Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Αν ένας άνθρωπος αμαρτήσει και μετανοήσει, τον συγχωρεί ο Θεός Γεροντικό Αββά Ποιμήν


Κάποιος ρώτησε πάλι τον αββά Ποιμένα:
– Αν ένας άνθρωπος αμαρτήσει και μετανοήσει, τον συγχωρεί ο Θεός; Και ο γέροντας του αποκρίθηκε:
– Ο Θεός έδωσε εντολή στους ανθρώπους αυτό να κάνουν. Δεν θα το κάνει λοιπόν, πολύ περισσότερο ο Ίδιος;
Γιατί πρόσταξε τον Πέτρο να συγχωρεί «έως έβδομηκοντάκις επτά» (Ματθ. 18:22) όσους αμάρτησαν και μετανόησαν.
Άλλος πάλι ρώτησε τον ίδιο γέροντα: Τι είναι μετάνοια για την αμαρτία; Και είπε ο γέροντας:
– Το να μην την ξανακάνεις πια. Γι’ αυτό, άλλωστε, ονομάστηκαν άμωμοι οι δίκαιοι, γιατί έπαψαν ν’ αμαρτάνουν και έγιναν δίκαιοι.
Γεροντικό
Αββά Ποιμήν

Γιατί οι ευσεβείς και οι φτωχοί αδικούνται;



Κάποτε ένας άγιος γέροντας προσευχόταν στο Θεό να του αποκαλύψει το μυστήριο, γιατί άνθρωποι δίκαιοι και ευσεβείς είναι φτωχοί και δυστυχούν και αδικούνται, ενώ πολλοί άδικοι και αμαρτωλοί είναι πλούσιοι και αναπαύονται, και πως ερμηνεύονται οι κρίσεις του Θεού. Ο Θεός θέλοντας να τον πληροφορήσει, του έβαλε στην καρδιά λογισμό να κατεβεί στον κόσμο. Περπατώντας λοιπόν ο Γέροντας, βρέθηκε σ’ ένα δρόμο πλατύ, όπου περνούσαν πολλοί... Εκεί υπήρχε ένα λιβάδι και μια βρύση με καθαρό νερό. Ο αββάς, κρύφτηκε στην κουφάλα ενός δένδρου και σε λίγο, να που περνά ένας άνθρωπος πλούσιος, που ξεπέζεψε και κάθισε να φάει. Εκεί που αναπαυόταν, βγάζει ένα πουγκί με εκατό φλουριά, για να τα μετρήσει.. Αφού τα μέτρησε, νόμισε πως τα έβαλε πάλι μέσα στο ρούχο του, εκείνα όμως έπεσαν κάτω στη γη. Σηκώθηκε λοιπόν και καβαλίκεψε το άλογο του, αφήνοντας εκεί τα φλουριά. Έπειτα πέρασε από εκεί άλλος οδοιπόρος, για να πιεί νερό. Βρίσκει τα φλουριά, τα παίρνει και φεύγει γρήγορα. Κατόπιν ήλθε άλλος φτωχός πεζοδρόμος, φορτωμένος και κουρασμένος, και κάθισε κι αυτός να αναπαυτεί. Ενώ έβγαζε ένα παξιμάδι για να φάει, έρχεται και ο πλούσιος και πέφτει πάνω στο φτωχό κα του λέει με θυμό: « Γρήγορα, δος μου τα φλουριά που βρήκες». Ο φτωχός με όρκους μεγάλους έλεγε πως δεν είδε τέτοιο πράγμα. Τότε ο πλούσιος άρχισε να τον δέρνειμε τη βίτσα του λουριού του αλόγου του και με ένα χτύπημα τον σκότωσε. Και άρχισε να ψάχνει όλα τα ρούχα και τα πράγματα του φτωχού, και επειδή δε βρήκε τίποτε έφυγε πολύ λυπημένος. Ο αββάς βλέποντας όλα αυτά έκλαιγε και σπαρασσόταν η καρδιά του για τον άδικο φόνο και παρακαλώντας τον Κύριο έλεγε: «Κύριε, ποια είναι η βουλή Σου και πως υπομένει αυτά η αγαθότητα Σου; Τότε παρουσιάσθηκε Άγγελος και του είπε: μη λυπάσαι, Γέροντα, διότι όλα με το θολή του Θεού γίνονται, αλλά κατά παραχώρηση, άλλα για παίδευση και άλλα για οικονομία. Μάθε, λοιπόν, ότι αυτός που έχασε τα φλουριά είναι γείτονας εκείνου που τα βρήκε. Ο δεύτερος είχε περιβόλι αξίας εκατό φλουριών, αυτό δε ο πλούσιος ως πλεονέκτης που ήταν, το πήρε δικαστικώς μόνο για πενήντα φλουριά. Κι επειδή παρακαλούσε ο φτωχός περιβολάρης το Θεό να κάνει εκδίκηση, οικονόμησε ο Θεός έτσι και τα έδωσε διπλά αντί πενήντα φλουριά, εκατό. Εκείνος δε ο άνθρωπος που φονεύτηκε άδικα, είχε κάνει φόνο, επειδή, όμως, είχε έργα χριστιανικά και θεάρεστα, θέλοντας ο Θεός να τον σώσει και να τον καθαρίσει από την αμαρτία του φόνου, οικονόμησε να σκοτωθεί άδικα, για να σωθεί η ψυχή του. Αυτός δε, ο πλεονέκτης, που έκανε το φόνο, έμελλε να κολασθεί από την πλεονεξία του, γι αυτό τον άφησε ο Θεός να πέσει στο αμάρτημα του φόνου, για να πονέσει η ψυχή του και να ζητήσει μετάνοια. Και να τώρα, αφήνει τον κόσμο και πάει να γίνει μοναχός. Λοιπόν πήγαινε τώρα στο κελί σου και μην πολυεξετάζεις τις κρίσεις του Θεού, διότι είναι ανεξερεύνητες, και ανεξιχνίαστη η προνοητική των πάντων του Θεού διακυβέρνηση, και δεν φθάνει ο νους και η δύναμη της γνώσεως του ανθρώπου να κατανοήσει τα θεία μυστήρια. Γι αυτό κάθε άνθρωπος πρέπει να λέει: «δίκαιος ει, Κύριε, και ευθείαι αι κρίσεις Σου» και από την απόλυτη πίστη του θα σωθεί, καθώς λέγει η Γραφή: «ο δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται». Αφού άκουσε αυτά από τον άγγελο ο Αββάς, δόξαζε το Θεό. 
Από το Γεροντικό

ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΑΒΒΑ ΙΣΧΥΡΙΩΝΑ

«Προφητείες Αββά Ισχυρίωνα περί έσχατης γενεάς» (Αββάς Ισχυρίων, Γεροντικών)


Κάποτε, τον 4ο αιώνα, όταν ρωτήθηκαν κάποιοι μοναχοί για το πως θα ζουν και θα είναι οι Μοναχοί και Κληρικοί τις επόμενες γενεές, και τα έσχατα χρόνια, οΑββάς Ισχυρίων είπε τα εξής σημαντικά:
«Οι Άγιοι Πατέρες της σκήτεως προφήτευσαν περί της εσχάτης γενεάς: «Πως ζούμε και τι πνευματική εργασία κάνουμε άραγε εμείς σήμερα», λέγει κάποιος από τους πατέρες της σκήτης. Και απαντάει ένας από αυτούς που λεγόταν Αββάς Ισχυρίων και ήταν πολύ ενάρετος και μεγάλος πνευματικά σε σχέση με όλους τους άλλους.
«Εμείς προσπαθήσαμε, αγωνιστήκαμε και τηρήσαμε τις εντολές του Θεού».
Και λένε κάποιοι. «Αλήθεια μετά από εμάς τι θα πράξουν και πως θα ζουν οι επόμενοι;»
Και απήντησε ο Αββάς Ισχυρίων:
«Αυτοί πρόκειται να εργασθούν και να φθάσουν στα μισά απ’ ότι μπορέσαμε και φθάσαμε εμείς».
Και ερώτησαν πάλι. «Και μετά απ’ αυτούς οι μετέπειτα τι θα κάνουν;»
Και απήντησε:
«Εκείνοι δεν πρόκειται να έχουν κανένα πνευματικό έργο και καμία ουσιαστική αρετή. Πρόκειται δε να τους έλθει πολύ μεγάλος πειρασμός και όσοι μπορέσουν να αντέξουν και να τον υπομείνουν μέχρι τέλους, θα φανούν ανώτεροι από όλους ημάς και τους αγίους μας».
(Αββάς Ισχυρίων, Γεροντικών)

