή.Όπως δηλαδή θαυμάζουμε πάρα πολύ έναν ια­τρό τότε, όταν τον δούμε να θεραπεύει και να επαναφέρει την υγεία σ' ανθρώπους που έπασχαν από ανίατες ασθένειες, έτσι είναι δίκαιο να θαυμάζουμε και το Χριστό, όταν θεραπεύει α­νίατα τραύματα, όταν ξαναδίνει σε τελώνη και πόρνη τόση υ­γεία, ώστε ν' αποδειχθούν άξιοι για τη βασιλεία των ουρανών.
Και τι το σπουδαίο έκαμε ο ληστής, θα πει κάποιος, για να κερ­δίσει τον παράδεισο μετά τη σταύρωση του;
Θέλεις να σου πω σύντομα το κατόρθωμα του; Όταν ο Πέτρος τον αρνήθηκε χωρίς να είναι στο σταυρό, τότε εκείνος τον πίστεψε καθώς ήταν επάνω στο σταυρό. Και δεν τα λέγω αυτά για να κατηγορήσω τον Πέτρο, μακριά μια τέτοια σκέψη, αλλά γιατί θέλω να δείξω τη μεγαλοψυχία του ληστή. Ο μαθη­τής δεν άντεξε την απειλή ενός ασήμαντου κοριτσιού, ο λη­στής όμως, αν και έβλεπε να στέκεται γύρω ολόκληρος λαός, που φώναζε, και έκανε σαν τρελλός, και βλασφημούσε και πε­ριγελούσε, δεν τα έδωσε σημασία αυτά, ούτε πρόσεξε τη φαινο­μενική αδυναμία εκείνου που σταυρωνόταν, αλλά, παραβλέ­ποντας με τα μάτια της πίστης όλα αυτά και ξεπερνώντας τα ασήμαντα εμπόδια, αναγνώρισε τον Κύριο των ουρανών και α­φού τον παρακάλεσε τού είπε-«Θυμήσου με, Κύριε, όταν φθά­σεις στη βασιλεία σου»10. Ας μη προσπεράσουμε λοιπόν επι­πόλαια αυτόν το ληστή,ούτε να ντραπούμε να τον θεωρήσουμε διδάσκαλό μας, αυτόν που ο Κύριός μας δεν ντράπηκε να τον οδηγήσει πρώτο στον παράδεισο. Ας μη ντραπούμε να θεωρή­σουμε διδάσκαλό μας τον άνθρωπο, που πρώτος άπ' όλο τον κόσμο φάνηκε άξιος να μπει στη βασιλεία των ουρανών, άλλ' ας εξετάσουμε το καθετί με προσοχή, για να μάθουμε τηδύνα­μη του σταυρού. Δεν είπε στο ληστή, όπως στον Πέτρο, «Ακο­λούθησε με και θα σε κάνω ικανό να ψαρεύεις ανθρώπους»11, ούτε τού είπε, όπως είπε στους δώδεκα μαθητές του, ότι «θα καθίσετε σε δώδεκα θρόνους να δικάζετε τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ»12. Και μάλιστα δεν του είπε ούτε μία λέξη. Δεν τού έ­δειξε θαύμα, ούτε είδε αυτός ν' ανασταίνει κάποιο νεκρό, ούτε να διώχνει δαίμονες. Δεν είδε τη θάλασσα να υπακούει στην προσταγή του, ούτε τού είπε κάτι για τη βασιλεία των ουρανών, ούτε για την κόλαση, και ενώπιον όλων πίστεψε σ' αυτόν, και μάλιστα τη στιγμή που ο άλλος ληστής ήταν σταυρωμένος μα­ζί του, για να πραγματοποιηθούν τα λόγια τού προφήτη, ότι «Λογαριάσθηκε ανάμεσα στους κακούργους»13.
Ήθελαν λοιπόν οι Ιουδαίοι να συκοφαντήσουν τη δόξα του και με κάθε τρόπο τον έβριζαν μ' αυτά που έκαμναν. Η α­λήθεια όμως από παντού έλαμπε και αυξανόταν με τις αντι­δράσεις τους. Τον ειρωνευόταν λοιπόν ο άλλος ληστής. Είδες τον ένα και τον άλλο ληστή; Και οι δύο είναι πάνω στο σταυρό, και οι δύο γιατί ήταν ληστές, και οι δύο γιατί έδειξαν κακή δια­γωγή. Δεν είχαν όμως και οι δύο το ίδιο τέλος, άλλ' ο ένας κλη­ρονόμησε τη βασιλεία των ουρανών και ο άλλος πήγε στην κό­λαση. Έτσι έγινε και χθες. Μαθητές ήταν οι ένδεκα, μαθητής και ο Ιούδας. Εκείνοι μεν έλεγαν, «Που θέλεις να σου ετοιμά­σουμε να φάγεις το Πάσχα14, ενώ αυτός ετοιμαζόταν για την προδοσία και έλεγε˙ «Τι θέλετε να μου δώσετε, για να σας τον παραδώσω14α. Και εκείνοι ετοιμάζονταν να τον περιποιηθούν και να πάρουν μέρος στη θεία μυσταγωγία, αυτός όμως τον προσκυνάει. Ο ένας τον βρίζει, ο άλλος τον επαινεί και κλείνει το στόμα του βλάσφημου λέγοντας· «Ούτε το Θεό δε φοβάσαι εσύ; Γιατί εμείς απολαμβάνουμε όπως άξιζε για εκείνα που κά­ναμε»15.