Σ΄ έναν αδελφό, πού έπεσε σε αμαρτία... Γεροντικό


Σ΄ έναν αδελφό, πού έπεσε σε αμαρτία, φανερώθηκε ο σατανάς και του λέει: 
Δεν είσαι χριστιανός! 
Μα ο αδερφός του αποκρίθηκε: 
- Ό,τι και να΄ μαι, τώρα σε αφήνω και φεύγω! 
- Σου το λέω, θα πάς στην κόλαση! Επέμεινε ο σατανάς. 
- Δεν είσαι σύ ο κριτής μου ούτε ο Θεός μου! του λέει ο αδελφός. 
Έτσι, καθώς δεν κατόρθωνε τίποτα ο σατανάς, σηκώθηκε κι έφυγε. Ο αδελφός, πάλι, μετανόησε ειλικρινά ενώπιον του Θεού και έγινε αγωνιστής.
Γεροντικό

Θέλετε να μπειτε στον ουρανό, η πόρτα είναι η ταπείνωση Γεροντικό


Έλεγε ο αββάς Ιωάννης: 
-Η πόρτα του ουρανού είναι η ταπείνωση. 
Και οι Πατέρες μας, περνώντας με χαρά μέσα από πολλές καταφρονήσεις, μπήκαν στην πόλη του Θεού». 
Είπε επίσης: 
-Η ταπεινοφροσύνη και ο φόβος του Θεού είναι πάνω απ΄ όλες τις αρετές. 
Ρώτησε κάποια φορά: 
-Ποιος πούλησε τον Ιωσήφ; 
-Οι αδελφοί του, αποκρίθηκε ένας αδελφός. 
-Όχι του λέει ο Γέροντας, «η ταπείνωσή του τον πούλησε, γιατί μπορούσε να πεί «είμαι αδελφός τους» και να αντιδράσει, αλλά σώπασε και χάρη στην ταπείνωση πούλησε τον εαυτό του. 
Και η ταπείνωσή του τον κατέστησε άρχοντα στην Αίγυπτο. 



Γεροντικό

Να προσεύχεστε ο ένας για τον άλλον για να θεραπευθείτε Αββάδες της Ερήμου.


*Σοφά λόγια – λόγια Πνεύματος Αγίου από τους Μεγάλους Αββάδες της Ερήμου.
Έλεγαν για τον αββά Μάρκο τον Αιγύπτιο ότι έμεινε τριάντα χρόνια χωρίς να βγεί απ΄ το κελί του. Ο πρεσβύτερος συνήθιζε να πηγαίνει και να του κάνει την Θεία Λειτουργία.
Ο διάβολος όμως βλέποντας την ενάρετη υπομονή του ανδρός, σοφίστηκε να τον ρίξει στον πειρασμό της κατάκρισης. Έτσι έκανε κάποιον δαιμονισμένο να πάει στον Γέροντα για να του ζητήσει τάχα την προσευχή του.
Αυτός λοιπόν ο δαιμονισμένος πριν από κάθε άλλο λόγο είπε στον Γέροντα: «Ο πρεσβύτερός σου μυρίζει αμαρτία. Μην τον αφήσεις άλλη φορά νά ’ρθει κοντά σου». Και ο θεόπνευστος άνθρωπος του είπε: «Παιδί μου, όλοι τη βρωμιά την πετούν έξω και εσύ μου την έφερες εδώ; Η Γραφή λέει: Μην κρίνετε για να μην κριθείτε (Ματθ. 7,1). Αλλά αν είναι αμαρτωλός ο Κύριος θα τον σώσει. Είναι μάλιστα γραμμένο στην Αγία Γραφή: Να προσεύχεστε ο ένας για τον άλλον για να θεραπευθείτε (Ιακ. 5,16)».Και πάνω στον λόγο αυτό, προσευχήθηκε και έδιωξε τον δαίμονα από τον άνθρωπο και τον έστειλε υγιή.
Όταν λοιπόν ήρθε ο πρεσβύτερος, όπως συνήθιζε, τον υποδέχθηκε ο Γέροντας μετά χαράς. Ο Θεός που γνώριζε την ακακία του Γέροντα, του έδειξε θαυμαστό σημάδι. Όταν ήρθε η ώρα να σταθεί ο πρεσβύτερος μπροστά στην αγία Τράπεζα, όπως ο ίδιος ο Γέροντας το περιέγραψε, «είδα άγγελο Κυρίου να κατεβαίνει από ψηλά και έβαλε το χέρι του στο κεφάλι του κληρικού και έγινε ο κληρικός σαν ένας στύλος φωτιάς. Και εγώ καθώς έμεινα έκπληκτος από το θέαμα, άκουσα μια φωνή να μου λέει: Άνθρωπε γιατί εκπλήττεσαι μ’ αυτό που γίνεται; Εάν ένας επίγειος βασιλιάς δεν θ’ αφήσει τους μεγιστάνες του να στέκονται μπροστά του ρυπαροί, αλλά μόνο αν έχουν επίσημη περιβολή πόσο περισσότερο η θεία δύναμη δεν θα καθαρίσει τους λειτουργούς των αρρήτων μυστηρίων, όταν στέκονται μπροστά στην άφατη δόξα;»
Να προσεύχεστε ο ένας για τον άλλον για να θεραπευθείτε
Έτσι ο γενναίος του Χριστού αθλητής ο Μάρκος ο Αιγύπτιος, αναδείχθηκε μεγάλος και έγινε άξιος του χαρίσματος αυτού, επειδή δεν κατέκρινε τον κληρικό.
*Ρώτησε ένας αδελφός τον αββά Ποιμένα: «Εάν δώ κάποιο σφάλμα του αδελφού μου, είναι καλό να το σκεπάσω;» Κι ο Γέροντας απάντησε:
«Όποια ώρα σκεπάσουμε το σφάλμα του αδελφού μας, σκεπάζει και ο Θεός το δικό μας. Και όποια ώρα θα φανερώσουμε του αδελφού το σφάλμα, θα φανερώσει και ο Θεός το δικό μας».
*Είπε ένας Γέροντας: «Μην κρίνεις τον πόρνο, εάν εσύ είσαι σώφρων. Κι εσύ είσαι παραβάτης του νόμου όπως κι εκείνος. Γιατί Αυτός που είπε να μην πορνεύσεις (Ματθ. 5,27), είπε και να μην κρίνεις (Ματθ. 7,1)».
Μέγα Γεροντικό

Η ορθή πίστη ως ψυχική υγεία (Από το Γεροντικό, Θ. Χαμπάκη).