3. Είδες το θάρρος του ληστή; Είδες το θάρρος του επάνω στο σταυρό; Είδες την πίστη του την ώρα της τιμωρίας του και την ευσέβεια του την ώρα τού βασανισμού του; Ποιος λοιπόν δε θα ένιωθε κατάπληξη για το ότι ήταν κύριος τού εαυτού του, για το ότι είχε τα λογικά του, αν και τον είχαν τρυπήσει με καρ­φιά; Αυτός όμως δεν ήταν μόνο κύριος τού εαυτού του, αλλά και αδιαφορούσε για τα βάσανά του και φρόντιζε για τα βάσα­να των άλλων, και έγινε διδάσκαλος επάνω στο σταυρό και κατακρίνει τον άλλο ληστή και τού λέγει˙«Ούτε το Θεό δε φο­βάσαι εσύ;». Να μη προσέχεις, λέγει, στο επίγειο δικαστήριο· υπάρχει άλλος κριτής αόρατος, υπάρχει δικαστήριο αμερόλη­πτο. Να μη βλέπεις λοιπόν επειδή καταδικάσθηκε στη γη, γιατί δε γίνονται αυτά στον ουρανό. Εδώ δηλαδή στο επίγειο δικα­στήριο και δίκαιοι καταδικάζονται, και άδικοι αθωώνονται, και ένοχοι δεν παθαίνουν τίποτε, και αθώοι τιμωρούνται. Γιατί οι δικαστές κάνουν πολλά λάθη θεληματικά ή άθελα τους, ή γιατί δε γνωρίζουν το δίκαιο και εξαπατούνται, ή γιατί το γνωρίζουν, αλλά, επειδή εξαγοράζονται με χρήματα, παίρνουν πολλές φορές άδικη απόφαση. Στον ουρανό όμως δεν συμβαί­νει τίποτε τέτοιο. Γιατί ο Θεός είναι δίκαιος κριτής και η από­φαση του θα βγει σαν το φως χωρίς να έχει δόλο ούτε άγνοια. Για να μη λέγει λοιπόν, ότι καταδικάσθηκε στη γη και τιμωρή­θηκε, τον ανέβασε στο ουράνιο δικαστήριο. Τού θύμισε εκείνο το φοβερό βήμα, λέγοντας περίπου αυτά· Πρόσεχε εκεί και δε θα ρίξεις καταδικαστική ψήφο, ούτε θα συμφωνήσεις με τους ανήθικους δικαστές της γης, αλλά θα παραδεχθείς τη δίκη που γίνεται στους ουρανούς. Είδες την πίστη τού ληστή; Είδες σύνε­ση και διδασκαλία του; Αμέσως από το σταυρό πήδησε στον ουρανό.
Έπειτα, αποστομώνοντας με το παραπάνω αυτόν, τού λέγει· «Δε φοβάσαι, γιατί τιμωρηθήκαμε με την ίδια ποινή;». Τι σημαίνει, «ότι εν τω αυτώ κρίματι έσμεν;». Ότι τιμωρηθήκαμε με τον ίδιο τρόπο. Μήπως λοιπόν και εσύ δεν είσαι πάνω στο σταυρό; Βρίζοντας λοιπόν το Χριστό, προσβάλλεις τον εαυτό σου αντί γι' αυτόν. Γιατί, όπως ο αμαρτωλός, όταν κατηγορεί άλλον αμαρτωλό, κατηγορεί τον εαυτό του και όχι τον άλλο, έ­τσι και αυτός που βρίσκεται σε συμφορά και βρίζει τον άλλο για τη συμφορά του βρίζει τον εαυτό του και όχι τον άλλο. «Γιατί τιμωρηθήκαμε με την ίδια ποινή». Του διαβάζει αποστο­λικό νόμο και τού λέγει τα λόγια τού Ευαγγελίου, «Μη κατα­κρίνετε, για να μη κατακριθείτε»16. «Γιατί τιμωρηθήκαμε με την ίδια ποινή». Τι κάνεις, ληστή; Προσπαθώντας ν' απολογη­θείς για το Χριστό, τον έκαμες σύντροφο του ληστή; Όχι, λέ­γει. Εξαφανίζω την υποψία αυτή με τα παρακάτω. Για να μη νομίσεις δηλαδή ότι εξ αιτίας της ίδιας τιμωρίας τον έκαμε και σύντροφο τους στην αμαρτία, πρόσθεσε τη διόρθωση και είπε˙ «Και εμείς βέβαια δίκαια τιμωρηθήκαμε, γιατί άξια παθαίνου­με γι' αυτά που κάναμε».
Είδες τέλεια εξομολόγηση; Είδες πως απαλλάχθηκε από τις αμαρτίες του επάνω στο σταυρό; Γιατί λέγει ο προφήτης· «Να λέγεις πρώτος εσύ τις αμαρτίες σου, για να συγχω­ρηθείς»17. Κανείς δεν τον ανάγκασε, κανείς δεν τον πίεσε, αλλά ο ίδιος κατηγόρησε τον εαυτό του λέγοντας· «Και εμείς βέ­βαια δίκαια τιμωρηθήκαμε, γιατί παθαίνουμε άξια γι' αυτά που κάναμε. Αυτός όμως δεν έκαμε κανένα κακό». Και ύστερα λέγει· «Θυμήσου με, Κύριε, στη βασιλεία σου». Δεν τόλμησε να πει πρώτα, «Θυμήσου με στη βασιλεία σου», ώσπου με την εξο­μολόγηση πέταξε από πάνω του το φορτίο των αμαρτιών του.Βλέπεις πόσο μεγάλο πράγμα είναι η εξομολόγηση;Εξομολο­γήθηκε, και άνοιξε τον παράδεισο· εξομολογήθηκε, και απέ­κτησε τόσο θάρρος, ώστε από ληστής που ήταν να ζητήσει τη βασιλεία των ουρανών. Βλέπεις πόσα αγαθά μας προξένησε ο σταυρός; Αναλογίζεσαι τη βασιλεία των ουρανών; Πες μου λοιπόν, βλέπεις κάτι τέτοιο; Αυτά που βλέπεις είναι καρφιά και σταυρός, άλλ' ο σταυρός αυτός, λέγει, είναι το σύμβολο της βασιλείας των ουρανών. Γι' αυτό τον ονομάζω βασιλιά, ε­πειδή τον βλέπω να σταυρώνεται. Γιατί είναι χαρακτηριστικό του βασιλιά να πεθαίνει για τη σωτηρία των υπηκόων του. Ο ί­διος ο Χριστός είπε˙ «Ο ποιμένας ο καλός θυσιάζει τη ζωή του για τη σωτηρία των προβάτων του»18. Επομένως και ο βασι­λιάς ο καλός θυσιάζει τη ζωή του για τη σωτηρία των υπηκόων του. Επειδή λοιπόν θυσίασε τη ζωή του, γι' αυτό τον ονομάζω βασιλιά. «Θυμήσου με, Κύριε, στη βασιλεία σου».
4. Είδες πως ο σταυρός είναι σύμβολο και της βασιλείας των ουρανών; Θέλεις να μάθεις αυτό και από αλλού; Δεν τον άφησε στη γη ο Χριστός, αλλά τον πήρε μαζί του και τον ανέβασε στον ουρανό. Από που φαίνεται αυτό; Επειδή πρόκειται να έρθει με το σταυρό στη δεύτερη και ένδοξη παρουσία του, για να μάθεις πόσο σεβαστό πράγμα είναι ο σταυρός, γι' αυτό και τον ονόμασεδόξα. Άλλ' ας δούμε πως θα έρθει με το σταυρό, γιατί είναι ανάγκη να σάς φέρω την απόδειξη. «Εάν σας πουν», λέγει ο Χριστός, «να, ο Χριστός είναι στα ιδιαίτερα δω­μάτια, να είναι στην έρημο, μη βγείτε να τον συναντήσετε»19, και εννοεί τη δεύτερη παρουσία του την ένδοξη και αναφέρεται στους ψευδόχριστους, στους ψευδοπροφήτες και στον αντίχρι­στο, για να μη πλανηθεί κανείς και πέσει στην παγίδα του. Ε­πειδή δηλαδή ο αντίχριστος θα έρθει πριν από το Χριστό, για να μη πέσει κανείς στο στόμα τού λύκου, αναζητώντας τον ποιμένα, γι' αυτό σου αναφέρω ένα σημάδι της παρουσίας τού ποιμένα. Επειδή λοιπόν η πρώτη του παρουσία στον κόσμο έ­μεινε απαρατήρητη, για να μη νομίσεις ότι και η δεύτερη θα γί­νει με τον ίδιο τρόπο, έδωσε αυτό το σημάδι. Γιατί η πρώτη του παρουσία δικαιολογημένα έμεινε απαρατήρητη,επειδή ήρθε να βρει το χαμένο πρόβατο. Η δεύτερη όμως δε θα γίνει έτσι. Αλλά πως; πες μου. «Όπως η αστραπή βγαίνει από την ανατολή και φαίνεται μέχρι τη δύση, έτσι θα γίνει και η παρουσία του Υιού του ανθρώπου»20.Θα φανεί σ' όλους μαζί και δε θα χρεια­σθεί να ερωτήσει κανείς, αν ο Χριστός είναι εδώ ή εκεί.Όπως λοιπόν όταν φαίνεται μία αστραπή δε χρειάζεται να εξετάσου­με αν φάνηκε, έτσι όταν συμβεί η δεύτερη παρουσία τού Χρι­στού, δε χρειάζεται να εξετάζουμε αν ήρθε ο Χριστός.
Άλλ' εκείνο που θέλουμε ν' αποδείξουμε είναι, αν θα έρθει με το σταυρό. Δεν πρέπει βέβαια να ξεχάσουμε την υπόσχεσή μας. Άκουσε λοιπόν τα εξής. «Τότε», λέγει· τότε, πότε; «Όταν θα έρθει ο Υιός του άνθρωπου, ο ήλιος θα σκοτισθεί και η σελήνη δε θα δώσει το φως της»21. Γιατί τόσο υπερβολικό θα εί­ναι τότε το φως, ώστε και τα πιο λαμπρά άστρα θα κρυφθούν. «Τότε και τα άστρα θα πέσουν από τον ουρανό, τότε θα φανεί στον ουρανό και το σημάδι τού Υιού τού άνθρωπου»22. Είδες πόση είναι η δύναμη τού σταυρού;Οήλιος θα σκοτισθεί και η σελήνη δε θα φανεί, ο σταυρός όμως λάμπει και φαίνεται, για να μάθεις ότι είναι πιο λαμπρός και από τον ήλιο και από τη σελήνη.Και όπως όταν ένας βασιλιάς μπαίνει σε κάποια πόλη, οι στρατιώτες παίρνουν τα λάβαρα, τα σηκώνουν στους ώμους τους και προαγγέλλουν την είσοδο του, έτσι και όταν ο Κύριος θα κατεβαίνει από τους ουρανούς θα προηγούνται οι στρατιές των αγγέλων και των αρχαγγέλωνκαι θα φέρουν στους ώμους τους το σταυρόκαι θα μας προαγγέλλουν τη βασιλική είσοδο του. «Τότε θα σαλευθούν οι δυνάμεις των ουρανών», λέγει, και εννοεί τους αγγέλους· θα τους πιάσει τότε πολύς τρόπος και φόβος.