«Ο δειλός άνθρωπος, έλεγε ο μεγάλος αββάς Ισαάκ ο Σύρος ο σοφός, πάσχει κυρίως από δύο ψυχικές ασθένειες: από ολιγοπιστία και από φιλοσωματία. Όποιος αγωνίζεται να νικήσει αυτά τα δύο μεγάλα κακά είναι φανερό πως πιστεύει ολόψυχα στο Θεό και είναι έτοιμος να δεχθεί όλα τα δυσάρεστα που τυχόν Εκείνος θα παραχωρήσει.
(Από το Γεροντικό, Θ. Χαμπάκη).
Η εποχή μας, μεταξύ άλλων, έχει χαρακτηριστεί ως εποχή των ψυχικών ασθενειών. Όχι, βέβαια, πως τώρα εμφανίστηκαν αλλά τώρα ονομάστηκαν και αυξήθηκαν.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, ως οι εκφραστές της Θεολογίας και της ζωής της, μιλούν για την αμαρτία ως ασθένεια, για τους πνευματικούς πατέρες ως ιατρούς, για την Εκκλησία ως νοσοκομείο, για την υγεία ως θεραπεία από τα πάθη και αγιότητα – θέωση...
Με αυτή τη θεώρηση, οι ψυχικές ασθένειες είναι η έκφραση του λανθασμένου τρόπου ζωής, που, ασφαλώς, η Ορθόδοξη Εκκλησία μπορεί να θεραπεύσει. Όμως παρατηρούμε το φαινόμενο μέσα στην Εκκλησία να ζουν άνθρωποι φοβερά ασθενείς ψυχικά, με αλλοιωμένη πίστη και καταπιεσμένη ζωή.
Η δειλία π.χ. διαταράσσει την ηρεμία του ανθρώπου, τον κάνει να φοβάται και ν’ αγωνιά μπροστά στο ενδεχόμενο ασθενειών ή δυσκολιών που θα έλθουν στον ίδιο ή τους δικούς του. Πίσω από αυτό το φαινόμενο κρύβεται, κατά τον αββά Ισαάκ, η ολιγοπιστία και η φιλοσωματία. Η πρώτη ως διαταραχή της σχέσης του με το Θεό και η δεύτερη ως φιλαυτία, ως εγωκεντρισμός.
Έτσι η εκκλησιαστική ζωή, ως ζωή κι όχι θεωρία, φαίνεται στην καθημερινότητά μας. Αν, δηλαδή, ο Θεός δεν διαποτίζει όλες τις πτυχές της ζωής μας και η πίστη μας σ’ Αυτόν περιορίζεται στα «θρησκευτικά μας καθήκοντα» και σε κάποιες μέρες, είναι προφανές ότι δεν ζούμε την πίστη των Πατέρων μας με την ανάλογη, βέβαια, παθολογία.
Όπως η ασθένεια κατανοείται στα συμπτώματά της, το ίδιο και η λανθασμένη πίστη. Ο άπιστος – με την έννοια της αδύνατης πίστης – αναστατώνεται και διαλύεται όταν δεν έλθουν τα γεγονότα όπως τα υπολογίζει. Δεν μπορεί να εμπιστευτεί την πρόνοια του Θεού, δεν μπορεί να διακρίνει πίσω από τις αναποδιές, τις δυσκολίες και δοκιμασίες την αγάπη Του και το ενδιαφέρον Του για πνευματική ανάπτυξη.
Ο πιστός όμως που Τον εμπιστεύεται απόλυτα και συγχρόνως «ξέχασε τον εαυτό του» νικώντας τον εγωκεντρισμό του νικά τις φοβίες και ζει ήρεμα και φυσιολογικά. Ο εσωτερικός του κόσμος είναι ισορροπημένος, γι’ αυτό και δεν γνωρίζει ψυχικές ασθένειες. Ως άνθρωπος ταράσσεται στα απρόοπτα δυσάρεστα αλλά δεν διαλύεται ούτε χρειάζεται ψυχοφάρμακα για να ηρεμήσει.
Τα όσα γράφονται δεν είναι για κρίση κανενός αλλά για διάγνωση της πίστης ώστε να ζήσουμε με ψυχική υγεία, φυσιολογικά, απολαμβάνοντας την ομορφιά της ζωής και αντιμετωπίζοντας τα δυσάρεστα με ολόψυχη πίστη στο Θεό και Πατέρα μας.
π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

Συγχώρησε με Αδελφέ...


Δύο αδέλφια πήγαν μαζί στην έρημο κι ασκήτευαν στην ίδια καλύβη. Ο διάβολος, φθονώντας την αγάπη τους, βάλθηκε να τους χωρίση. 
'Ενα βράδυ ο νεώτερος πήγε ν'ανάψη το λυχνοστάτη, τον αναποδογύρισε και χύθηκε το λάδι. Ο μεγαλύτερος θύμωσε και του έδωσε ένα μπάτσο. Τότε ο πιο μικρός, χωρίς να ταραχτεί, έσκυψε, του έβαλε μετάνοια και είπε ταπεινά: 
-Συγχώρησε την απροσεξία μου, Αδελφέ. Τώρα αμέσως θα ετοιμάσω άλλο. 
Την ίδια νύχτα ένας ειδωλολάτρης ιερεύς, που έτυχε να βρίσκεται μέσα στο ειδώλειο, άκουσε τα δαιμόνια να κάνουν δικαστήριο μεταξύ τους. 'Ενα απ' αυτά ομολόγησε ντροπιασμένο στον αρχηγό του: 
-Πηγαίνω και κάνω άνω κάτω τους Μοναχούς. Μα τι φταίω, όταν κάποιος απ'αυτούς γυρίζει και βάζει στον άλλο μετάνοια και μου καταστρέφει όλη τη δουλειά; 
Ακούγοντας αυτά ο ειδωλολάτρης, έγινε ευθύς χριστιανός κι' αποτραβήχτηκε στην έρημο. Σ' όλη του τη ζωή κράτησε στην καρδιά του την ταπείνωσι και στο στόμα του είχε διαρκώς πρόχειρο το «συγχώρησόν με». 
Γεροντικό


«Μεγάλη ασφάλεια για την αποφυγή της αμαρτίας είναι η ανάγνωση της αγίας Γραφής» Από το Γεροντικόν


Παραίνεση των αγίων πατέρων για προκοπή στην τελειότηταΟ μακάριος Επιφάνιος έλεγε:
“Είναι απαραίτητο να αποκτούν, όσοι μπορούν, τα χριστιανικά βιβλία.
Και μόνο που τα βλέπουμε τα βιβλία, μας κάνουν πιο διστακτικούς προς την αμαρτία, αλλά και μας παρακινούν να ανοίγουμε τα μάτια όλο και περισσότερο προς το θέλημα του Θεού”.
Είπε πάλι:
“Μεγάλη ασφάλεια για την αποφυγή της αμαρτίας είναι η ανάγνωση της αγίας Γραφής”.
Είπε επίσης:
“Η άγνοια της αγίας Γραφής είναι μεγάλος γκρεμός και βαθύ χάσμα”.
Είπε ακόμη:
“Το να αγνοούν οι άνθρωποι εντελώς τους θείους νόμους είναι μεγάλη προδοσία της σωτηρίας”.
Είπε ο ίδιος πάλι:
“Ο Θεός στους αμαρτωλούς χαρίζει και το κεφάλαιο, όταν μετανοούν, όπως στην πόρνη και τον τελώνη, ενώ από τους δικαίους ζητάει και τόκους. Και αυτό είναι ακριβώς εκείνο που έλεγε ο Κύριος στους Αποστόλους:
Εάν η ευσέβειά σας δεν ξεπεράσει την ευσέβεια των Γραμματέων και των Φαρισαίων, δεν θα μπείτε στη Βασιλεία των Ουρανών”.
Από το Γεροντικόν

Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


«Είχα πολλές πτώσεις, θλίψεις και βάσανα σ’ όλη μου τη ζωή, αλλά δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς. Οι Άγιοι Πατέρες λένε: “Πώς θα ξέρουμε ότι ο Θεός μάς αγαπά πραγματικά, αν δεν μας περάσει μέσα από πολλή οδύνη και θλίψη;”.« 
»Υπάρχουν στιγμές που οι άνθρωποι απελπίζονται και αποκαρδιώνονται, πράγμα που, με τον τρόπο του αυτό, αποτελεί ένα είδος υπερηφάνειας. Αν ένας άνθρωπος αγαπά τα πράγματα αυτού του κόσμου, τότε σίγουρα θα οδηγηθεί στην απογοήτευση, διότι δεν πρόκειται να βρει μέσα σ’ αυτά τον Θεό. Κάθε άνθρωπος νοιώθει ενίοτε μόνος, ακόμα κι όταν βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους, μέχρι τη στιγμή που απελευθερώνεται από τα πράγματα του κόσμου τούτου. Σ’ αυτό το σημείο ο Θεός έρχεται να τον παρηγορήσει.«
»Η ψυχή νοιώθει μόνη, επειδή η δύναμη της Χάριτος μειώνεται μέσα της, εξαιτίας του ενδιαφέροντος που δείχνει η ψυχή προς τα πράγματα του κόσμου τούτου. Δεν μπορεί κανείς ν’ ακολουθήσει και τους δύο δρόμους! Αν δεν ταπεινωθεί η ψυχή, δεν μπορεί να δεχτεί την πληρότητα της θείας Χάριτος· διότι, αν τη δεχτεί σε κατάσταση υπερηφάνειας (μέσα στην οποία βρίσκεται), θα καταλήξει σίγουρα σε μεγάλη πονηρία, όπως ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση των πεπτωκότων αγγέλων.«
»Ο Κύριος γνωρίζει τα πάντα· μας ήξερε πριν ακόμα κι από τη σύλληψή μας. Αυτός είναι ο λόγος που μας έδωσε το νόμο της υπακοής μέσω του Μωυσή στο όρος Σινά. Αυτός ο νόμος δόθηκε εξαιτίας ημών, που έχουμε ανάγκη από διόρθωση, όχι εξαιτίας όσων είναι πράοι και ταπεινοί. Αυτοί δεν χρειάζονται τούτο το νόμο. Ο νόμος της υπακοής είναι απαραίτητος για τη διόρθωση του θελήματός μας, την ευθυγράμμιση της ελεύθερης βούλησής μας με την ταπείνωση, τη δικαιοσύνη και την αγάπη. Η υπακοή είναι απαραίτητη για την επίτευξη της αρμονίας. Οι άγγελοι είναι ολότελα υπάκουοι και η αρμονία και η αγάπη τους είναι τέλειες. Πρέπει κι εμείς επίσης να μιμηθούμε το παράδειγμα της υπακοής τους στις σχέσεις μας με τους γονείς μας. Οι Άγιοι Πατέρες λένε ότι η υπακοή είναι μεγαλύτερο πράγμα και από τη νηστεία ή την προσευχή. Αυτό είναι κάτι που δεν το καταλάβαινα καλά όταν ήμουν νέος. Αν δεν έχουμε υπακοή, τότε η νηστεία μας (αλλά και κάθε άλλη άσκηση) είναι μάταιη. Γνωρίζουμε ότι κάθε καλή δωρεά προέρχεται από το Άγιο Πνεύμα. Οι Άγιοι Πατέρες αξιώθηκαν των δωρεών μέσα από την προσευχή και τη νηστεία, αλλά πάνω απ’ όλα είχαν υπακοή. Πρέπει να μάθουμε να σκύβουμε το κεφάλι μπροστά στο θέλημα του Θεού και να μην επιμένουμε στο δικό μας θέλημα. Η υπακοή στο θέλημα του Θεού επιτυγχάνεται διά της υπακοής μας προς τους γέροντές μας, τους γονείς μας, τους δασκάλους μας, τους προϊσταμένους μας στην εργασία, κτλ. Αν έχουμε υπακοή, θα καταλαβαίνουμε πάντα ΤΙ είναι αυτό που απαιτείται από ’μας.«
»Ζούμε έτσι πάνω σ’ αυτή τη γη, ώστε διαρκώς υποδουλωνόμαστε σε υλικά πράγματα, ενώ οι άγγελοι ποτέ. Αυτή η ζωή μάς δόθηκε ώστε να μπορούμε να μάθουμε για την αιώνια ζωή, να μπορούμε να μάθουμε πώς να γίνουμε ελεύθεροι, πώς να πορευόμαστε ελεύθεροι, με καθαρή συνείδηση και αγνούς λογισμούς. Όταν είμαστε ελεύθεροι, δεν έχουμε πνευματικό πόλεμο· η νίκη είναι δική μας, διότι έχουμε εγκαταλείψει τον εαυτό μας στον Θεό και Τον λατρεύουμε με την καρδιά μας, ενωμένοι μαζί Του και έχοντας τους λογισμούς μας αποδεσμευμένους από τούτο τον κόσμο. Εκείνος είναι ο Ένας που καθορίζει τη ζωή μας, κι εμείς αποδεχόμαστε ο,τιδήποτε μας συμβαίνει σαν να μας το δίνει το ίδιο Του το χέρι.«
»Η ζωή μας στη γη είναι σαν ένα “επιτίμιο”. Μην ξαφνιάζεστε που συμβαίνουν άσχημα πράγματα συνεχώς. Ο Κύριος επιτρέπει να μας συμβαίνουν κάθε είδους γεγονότα ενάντια στο θέλημά μας, διότι αν συνεχώς πήγαιναν τα πράγματα καταπώς τα θέλαμε εμείς, δεν θα προετοιμαζόμασταν για τη Βασιλεία των Ουρανών. Ούτε ο ουρανός, ούτε η γη θα κάνει δεκτούς όσους εμμένουν στο ίδιον θέλημα. Ο Θεός έχει ένα θείο σχέδιο για τον καθένα από ’μας κι εμείς πρέπει να υποταχθούμε σ’ αυτό Του το σχέδιο. Πρέπει να αποδεχτούμε τη ζωή όπως μας δίδεται, χωρίς να ρωτάμε “γιατί σ’ εμένα;”. Πρέπει να ξέρουμε πως τίποτα πάνω στη γη ή στον ουρανό δεν συμβαίνει χωρίς τη θέληση του Θεού ή χωρίς την παραχώρησή Του. Δεν πρέπει να μας απασχολούν τόσο οι αναποδιές μας, αλλά να συγκεντρωνόμαστε στη διατήρηση της εσωτερικής μας ησυχίας. Ακόμα κι όταν προσευχόμαστε για κάτι, (στην ουσία) προσπαθούμε να επιβάλλουμε το δικό μας θέλημα, αντί ν’ αποδεχόμαστε το θέλημα του Θεού. Όλες οι αναποδιές και τα δεινά που στέλνει ο Θεός είναι απαραίτητα για ’μας, αλλά εμείς δεν το καταλαβαίνουμε αυτό στα νιάτα μας. Όταν είμαστε γεροντότεροι, τότε καταλαβαίνουμε ότι αυτός είναι ο τρόπος που ο Θεός μάς δείχνει την αγάπη Του».
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΘΑΔΔΑΙΟΣ ΤΗΣ ΒΙΤΟΒΝΙΤΣΑ
(1914–2003)

[«Οι λογισμοί καθορίζουν τη ζωή μας»
–Βίος και Διδαχές του Γέροντα Θαδδαίου
της Βιτόβνιτσα (2014–2003),
μέρος 2ο, κεφ. 10ο, §9–11 και §15–17,
σελ. 184–186 και 190–192,
μετάφραση – επιμέλεια: Βασίλης Αργυριάδης,
εκδόσεις «Εν Πλώ»,
Αθήνα, Σεπτέμβριος 20146.]


Ο φιλάνθρωπος Θεός όμως, που εργάζεται για την σωτηρία του κάθε ανθρώπου, έβαλε στο νού της τη μνήμη των οδυνηρών κολάσεων και την αρχική δόξα και τιμή, από την οποία είχε ξεπέσει. ( Γεροντικό )


Κάποια μοναχή πολεμήθηκε με λογισμούς πορνείας. Κι επειδή δεν μπορούσε να υπομείνει τον πόλεμο, έφυγε από το μοναστήρι της και γύρισε στον κόσμο. 
Δεν άργησε να καταλήξει σε πορνείο. Έμεινε εκεί αρκετά χρόνια και πλούτισε πολύ , γιατί ήταν πολύ όμορφη. 
Ο φιλάνθρωπος Θεός όμως, που εργάζεται για την σωτηρία του κάθε ανθρώπου, έβαλε στο νού της τη μνήμη των οδυνηρών κολάσεων και την αρχική δόξα και τιμή, από την οποία είχε ξεπέσει.
Και εκείνη αφού τα’αναλογίστηκε όλα αυτά, εγκατέλειψε πλούτη και περιουσία, κι έτρεξε στο μοναστήρι της , σαν προβατίνα που γλύτωσε από το στόμα των λύκων. 
Μόλις όμως έφτασε στην πύλη της μονής, έπεσε κάτω και ξεψύχησε . 
Εκεί κοντά ζούσε κάποιος έγκλειστος μοναχός, που είδε σε όραμα την νύχτα εκείνη αγγέλους και δαίμονες έξω από το μοναστήρι. 
Φιλονεικούσαν όλοι μπροστά στη νεκρή για την ψυχή της. 
-Εφόσον μετανόησε, είναι δική μας, έλεγαν οι άγγελοι. 
-Μέχρι τώρα δούλευε σε μας , διαμαρτύρονταν οι δαίμονες. Άλλωστε δεν πρόφτασε να μπει στο μοναστήρι να μετανοήσει. 
Ενώ έτσι φιλονεικούσαν, ήρθε άλλος άγγελος από τον ουρανό. 
-Γιατί φιλονεικείτε; Τους ρώτησε και ύστερα τους είπε ότι ο αγαθός Θεός, αφότου η μοναχή σκέφτηκε να μετανοήσει, από την ίδια εκείνη στιγμή δέχθηκε την μετάνοια της. 
Αμέσως συνήλθε ο μοναχός από το όραμα και έτρεξε να αναγγείλει στην ηγουμένη τα συμβάντα. Αφού περιποιήθηκαν το λείψανο, το έθαψαν στο κοιμητήριο και ευχαρίστησαν τον ελεήμονα Θεό, που και μόνο ένα καλό λογισμό τον δέχεται σαν μετάνοια. 