Και για ποιο λόγο; πες μου. Θα είναι φοβερό το δικαστήριο εκείνο, γιατί πρόκειται όλο το ανθρώπινο γένος να δικασθεί και να παρουσιασθεί μπροστά στο φοβερό κριτή.Για ποιο λοι­πόν λόγο οι άγγελοι φοβούνται και τρέμουν; αφού δεν πρόκει­ται αυτοί να δικασθούν. Γιατί, όπως όταν δικάζει ένας άρχον­τας δε φοβούνται και τρέμουν οι ένοχοι μόνο, αλλά και οι φρουροί, που δεν αισθάνονται καμιά ένοχη, επειδή φοβούνται το δικαστή, έτσι και τότε, όταν θα δικάζεται το ανθρώπινο γέ­νος, θα φοβούνται και οι άγγελοι, που δεν αισθάνονται καμιά ε­νοχή, επειδή θα φοβούνται πάρα πολύ το δικαστή.Γιατί όμως φαίνεται τότε ο σταυρός και γιατί έρχεται έχοντας το σταυρό ο Κύριος;Για να μάθουν την αχαριστία τους εκείνοι που τον σταύρωσαν, γι' αυτό τους δείχνει αυτό το σύμβολο της ντρο­πής τους. Και ότι πραγματικά γι' αυτό φέρει μαζί του το σταυ­ρό, άκουσε τον προφήτη που λέγει˙«Τότε θα θρηνήσουν όλες οι φυλές της γης»23, γιατί θα δουν τον κατήγορό τους και θ' ανα­γνωρίσουν το σφάλμα τους.Και γιατί απορείς, εάν θα έρθει μα­ζί με το σταυρό, αφού τότε θα δείχνει και τις ίδιες τις πληγές του;«Γιατί θα δουν», λέγει ο προφήτης, «εκείνον που τον τρύ­πησαν με τη λόγχη»24. Όπως δηλαδή έκαμε στην περίπτωση του Θωμά, επειδή ήθελε να διορθώσει την απιστία τού μαθητή του, και αφού αναστήθηκε του έδειξε τα σημάδια των καρφιών και τις πληγές, και τού είπε, «Βάλε το χέρι σου και δες, γιατί το φάντασμα δεν έχει σάρκα και οστά»25, έτσι και τότε θα δείξει τις πληγές και το σταυρό, για ν' αποδείξει ότι αυτός ήταν εκεί­νος που σταυρώθηκε.
5. Και όχι μόνο από το σταυρό, αλλά και από τα ίδια τα λό­για που είπε πάνω στο σταυρό είναι δυνατό να δούμε την ανέκ­φραστη φιλανθρωπία του. Γιατί ακόμη και τότε που τον σταύ­ρωναν και τον ειρωνεύονταν και τον περιγελούσαν και τον έ­φτυναν, έλεγε· «Πατέρα, συγχώρησε τους την αμαρτία, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν»26. Και όταν σταυρώνεται, προσεύχεται γι' αυτούς που τον σταύρωναν, αν και έλεγαν τα αντίθετα· «Εάν είσαι Υιός τού Θεού, κατέβα από το σταυρό και θα πιστέ­ψουμε σε σένα»27. Άλλ' όμως γι' αυτό δεν κατεβαίνει από το σταυρό, επειδή είναι Υιός τού Θεού, και γι' αυτό ήρθε, για να σταυρωθεί για τη σωτηρία μας. «Κατέβα από το σταυρό», λέ­γει, «και θα πιστέψουμε σε σένα».Αυτά είναι λόγια και πρόφα­ση για την απιστία τους. Γιατί το ότι αναστήθηκε, αν και υπήρ­χε ο λίθος στον τάφο του, ήταν πολύ μεγαλύτερο από το να κα­τεβεί από το σταυρό.Το να βγάλει από το μνήμα το Λάζαρο, που ήταν νεκρός τέσσερις ημέρες και δεμένος με τα νεκρικά σάβανα, ήταν πολύ μεγαλύτερο από το να κατεβεί από το σταυρό.Εκείνοι λοιπόν έλεγαν «Εάν είσαι Υιός τού Θεού, σώσε τον εαυτό σου». Αυτός όμως έκανε τα πάντα, για να σώ­σει εκείνους που τον έβριζαν, και έλεγε· «Συγχώρησε τους την αμαρτία, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν». Τι λοιπόν έγινε; Τους συγχώρησε την αμαρτία τους; Τους συγχώρησε, αν ήθελαν να μετανοήσουν. Γιατί αν δεν τους συγχωρούσε την αμαρτία, δε θα γινόταν ο Παύλος απόστολος. Αν δεν τους συγχωρούσε την αμαρτία, δε θα πίστευαν αμέσως τρεις χιλιάδες και πέντε χιλιάδες και πολλές μυριάδες. Ότι πραγματικά πίστεψαν πολλές μυριάδες Ιουδαίων, άκουσε τι λέγουν οι απόστολοι στον Παύλο· «Βλέπεις, αδελφέ, πόσες είναι οι μυριάδες των Ιουδαίων που πίστεψαν στο Χριστό28.
Ας μιμηθούμε λοιπόν τον Κύριο και ας προσευχόμαστε για τους εχθρούς μας.Πάλι λοιπόν καταλήγω σ' αυτήν τη συμ­βουλή. Είναι η πέμπτη ημέρα σήμερα που σάς ομιλώ για το ζή­τημα αυτό, όχι γιατί θέλω να σάς κατηγορήσω για απείθεια, μακριά μια τέτοια σκέψη, αλλά γιατί πάρα πολύ ελπίζω ότι θα πεισθείτε. Εάν όμως υπάρχουν μερικοί σκληρόκαρδοι και οργίλοι και δύστροποι, που δεν υπάκουσαν σ' αυτά που για την προσευχή είπαμε, ίσως ντραπούν που σάς ομιλώ πολλές ημέρες και απομακρύνουν κάποτε το μίσος και τη μικροψυχία. Μιμήσου τον Κύριό σου· σταυρωνόταν, και μιλούσε στον Πα­τέρα για το καλό αυτών που τον σταύρωναν.Και πως μπορώ, θα πει κάποιος, να μιμηθώ τον Κύριο;Εάν θέλεις, μπορείς. Γιατί, εάν δεν μπορούσες να τον μιμηθείς, πως έλεγε, «Μάθετε από μένα, ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά»29; Εάν δεν ήταν δυνατό να τον μιμηθείς, δε θα έλεγε ο Παύλος· «Να γίνεστε μιμητές μου, όπως και εγώ γίνομαι μιμητής τού Χριστού»30. Άλλ' όμως δε θέλεις να μιμηθείς τον Κύριο; μιμήσου το συνάνθρωπο σου, εννοώ τον απόστολο Στέφανο, γιατί και αυτός μιμήθηκε τον Κύριο. Και όπως ο Χριστός ανάμεσα στους σταυρωτές του αδιαφόρησε για τη σταύρωσή του, αδια­φόρησε για τους πόνους του και παρακαλούσε τον Πατέρα να συγχωρήσει τους σταυρωτές του, έτσι και ο διάκονος Στέφα­νος ανάμεσα σ' αυτούς που τον λιθοβολούσαν, καθώς τον κτυ­πούσαν όλοι και δεχόταν τις πέτρες τους, αδιαφόρησε για τους πόνους που τού προκαλούσαν τα κτυπήματα και έλεγε· «Κύ­ριε, μη λογαριάσεις σ' αυτούς την αμαρτία αυτή»31.
Είδες πως ομιλεί ο Υιός; Είδες πως παρακαλεί ο άνθρω­πος; Εκείνος λέγει· «Πατέρα, συγχώρησε τους την αμαρτία αυτή, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν», και αυτός λέγει· «Κύριε, μη τους λογαριάσεις αυτή την αμαρτία». Και για να μάθεις ότι προσεύχεται με ειλικρίνεια, δεν προσεύχεται απλά όρθιος όταν τον λιθοβολούσαν, αλλά γονάτισε και προσευχήθηκε με κατά­νυξη και πολλή συμπόνοια. Θέλεις να σου δείξω και άλλο συνάνθρωπο σου που έπαθε πολύ περισσότερα άπ' αυτόν; Ο Παύλος λέγει· «Οι Ιουδαίοι με κτύπησαν με ραβδιά, μια φορά με λιθοβόλησαν, ένα ημερόνυκτο έμεινα στο πέλαγος»32. Τι λέ­γει λοιπόν ύστερα άπ' αυτά; «Θα ευχόμουν», λέγει, «να χωρι­σθώ εγώ ο ίδιος από το Χριστό, για χάρη των αδελφών μου Ιουδαίων, που είναι συγγενείς μου κατά σάρκα»33. Θέλεις να δεις και άλλον, όχι από την Καινή Διαθήκη, αλλά από την Πα­λαιά; Γιατί αυτό είναι το πάρα πολύ αξιοθαύμαστο, ότι δηλαδή τότε που δεν υπήρχε η προτροπή ν' αγαπούν οι άνθρωποι τους εχθρούς τους, αλλά να βγάζουν μάτι αντί για μάτι, και δόντι αντί για δόντι, και ν' ανταποδίδουν τα ίδια κακά, έφθασαν στη συμπεριφορά των αποστόλων. Άκουσε τι λέγει οΜωυσής, που λιθοβολήθηκε πολλές φορές από τους Ιουδαίους και περι­φρονήθηκε άπ' αυτούς· «Εάν τους συγχωρήσεις την αμαρτία, συγχώρησε την διαφορετικά, σβήσε και μένα από το βιβλίο που με έγραψες»34.