Από το Γεροντικό

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Ὁ ἄνθρωπος διά τάς ἁμαρτίας του ὑποφέρει


  

   Ο άνθρωπος δια τας αμαρτίας του υποφέρει, και όμως η αγαθότης του Θεού, τους πόνους, που εγέννησεν η αμαρτία, τους λογίζεται ως εργασίαν πνευματικήν και δίδει βραβεία και μισθούς. Πώς να μη αγαπήσωμεν έναν τοιούτον Θεόν και να μη δώσωμεν όλην μας την ζωήν εις την λατρείαν Του! 
  Δυστυχώς όμως, παρ΄ όλα αυτά, ημείς Τον ξεχνούμεν, εγώ πρώτος, δια τούτο και παραβαίνομεν τας εντολάς Του, διότι εάν ενεθυμούμεθα τον Θεόν, θα ενεθυμούμεθα και τι διατάζει ο Θεός και ο φόβος προς Αυτόν θα μας καθιστά νομοταγείς και προσεκτικούς.

Θα ενεθυμούμεθα την κρίσιν, την γέενναν του πυρός, και θα εχύναμε δάκρυα μετανοίας, καθ΄ όσον μακράν υπάρχομεν δακρύων και πένθους, τόσον υπάρχομεν προσκεκολλημένοι εις τα γήϊνα και φθαρτά. 
   Η μέριμνα των άνω γεννά τον πόθον της κληρονομίας αυτών, δηλαδή των αιωνίων αγαθών και η αγαθή αύτη μέριμνα, μας αποσπά από την εφάμαρτον προσκόλλησιν επί των φθειρομένων προσκαίρων αγαθών. Δώη ημίν Κύριος ο Θεός σύνεσιν αγαθήν, όπως τακτοποιήσωμεν το θάμα της ψυχής μας, πριν φύγωμεν δια τον άλλον κόσμον. 
 Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης

Γέροντας Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης: «Νά μή θυμώνης, δεῖγμα ἐγωϊσμοῦ εἶναι αὐτό»


 Να μη θυμώνης, δείγμα εγωϊσμού είναι αυτό, η δε πραότης και η μακροθυμία, δείγμα ταπεινώσεως.
Δια τούτο, παιδί μου, εάν θέλης να σμικρύνης και να εκριζώσης τα πάθη σου, την ταπείνωσιν και την αυτοκατηγορίαν αγάπησον, μόνον με αυτόν τον τρόπον κυρίως ελαττώνονται και εξαλείφονται τα πάθη.

«Τούς κακούς λογισμούς μέ τίς »κλωτσιές» νά τούς διώκης»(Γέροντας Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης)


 

  Πρόσεχε το μυαλό να μη σου φεύγη εδώ και εκεί, αλλά κόλλησέ το σφικτά εις το όνομα του Χριστού,και ωσάν να είναι έμπροσθέν σου, να Τον ικετεύης επικαλούμενος το όνομά Του με πόνον ψυχής και τότε θα ίδης πόσην ωφέλειαν θα βγάλης.
 Τους κακούς λογισμούς έξω γρήγορα με τις «κλωτσιές» να τους διώκης, «έξω, αλήτες», να φωνάζης, «από τον ναόν του Θεού, από την ψυχήν μου»! Δίωκε τους κακούς λογισμούς αμέσως, μόλις έλθουν, μη τους αφήνης μέσα σου, διότι κινδυνεύεις να υποστής πληγήν και ύστερα χρειάζονται δάκρυα και στεναγμοί.
 Κάμνε υπομονήν, παιδί μου, φεύγε ως από φωτιά τους λογισμούς, διότι αυτοί ερημώνουν την ψυχήν, την ψυχραίνουν, την νεκρώνουν!Εάν όμως τους διώκωμεν με την οργήν, με την προσοχήν και την ευχήν, γίνονται πρόξενοι μεγάλης ωφελείας.
 Δια τούτο αγωνίζου, μη φοβού, επικαλού τον έτοιμον ιατρόν μας, δεν χρειάζονται πολλαί παρακλήσεις, δεν ζητεί χρήματα δεν συχαίνεται πληγάς, δέχεται τα δάκρυα, ως καλός Σαμαρείτης, περιθάλπει και επιμελείται τον τραυματισμένον από τους νοητούς ληστας. Ας σπεύσωμεν λοιπόν εις Αυτόν.
www.vimaorthodoxias.gr

Γέροντας Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης – Ἡ ἀγάπη τοῦ Οὐράνιου Πατέρα


 Ο Θεός μας είναι αγάπη και «ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ». Όποιος Χριστιανός δεν έχει την αγάπη του Θεού μέσα στην καρδιά του, δεν έχει ζωή Χριστού στην ψυχή του.
Αυτό το μεγάλο έργο της φιλανθρωπίας του Θεού, το να κατέβει ο Θεός, ο Λόγος του Θεού να γίνει άνθρωπος, να λάβει σάρκα, να κατοικήσει ανάμεσά μας, να μας πλησιάσει, δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά η απέραντη φιλανθρωπία της θείας αγάπης.
Η αγάπη του Θεού είναι αυτή που μας προστατεύει και μας φροντίζει για όλα. Εμείς οι άνθρωποι αμαρτάνουμε και λυπούμε τον Θεό. Ασεβούμε πολλάκις, αλλά η φιλανθρωπία Του είναι απέραντη και όλα τα συγχωρεί. Όλοι μας, και πρώτος εγώ, έχουμε λυπήσει αυτή την μεγάλη καρδιά του Θεού, που λέγεται αγάπη προς τον άνθρωπο. Γι’ αυτό θα πρέπει να προσέξουμε στην ζωή μας, στον βίο μας, και στη συνέχεια να μην Του δώσουμε ξανά την πίκρα της αμαρτίας.
Η παραβολή του αγίου Ευαγγελίου, η παραβολή του ασώτου υιού, είναι μία όσο γίνεται ακριβέστερη έκφραση της αγάπης του Θεού Πατέρα προς τον αμαρτωλό άνθρωπο. Εκεί βλέπουμε ότι ο άσωτος υιός, που απεικονίζει κάθε αμαρτωλό άνθρωπο πάνω στη γη, ζήτησε από τον πατέρα του να του δώσει το μέρος που του ανήκει από την πατρική περιουσία ως υιός. Βέβαια πάρα πολύ άφρονα, άμυαλα ζήτησε να πάρει το μερίδιό του και ν’ αποσπαστεί από την πατρική στέγη, από την πατρική αγάπη, από την πατρική φροντίδα. Και νομίζοντας ότι είναι ικανός μόνος του να φροντίσει περί της ζωής του, έφυγε και η αμυαλοσύνη πληρώθηκε πάρα πολύ ακριβά. Όπως διαλαμβάνει το άγιο Ευαγγέλιό μας, ο άσωτος αυτός υιός κατασπατάλησε όλη αυτή την περιουσία ζώντας μία αμαρτωλή ζωή.
 Η αμαρτωλή ζωή γεννά θάνατο. Ο μισθός της αμαρτίας είναι ο ψυχικός θάνατος και πολλάκις γίνεται αιτία να πεθάνει κανείς και σωματικά. Ο άσωτος υιός αφού σπατάλησε ό,τι είχε πάρει σαν περιουσία, κατήντησε να βόσκει χοίρους και να ζει με τα ξυλοκέρατα των χοίρων. Δηλαδή όταν ο άνθρωπος πάρει την περιουσία της Χάριτος του Θεού, όταν αξιωθεί του αγίου Βαπτίσματος, μετά, όταν απομακρυνθεί από αυτή τη Χάρη, διότι διέκοψε αυτή την επαφή με τον Θεό Πατέρα, καταντά να γίνει σκεύος του διαβόλου, σκεύος της αμαρτίας, «ζων ασώτως» μακράν του Θεού, κυλιόμενος συνεχώς από αμαρτία σε αμαρτία.
Βλέπουμε πάλι στην παραβολή, ότι ο άσωτος κάποια στιγμή ήρθε στον εαυτό του, κατάλαβε το λάθος του. Όταν έπραττε την αμαρτία φαίνεται ότι ήταν εκτός εαυτού, εκτός λογικής, εκτός συνέσεως και σωφροσύνης. Ήρθε στον εαυτό του –λέει ο Χριστός μας– και είπε, σκέφθηκε, συλλογίστηκε: «πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων; Εγώ εδώ στα ξένα χάνομαι και απόλλυμαι. Καλύτερα να γυρίσω πίσω και δεν θα ζητήσω από τον πατέρα μου να με αποκαλεί παιδί του, διότι δεν είμαι άξιος, αλλά θα του πω να με λογίσει έναν από τους υπηρέτες του. Αυτοί περνούν τόσο καλά εκεί, να γίνω και εγώ ένας τέτοιος, μου αρκεί αυτό. Δεν έχω πρόσωπο να του ζητήσω υιοθεσία διότι απώλεσα την αξιοπρέπεια της υιοθεσίας. Διότι σπατάλησα ό,τι είχα από τον πατέρα μου, μου αρκεί να επιστρέψω».
Αυτά και τόσα άλλα σκέφθηκε και έβαλε απόφαση να ξεκινήσει. Πριν ακόμα ξεκινήσει, ο πατέρας του τον περίμενε έξω με ανοιχτή την αγκάλη του. Τόσο πολύ είναι έτοιμος ο Θεός να δεχτεί έναν αμαρτωλό. Πήρε ο άσωτος τον δρόμο της επιστροφής, της σωτηρίας, πήρε τον δρόμο τον ίσιο και έφτασε στο πατρικό σπίτι του. Ο πατέρας αμέσως τον αγκάλιασε, τον φίλησε, έκλαψε επάνω του, έκλαψε και ο άσωτος, και άρχισε να του λέει: «Ήμαρτον, πάτερ, εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, δεν είμαι άξιος κληθήναι υιός σου, αλλά ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου».
Τι απαντά ο Πατέρας;

Ἡ χάρη τῆς προσευχῆς φέρνει τό νοῦ σέ ἐπαφή μέ τό Θεό (Ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὀμολογητής)


Η συνεχής προσευχή χωρίζει το νου απ’ όλα τα νοήματα και έτσι τον εμφανίζει γυμνό από περισπασμούς ενώπιον του Θεού· διότι τα νοήματα προκαλούνται από διάφορα πράγματα. Τα δε πράγματα είναι άλλα αισθητά και άλλα νοητά. Εφ’ όσον λοιπόν ο νους διακινείται μέσα στην περιοχή των πραγμάτων αυτών, αυτά συλλαμβάνει και αυτά τα νοήματα περιφέρει. Η δε χάρη της προσευχής φέρνει τον νου σε επαφή με το Θεό. Αφού δε τον ενώσει με το Θεό, τον χωρίζει απ’ όλα τα νοήματα· τότε ο νους γυμνός πλέον επικοινωνεί μαζί Του και γίνεται θεοειδής. Αφού δε γίνει θεοειδής, ζητεί από το Θεό τα πρέποντα κι έτσι δεν σφάλλει ποτέ στα αιτήματά του, διότι πάντοτε η παράκλησή του πραγματοποιείται από το Θεό. Γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος μας διατάσσει: «αδιαλείπτως προσεύχεσθε…», για να πετύχουμε με την διαρκή συνάφεια του νου μας με το Θεό, σιγά-σιγά την αποκοπή του από κάθε προσκόλληση στα υλικά.Ερώτηση: Και πώς ο νους μπορεί να προσεύχεται συνεχώς, εφ’ όσον όταν ψάλλουμε ή διαβάζουμε ή συνομιλούμε ή διακονούμε, ο νους διαμοιράζεται σε πολλά νοήματα και θεωρήματα;
Απόκριση: Η Αγία Γραφή τίποτε το αδύνατον δεν προστάζει, αφού κι ο ίδιος ο Απόστολος και έψαλλε και διάβαζε και δίδασκε και διακονούσε και υπέφερε από τους διωγμούς, κι όμως προσευχόταν αδιαλείπτως. Διότι αδιάλειπτος προσευχή είναι το να έχουμε το νου πάντοτε προσηλωμένο με πολλή ευλάβεια και πόθο στο Θεό· να εξαρτάται πάντοτε ο άνθρωπος από την ελπίδα προς Αυτόν και να στηρίζει το θάρρος του για όλα τα έργα του σ’ Αυτόν· όλα όσα συμβαίνουν να τα αντιμετωπίζει όπως ο Απόστολος, που έλεγε σ’ όλες τις περιστάσεις: «ποιός μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; θλίψη ή στενοχώρια ή πείνα…, ή μαχαίρι;» (Ρωμ. 8, 35). Και κατόπιν διαβεβαιώνει, συνεχίζοντας: «είμαι βέβαιος ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχές ούτε άλλες ουράνιες δυνάμεις ούτε παρόντα ούτε μελλοντικά ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε κάποιο άλλο δημιούργημα θα μπορέσουν να μας χωρίσουν από την αγάπη του Θεού, όπως φανερώθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας». Αυτή λοιπόν την εσωτερική εργασία είχε ο Απόστολος προσευχόμενος συνεχώς και αδιαλείπτως· διότι σε όλα του τα έργα, όπως είπαμε, και σε όλα όσα του συνέβαιναν είχε εξαρτήσει τον εαυτό του από την ελπίδα προς το Θεό. Γι’ αυτό και όλοι οι Άγιοι έχαιραν πάντοτε στις θλίψεις που τους συνέβαιναν, για να συνηθίσουν να ελπίζουν στο Θεό. Έχω λοιπόν τη γνώμη, ότι αυτή είναι η ασύγκριτη και καθαρή κατάσταση της προσευχής. Να κατορθώσει δηλαδή ο νους να βρεθεί έξω από τη σάρκα και τον κόσμο και να προσεύχεται τελείως απαλλαγμένος από την ύλη και τις μορφές του κόσμου.
 Αυτός λοιπόν που θα κατορθώσει να διατηρήσει ακέραιη αυτή την κατάσταση της ψυχής, αυτός πραγματικά προσεύχεται αδιαλείπτως.
(Από το βιβλίο «Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος)

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Όσιος Θεόγνωστος: Περί πράξεως και θεωρίας και περί ιερωσύνης


1. Τότε να νομίζεις ότι έχεις αληθινή αρετή, όταν καταφρονήσεις τελείως όλα τα επίγεια, και έχεις πάντοτε έτοιμη την καρδιά σου με καθαρή συνείδηση να μεταβείς στον Κύριο. Αν θέλεις να σε γνωρίσει ο Θεός, μείνε όσο περισσότερο μπορείς άγνωστος στους ανθρώπους. 

2. Πρόσεχε τις περιττές παρηγοριές του σώματος και απόφευγέ τες, μήπως σου πάρουν κάτι από τους κόπους σου, στο βαθμό δηλαδή που τη θέση των προηγούμενων κόπων —πριν από την απόκτηση της απάθειας— την παίρνει η άνεση. Και να θεωρείς ζημία όχι τη στέρηση των ηδονικών, αλλά την έκπτωση, εξαιτίας της απολαύσεώς τους, από τα καλύτερα.


3. Να θεωρείς συνειδητά τον εαυτό σου μυρμήγκι και σκουλήκι, για να γίνεις θεόπλαστος. Γιατί αν δε συμβεί το πρώτο, δεν θα ακολουθήσει το δεύτερο. Και όσο κατεβαίνεις, τόσο και θα ανεβείς. Όταν λογαριάζεις τον εαυτό σου σαν ένα τίποτε ενώπιον του Κυρίου, κατά τον Ψαλμωδό, τότε γίνεσαι μέγας από μικρός χωρίς να το καταλάβεις. Και όταν νομίζεις ότι δεν έχεις και δεν γνωρίζεις τίποτε, τότε γίνεσαι πλούσιος σε πράξη και γνώση επαινετή από τον Κύριο. 