Βλέπεις ότι ο καθένας θέτει την ασφάλεια των άλλων πριν από τη δική του σωτηρία; Δεν αμάρτησες καθόλου˙ γιατί θέ­λεις να τιμωρηθείς μαζί μ' αυτούς; Επειδή, λέγει,δεν αισθάνο­μαι καθόλου την ευτυχία, όταν οι άλλοι υποφέρουν. Θα μας ή­ταν βέβαια αρκετά αυτά τα παραδείγματα. Αλλά για να διορ­θωθούμε από τα πολλά παραδείγματα, θ' αναφέρω και κά­ποιον άλλο που έκαμε τις ίδιες σκέψεις. Γιατί και οΔαυίδ, ο μακάριος και πράος εκείνος άνδρας, όταν επαναστάτησε ε­ναντίον του όλες ο στρατός του και έδωσε όλη του τη δύναμη στον υιό του τον Αβεσαλώμ, και επιτέθηκε να καταλάβει την εξουσία και ήθελε να τον σφάξει, και έπειτα οργίσθηκε γι' αυτό ο Θεός (γιατί τι σημασία έχει αν βρήκε άλλη πρόφαση για τη σφαγή;), και έστειλε τον άγγελό του με γυμνό το ξίφος, για να κτυπήσει από ψηλά, όταν έβλεπε ότι αφανίζονται όλοι, τι λέγει; «Εγώ ο ποιμένας αμάρτησα, και εγώ ο ποιμένας έκαμα κακό. Ας πέσει η τιμωρία σου σε μένα και στην πατρική μου οικογέ­νεια»35.
Βλέπεις πάλι όμοια κατορθώματα; Θέλεις να σου δείξω και άλλον; Γιατί δε μας λείπει και άλλος που έκαμε τις ίδιες σκέψεις. Οπροφήτης Σαμουήλβρίσθηκε από τους Ιουδαίους, καθαιρέθηκε, περιφρονήθηκε τόσο, ώστε ο Θεός θέλησε να τον παρηγορήσει και του είπε· «Δεν περιφρόνησαν εσένα, άλλ' εμέ­να»36. Τι λοιπόν απάντησε εκείνος που περιφρονήθηκε, που προσβλήθηκε και που βρίσθηκε; «Είθε να μη κάνω τέτοια α­μαρτία», λέγει, «ώστε να σταματήσω να προσεύχομαι στον Κύριο για σάς»37.Θεώρησε ότι είναι αμαρτία, το να μη προσεύ­χεται για τους εχθρούς του. Είθε λοιπόν να μη συμβεί ν' αμαρ­τήσω έτσι, ώστε να μη προσεύχομαι για σάς. Ο Χριστός λέγει· «Πατέρα, συγχώρησε τους την αμαρτία, γιατί δεν ξέρουν τι κά­νουν». ΟΣτέφανοςλέγει· «Κύριε, μη τους λογαριάσεις την α­μαρτία αυτή». Ο Παύλος λέγει· «Θα ευχόμουν να γίνω ανάθε­μα για χάρη των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά σάρ­κα». ΟΜωυσής λέγει· «Εάν τους συγχωρήσεις την αμαρτία τους, συγχώρησε την διαφορετικά, σβήσε και μένα από το βι­βλίο που με έγραψες». Ο Δαυίδ λέγει· «Ας πέσει η τιμωρία σου σε μένα και στην πατρική μου οικογένεια». Ο Σαμουήλ λέγει˙ «Είθε να μη κάνω τέτοια αμαρτία, ώστε να σταματήσω να προσεύχομαι στον Κύριο για σας». Πες μου λοιπόν, ποια συγγνώμη θα επιτύχουμε, όταν, ενώ ο Κύριος και οι συνάνθρω­ποι μας, από την Καινή και την Παλαιά Διαθήκη, όλοι μας πα­ρακινούννα προσευχόμαστε για τους εχθρούς μας,εμείς όμως κάνουμε το αντίθετο και προσευχόμαστε για το κακό των εχθρών μας;
Μη, σας παρακαλώ, αδελφοί, μη το κάνετε αυτό. Γιατί, όσο περισσότερα είναι τα παραδείγματα, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η τιμωρία, εάν δεν τα μιμηθούμε.Είναι σπουδαιότερο να προσεύχεται κανείς για τους εχθρούς του, παρά για τους φί­λους του.Γιατί δε σας ωφελεί τόσο το δεύτερο, όσο το πρώτο. «Γιατί, αν αγαπάτε εκείνους που σας αγαπούν, δεν κάνετε τί­ποτε το σπουδαίο», λέγει ο Χριστός· «Γιατί και οι τελώνες το ί­διο κάνουν»38. Επομένως, εάν προσευχηθούμε για τους φίλους μας, δε γίναμε καθόλου καλύτεροι από τους ειδωλολάτρες και από τους τελώνες. Όταν όμως αγαπήσουμε τους εχθρούς μας, γίναμε όσο είναι ανθρώπινο δυνατό όμοιοι με το Θεό, γιατί «Α­νατέλλει τον ήλιο του σε πονηρούς και σ' αγαθούς, και βρέχει στους δίκαιους και στους άδικους»39. Ας γίνουμε λοιπόν όμοιοι με τον Πατέρα, γιατί λέγει, «Να γίνεστε όμοιοι με τον Πατέρα σας που βρίσκεται στους ουρανούς», για ν' αξιωθούμε και τη βασιλεία των ουρανών με τη χάρη και τη φιλανθρωπία τού Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Α­μήν.



 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Ιω. 10, 11.
2. Α' Κορ. 5, 8.
3. Α' Κορ. 5, 7.
4. Εβρ. 5, 1 και 8, 3.
5. Εβρ. 9, 28.
6. Ησ. 53, 12.
7. Α' Τιμ. 2, 8.
8. Παλαιότερα πίστευαν ό,τι ο κόσμος δημιουργήθηκε το 5000 π.Χ. Η ίδια αν­τίληψη υπάρχει στην εποχή τού Χρυσοστόμου και αργότερα.
9. Λουκά 23, 43.
10. Λουκά 23, 42.
11. Ματθ. 4, 19.
12. Ματθ. 19, 28.
13. Ησ. 53, 12.
14. Ματθ. 26, 17
14α Ματθ. 26, 15.
15 . 23 , 40-41.
16. Ματθ. 7, 1.
17. Ησ. 43, 26.
18. Ιω. 10, 11.
19. Ματθ. 24, 26.
20. Ματθ. 24, 27.
21. Ματθ. 24, 29.
22. Ματθ. 24, 30.
23.Αποκ. ι, 7.
24. Ζαχ. 12, 10.
25. Ιω. 20, 27· Λουκά 24, 39.
26. Λουκά 23, 34.
27. Ματθ. 27, 40.42.
28. Πράξ. 21, 20.
29. Ματθ. 11, 29.
30. Α' Κορ. 11, 1.
31. Πράξ. 7, 60.
32. Β' Κορ. 11, 25.
33. Ρωμ. 9, 3.
34. Εξ. 32, 31-32.
35. Β' Βασ. 24, 17.
36. Α' Βασ. 8, 7.
37. Α' Βασ. 12, 23.
38. Ματθ. 5, 46.
39. Ματθ. 5, 45.

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
14  ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ  2011 


Read more:http://www.egolpion.net/xrusostomou_stavros.el.aspx#ixzz2jY0nAMTL

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Κενοδοξία και Υπερηφάνεια ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Κενοδοξία και Υπερηφάνεια   ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ 

Κενοδοξία και Υπερηφάνεια

Όσιος Νείλος Σόρσκυ

Μεγάλη εγρήγορση πρέπει να έχουμε κατά του πνεύ­ματος της κενοδοξίας, το οποίον είναι ύπουλο και με με­γάλη δολιότητα κλέπτει τον πνευματικό θησαυρό και υποβιβάζει την πρόοδο του μοναχού. Έχει αντικειμενικό του σκοπό να καταστρέψει το έργο μας, ώστε να μη γίνεται για τον Θεό, αλλά για την δόξα και την ευαρέσκεια των ανθρώπων. 
Γι’ αυτό, κάθε στιγμή που πειραζόμεθα απ’ αυτό το πνεύμα είτε με τις αισθήσεις μας είτε με τον λογισμό, και για να είναι το έργο μας για το Θεό και τη ψυχική μας ωφέλεια, πρέπει να αποφεύγουμε τη δόξα και τον έπαινο των ανθρώπων, σκεπτόμενοι πάντοτε αυτά τα οποία είπε ο προφήτης Δαβίδ: «Κύριος διεσκόρπισεν οστά ανθρωπαρέσκων» (Ψαλμ. 52, 6). Με αυτόν τον τρόπο να διώ­χνουμε τους λογισμούς, που μας επαινούν και μας παρα­κινούν να κάνουμε κάτι για την ευαρέσκεια των ανθρώπων, και όλα αυτά, δυστυχώς, να έχουμε την εντύπωση ότι τα κάνουμε για τη δόξα του Θεού.

Εάν κάποιος έχει μία καλή πνευματική κατάσταση και μολαταύτα μερικές φορές, λόγω αδυναμιών του, νικάται χωρίς να το θέλει από αυτόν το λογισμό, να εξομολογείται προσευχόμενος στο Θεό και συγχωρείται, αφού τον άφησε ο πειρασμός της κενοδοξίας. Ενώ, εάν θέλου­με να σκεφτούμε κάτι εναντίον του λογισμού της κενοδοξίας, να κάνουμε τα εξής: Να ενθυμούμεθα με συντριβή καρδίας πριν να προσευχηθούμε τη φοβερή κατάσταση της Μελλούσης Κρίσεως και να θεωρούμε τον εαυτό μας ως κατάδικο. Ακόμη να σκεπτόμαστε την ώρα του θανά­του μας και την έξοδό μας απ’ αυτή τη ζωή, και με αυτές τις σκέψεις θα φεύγει το αδιάντροπο πνεύμα της κενοδο­ξίας. Και, εάν τίποτε απ’ αυτά, που σημειώσαμε, δεν μπορέσει να μας βοηθήσει, ας φοβηθούμε από τη ντροπή που θα ακολουθήσει μετά από την κενοδοξία. Διό­τι λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ότι, αυτός που υπεραίρεται ενώπιον των πειρασμών που του συμβαίνουν, χωρίς αμφιβολία θα ταπεινωθεί.