4. Σύντριψε τη δύναμη του αμαρτωλού και πονηρού, δηλαδή της ηδονής και της πονηρίας, από τις οποίες γεννιέται κάθε κακία. Και να τη συντρίψεις με την εγκράτεια και με την ακακία που προξενεί η ταπείνωση. Έτσι, κι αν αναζητηθούν μ' επιμονή και λεπτομέρεια οι αμαρτίες σου τον καιρό που θα εξετάζονται τα έργα των ανθρώπων, να μη βρεθεί τίποτε. Γιατί σβήνονται οι αμαρτίες, όταν μισήσομε τις αιτίες που τις προξένησαν και πολεμήσομε εναντίον τους, επανορθώνοντας έτσι την πρώτη ήττα με την τελική νίκη. 

5. Τίποτε δεν είναι καλύτερο από την καθαρή προσευχή, από την οποία αναβλύζουν σαν από πηγή οι αρετές: η σύνεση, η πραότητα, η αγάπη, η εγκράτεια και η βοήθεια και παρηγοριά από το Θεό που έρχεται μετά τα δάκρυα. Ομορφιά της προσευχής είναι η προσήλωση της διάνοιας μόνο σ' εκείνα που λέγονται και νοούνται και η πάντα ακόρεστη επιθυμία να επιτύχει κανείς το θείο· τότε ο νους, προσπαθώντας ν' ανιχνεύσει τον Κύριό του μέσω της θεωρίας των όντων και ζητώντας με δίψα φλογερού πόθου να βρει και να δει τον αθέατο, ή θεωρώντας το σκοτάδι που Τον αποκρύβει, γυρίζει πάλι πίσω με άπειρη ευλάβεια και μαζεύεται στον εαυτό του αρκούμενος στη λίγη έστω θεωρία που του φανερώνεται για το συμφέρον του και παρηγοριέται με αυτήν. Κι έχει οπωσδήποτε ελπίδα ότι τότε θα φτάσει το ποθούμενο, όταν διαλυθούν οι εικόνες και οι σκιερές φαντασίες που βλέπομε τώρα σαν μέσα σε καθρέφτη και μ' αινίγματα, και πραγματοποιηθεί για πάντα η κατά πρόσωπο καθαρή δράση του Θεού.

Σύντομη βιογραφία και εισαγωγικά σχόλια στα κείμενα του αγίου Ησαΐα του αναχωρητή


ΣΥΝΤΟΜΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ο όσιος πατέρας μας Ησαΐας ο Αναχωρητής έζησε γύρω στο 370 μ.Χ.. Ήταν σύγχρονος του αββά Μακαρίου του Μεγάλου. Μελετώντας νύχτα και ημέρα τις θείες Γραφές, άντλησε από τις σωτήριες πηγές τους πλούσιο το νερό της πνευματικής σοφίας και έγραψε πολλούς και πάρα πολύ καλούς λόγους πάνω σε διάφορα ψυχωφελή θέματα, ώστε ν' αποτελούν ολόκληρο βιβλίο. Από αυτούς παραθέτουμε εδώ αυτόν τον μικρό λόγο, για χάρη εκείνων που επιθυμούν να προσέχουν και να φυλάγουν το νου τους. Ο λόγος αυτός διδάσκει με συντομία πως να αποκρούομε τις προσβολές των πονηρών λογισμών, για να μη μας κατηγορεί η συνείδηση, πως να μελετούμε τα θεία και πως να διατηρούμε καθαρά τα τρία μέρη της ψυχής με κάθε αταραξία και επιτηδειότητα.


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Ασκητής της εποχής του πρωτογενούς μοναχισμού της Αιγύπτου, ο όσιος Ησαΐας ο Αναχωρητής, μεταξύ των άλλων έργων του παρήγαγε και τα εικοσιεπτά κεφάλαια, τα οποία οι εκδότες της Φιλοκαλίας, ως ωφελιμότατα, ενσωμάτωσαν σ' αυτήν.


Πρόκειται για μια δέσμη πνευματικών και ασκητικών εμπειριών ενός μεγάλου ησυχαστή, που η αξία τους αυξάνεται από το γεγονός της πρωτοτυπίας τους, αφού αποτελούν άνθη του πρώιμου μοναχισμού και έχουν γραφεί χωρίς την βοήθεια της ανύπαρκτης ακόμη ησυχαστικής παραδόσεως.


Βέβαια, του οσίου Ησαΐα προηγήθηκαν ελάχιστα μεν, πλην μεγάλα αναστήματα της Ερήμου, που, ως ταπεινός, επωφελήθηκε της πείρας τους και διασταύρωσε την πνευματική του γνώση. Αλλά ο ίδιος συνεισέφερε το μεγαλύτερο μέρος από την προσωπική του εμπειρία, κατά τους πολέμους με τον διάβολο και τα πάθη, αλλά και από την μελέτη των Γραφών, όπως προκύπτει από όλο το έργο του και τα κεφάλαια «περί τηρήσεως του νοός», με τις συχνές αναφορές στις ιερές Γραφές.


Το απόσπασμα αυτό απευθύνεται σε μοναχούς, κυρίως ησυχαστές, αλλά είναι ωφελιμότατο και για τους λαϊκούς χριστιανούς, αφού και τα ψεκτά πάθη είναι κοινά, κοινή η ανθρωπολογική σύνθεση, κοινή η πίστη, κοινή η χάρη και κοινοί οι πόλεμοι από τον κόσμο, τον διάβολο και τα πάθη.

Στα εικοσιετπά κεφάλαια γίνεται αισθητή η προσωπική εμπειρία του Οσίου, που αποτελεί και το βασικό κριτήριο της διδασκαλίας του, σε συνδυασμό με τις Γραφικές μαρτυρίες. Εξαίρει, σαν παράγοντα αντιστάσεως στις προκλήσεις των παθών και στις προσβολές των δαιμόνων, τον θυμό. Δηλαδή την εξέγερση του θυμοειδούς μέρους της ψυχής, προκειμένου να κινηθεί η ψυχή με ανδρεία κατά της επιτιθέμενης αμαρτίας. Και είναι γνωστό, απ' όλη την ασκητική γραμματεία, ότι ο κύριος σκοπός του θυμοειδούς είναι η ρωμαλέα αντίσταση και η ορμητική επίθεση μόνο κατά της αμαρτίας.

Μάξιμος ο Ομολογητής: Τρίτη εκατοντάδα διαφόρων κεφαλαίων περί Θεολογίας, Οικονομίας, αρετής και κακίας


1. Ένα είναι το πάνω από άναρχο και πάνω από ουσία Αγαθό, η Αγία Τρισυπόστατη Μονάδα, Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα· μια άπειρη συμφυΐα τριών απείρων. Έχει εντελώς απλησίαστο απ' όλα τα όντα τον λόγο του είναι της, του πώς υπάρχει, του τι και ποιο είναι. Ξεφεύγει από κάθε νόηση όσων νοούν, αφού δεν εξέρχεται διόλου από την κατά φύση κρύφια εσωτερικότητά της, και αφού απλώνεται πέρα από κάθε γνώση όλων των γνώσεων.

2. Αυτό που στην ουσία Του είναι απόλυτα αγαθό, είναι εκείνο που μήτε αρχή έχει, μήτε τέλος, μήτε αιτία της υπάρξεως, μήτε οποιαδήποτε ως προς την ύπαρξή Του κίνηση προς κάποια αιτία.
Εκείνο που δεν είναι έτσι, ούτε υπάρχει απόλυτα, αφού έχει αρχή και τέλος και αιτία υπάρξεως και τη σχετική με την ύπαρξη κίνηση προς κάποια αιτία. Αυτό που δεν υπάρχει απόλυτα, και αν λέγεται ότι υπάρχει, κατά μέθεξη και επειδή θέλει το απόλυτο ον και υπάρχει και λέγεται.

3. Αν ο Λόγος προηγείται και κατευθύνει τη δημιουργία των όντων, τότε ούτε υπήρχε, ούτε υπάρχει, ούτε θα υπάρξει λόγος ανώτερος του Λόγου. Ο Λόγος δεν είναι χωρίς νου ή χωρίς ζωή, αλλά με νου και ζωή, αφού έχει τον Πατέρα ως νού που υφίσταται κατ' ουσίαν και ο οποίος Τον γεννά, και το Άγιο Πνεύμα ως ζωή που υφίσταται κατ' ουσίαν και συνυπάρχει μ' Αυτόν.