Και εάν κάποιος αρχίσει να επαινείται ή εάν οι αόρατοι εχθροί τον προσβάλλουν με λογισμούς κενοδοξίας και παρουσιάζεται ενώπιόν μας ότι είναι άξιος τιμής και δόξης και καλλίτερου στασιδιού και είναι άξιος μεγαλύτερης τιμής και προσοχής από τους άλλους, αμέσως αυ­τός ο μοναχός και γενικά όλοι μας να ενθυμούμεθα τις αμαρτίες μας και να λέμε: Άραγε είμαστε άξιοι επαίνων, εμείς που κάναμε τόσα κακά έργα; Και αμέσως θα καταλάβουμε ότι είμαστε ανάξιοι γι’ αυτές τις ανθρώπινες τιμές, και οι δαιμονικοί λογισμοί θα φύγουν από κοντά μας, και το βασικότερο, ότι δεν θα μας ενοχλούν πλέον με τόση δύναμη, λέει ο Νικήτας Στηθάτος.

Και, εάν δεν έχουμε κάνει κακά έργα, να σκεπτόμαστε τις θείες εντολές, τις οποίες πρέπει να εκπληρώνουμε και θα καταλά­βουμε ότι έχουμε εφαρμόσει όσο ένα ποτήρι νερό μπρο­στά στην άπειρη θάλασσα των ανεκπλήρωτων εντολών του Θεού. Έτσι, λοιπόν, ας αγωνιζόμαστε κατά της κενο­δοξίας και νομίζουμε, ότι επαρκούν οι τρόποι που γράψαμε για την αποφυγή της. Εάν δεν αγωνιστούμε και για πολύ καιρό συγκατατιθέμεθα σ’ αυτούς τους λογισμούς, τότε αυτοί ενδυναμώνονται μέσα μας και γεννούν την απροσεξία και την υπερηφάνεια, η οποία είναι η αρχή και το τέλος όλων των κακιών.

Τί να πούμε για την υψηλοφροσύνη; Αυτή έχει πολ­λές ονομασίες: Δόξα, υψηλοκαρδία, αλαζονεία και άλλα με τα οποία την ονομάζουν οι Πατέρες. Όλα της τα έργα και τα αποκυήματα είναι πανάθλια, κατά τον λόγο της Γραφής, ο οποίος λέει ότι «Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» (Α’ Πέτρ. 5, 5). Κά­θε άνθρωπος που υψηλοφρονεί ενώπιον του Θεού είναι μι­σητός και ακάθαρτος ονομάζεται. Συνεπώς, λοιπόν, εάν ο υπερήφανος έχει εχθρό τον ίδιο τον Θεό, ενώπιον του οποίου είναι σκάνδαλο και ακαθαρσία, τότε από πού πλέον θα περιμένει κάποια βοήθεια και ποιός θα τον ελεήσει και θα τον βοηθήσει;

Και ποιος θα τον καθαρίσει από τα πάθη του; Γι’ αυτό και μόνο να μιλάμε γι’ αυτό το πάθος είναι έργο ακάθαρτο. Αυτός που νικήθηκε από την υπερηφάνεια είναι διάβολος του εαυτού του, εχθρός του Θεού και βαδίζει με σιγουριά στη ψυχική του απώλεια. Γι’ αυτό πρέπει να φοβούμεθα και να τρομάζουμε απ’ αυτό το καταραμένο πάθος. Να το αποφεύγουμε πάντοτε και να σκεπτόμαστε ότι, χωρίς τη βοήθεια του Θεού, δεν μπορούμε να κάνουμε το παραμικρό καλό στη ζωή μας. Εάν ο Θε­ός μας εγκαταλείψει, θα μας ξετινάξει ο διάβολος σαν τα φουρτουνιασμένα κύματα στους βράχους και σαν τη σκόνη στον άνεμο· θα γίνουμε ο περίγελος των δαιμόνων και οι αξιολύπητοι των ανθρώπων. Αφού εννοήσουμε αυ­τά τα αποτελέσματα του πάθους της υπερηφάνειας, ας ζήσουμε σ’ όλη τη ζωή μας με ταπείνωση.

Και η αρχή αυ­τής είναι, να θεωρούμε τον εαυτό μας κατώτερο από ό­λους, δηλ. να πιστεύουμε ότι είμεθα οι πλέον ανόητοι από όλους τους ανθρώπους και οι ελεεινότεροι από ολόκληρη την κτίση. Να πιστεύουμε ότι έχουμε πέσει από την κατά φύση ζωή και ότι είμεθα κακότεροι των δαιμόνων, διότι νικηθήκαμε και αιχμαλωτιστήκαμε απ’ αυτούς. Έτσι, λοιπόν, στην τράπεζα του φαγητού, στις συνάξεις και στις συναντήσεις μας με τους αδελφούς, να προτιμούμε τον κατώτερο τόπο, να φορούμε τα απλά και ανεπιτήδευτα ενδύματα και να αγαπάμε τις ταπεινωτικές εργασίες.

Τους αδελφούς να χαιρετίζουμε βιαστικά και με κλίση της κεφαλής μας, να αγαπάμε τη σιωπή και να μη λέμε μεγάλα και υπερήφανα λόγια· να μην ανοίγουμε συζητή­σεις, να μη θέλουμε επίμονα να δεχθούν οι άλλοι τη δική μας γνώμη, έστω και να μας φαίνεται ότι είναι η καλ­ύτερη. Διότι είπαν οι Πατέρες για τους αρχάριους στον πνευματικόν αγώνα: «Ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου εκφράζεται με την εξωτερική συμπεριφορά του». Ε­νώ για τον απρόσεκτο στην εξωτερική του ζωή, λέει ο Μέγας Βασίλειος, να μην πιστεύει ότι έχει καλή εσωτερική κατάσταση.