4. Ένας Θεός υπάρχει, Πατέρας που γέννησε έναν Υιό, και πηγή του Αγίου Πνεύματος. Είναι Μονάδα που δε συγχέεται και Τριάδα που δε διαιρείται· άναρχος Νους, μόνος γεννήτορας κατά την ουσία του μόνου άναρχου Λόγου και πηγή της μόνης προαιώνιας ζωής, δηλαδή του Αγίου Πνεύματος.

5. Ο Θεός είναι ένας γιατί μία είναι η θεότητα. Είναι Μονάδα άναρχη, απλή, πάνω από κάθε ουσία, αμέριστη και αδιαίρετη. Η ίδια είναι και Μονάδα και Τριάδα κτλ.

6. Αν κάθε μετοχή (σε κάποια κατάσταση) προηγείται στη νόηση από εκείνα που μετέχουν, τότε είναι φανερό ότι η Αιτία των όντων είναι ασυγκρίτως και με κάθε τρόπο πάνω από τα όντα, επειδή κατά φύση προϋπάρχει και νοείται πριν από τα όντα. Δεν υπάρχει δηλαδή ως ουσία σε συμβεβηκότα, γιατί τότε το θείο θα αποδειχθεί κάτι σύνθετο, που έχει για συμπλήρωση της υπάρξεώς Του την ύπαρξη των όντων· αλλά υπάρχει ως η υπερουσιότητα της ουσίας.

Γιατί αν οι τέχνες εφεύραν τα σχήματα των προϊόντων τους και η φύση γενικά τις μορφές όσων περιέχει, πολύ περισσότερο ο Θεός έφερε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη τις ουσίες των όντων, αφού είναι υπερούσιος, ή μάλλον, είναι και από κάθε έννοια υπερουσιότητας απείρως πιο πάνω. Αυτός είναι που συνέζευξε τις τέχνες με τις επιστήμες προς εξεύρεση σχημάτων, και έδωσε στη φύση την ενέργεια με την οποία δημιουργούνται οι διάφορες μορφές, και στις ουσίες έδωσε την ύπαρξη, όποια είναι αυτή.

7. Αυτός που δεν είναι μεθεκτός από τα όντα κατά την ουσία Του, αλλά θέλει να μετέχεται με άλλο τρόπο από αυτούς που μπορούν, δεν απομακρύνεται διόλου από την κρυφιότητα της ουσίας Του. Οπότε και αυτός ο τρόπος με τον οποίον μετέχεται θεληματικά, όπως Αυτός γνωρίζει, είναι για πάντα σε όλους αφανέρωτος. Έτσι και θέλοντας έφερε στην ύπαρξη εκείνα που μετέχουν, κατά το λόγο που Εκείνος γνωρίζει από υπερβολική δύναμη της αγαθότητάς Του. Αυτό λοιπόν που έγινε με τη θέληση του Δημιουργού του, δεν μπορεί ποτέ να είναι συνάναρχο με Εκείνον που θέλησε να το κατασκευάσει.

8. Ο Λόγος του Θεού που γεννήθηκε μια φορά κατά σάρκα, γεννιέται θεληματικά πάντοτε κατά πνεύμα από φιλανθρωπία για όποιους θέλουν· και γίνεται βρέφος και σχηματίζει τον εαυτό Του μέσα τους με τις αρετές. Και φαίνεται τόσο, όσο γνωρίζει ότι μπορεί να Τον δει εκείνος που Τον δέχεται. Δεν μικραίνει τη φανέρωση του μεγαλείου Του από φθόνο, αλλά μετρά ακριβώς τη δύναμη εκείνων που θέλουν να Τον βλέπουν. Έτσι πάντοτε και ενώ φαίνεται ο Λόγος του Θεού με τους τρόπους που μετέχεται, μένει πάντοτε λόγω της υπερβολής του μυστηρίου, αθέατος. Γι' αυτό, αφού μελέτησε με σοφία τη δύναμη του μυστηρίου ο θείος Απόστολος, λέει: «Ο Ιησούς Χριστός είναι ο ίδιος χθες και σήμερα και στους αιώνες», επειδή γνωρίζει ότι το μυστήριο είναι πάντα νέο και ποτέ δεν παλιώνει με το να περιληφθεί από νου.

9. Ο Χριστός ο Θεός γεννιέται και γίνεται άνθρωπος με την πρόσληψη σάρκας που έχει νοερή ψυχή, Αυτός που έδωσε στα όντα την ύπαρξη από την ανυπαρξία. Τον γέννησε Παρθένος υπέρ φύση, χωρίς να καταστρέψει κανένα από τα γνωρίσματα της παρθενίας. Γιατί όπως Αυτός έγινε άνθρωπος χωρίς να μεταβάλει την θεία Του φύση ή να χάσει τη δύναμη Του, έτσι και εκείνη που Τον γέννησε, και Μητέρα την κάνει και Παρθένο τη διατηρεί. Ερμηνεύει θαύμα με θαύμα και συγχρόνως κρύβει το ένα θαύμα με το άλλο, επειδή από τον εαυτό του ο Θεός είναι κατά την ουσία πάντοτε μυστήριο και βγάζει τόσο τον εαυτό Του από τη φυσική κρυφιότητα, όσο για να την κάνει με τη φανέρωση ακόμα πιο πολύ κρύφια. Και τόσο πάλι κάνει μητέρα την Παρθένο που Τον γέννησε, οσο για να γίνουν με την κύηση άλυτα τα δεσμά της παρθενίας.

10. Οι φύσεις καινοτομούνται και ο Θεός γίνεται άνθρωπος. Δεν είναι μόνο η θεία φύση, η σταθερή και ακίνητη, που κινείται προς την κινούμενη και άστατη ανθρώπινη φύση για να την σταματήσει από τη φορά της· ούτε μόνο η ανθρώπινη φύση που χωρίς καταβολή σπέρματος σχηματίζει υπέρ φύση σάρκα, η οποία τελειοποιείται με το λόγο ώστε να σταθεί από τη φορά της· αλλά είναι και το άστρο από την ανατολή που φαίνεται την ημέρα και οδηγεί τους Μάγους στον τόπο της Σαρκώσεως του Λόγου, για να δείξει μυστικά ότι ο λόγος που υπήρχε στο Νόμο και τους προφήτες νικά την αίσθηση και οδηγεί τα έθνη προς τό μέγιστο φως της επιγνώσεως. Γιατί ολοκάθαρα ο λόγος του Νόμου και των προφητών, όταν κατανοείται μ' ευλάβεια, σαν άστρο οδηγεί προς την επίγνωση του σαρκωμένου Λόγου όσους σύμφωνα με την προαίρεση τους είναι καλεσμένοι από τη χάρη.

11. Με τη θέλησή μου εγώ ο άνθρωπος έχω παραβεί την εντολή του Θεού και ο διάβολος, δελεάζοντάς με με την ελπίδα της θεότητας έσυρε τη σταθερότητα της φύσεώς μου κάτω προς την ηδονή και καμάρωνε που μ' αυτή έφερε το θάνατο, απολαμβάνοντας τη φθορά της φύσεως. Γι' αυτό ο Θεός γίνεται τέλειος άνθρωπος, χωρίς να παραλείψει τίποτε από την ανθρώπινη φύση, εκτός από την αμαρτία, η οποία εξάλλου δεν ανήκε στην ανθρώπινη φύση. Ήθελε προβάλλοντας τη σάρκα, να δελεάσει τον άπληστο δράκοντα και να τον ερεθίσει ώστε ν' ανοίξει το στόμα του και να καταπιεί τη σάρκα, για να του γίνει δηλητήριο καταστρέφοντάς τον ολότελα με τη δύναμη της θεότητας που έκρυβε μέσα της· στην ανθρώπινη φύση όμως να γίνει φάρμακο, επαναφέροντάς την στην αρχική χάρη με τη δύναμη πάλι της θεότητας που αυτή είχε. Γιατί όπως ο διάβολος έχυσε το δηλητήριό του στο δένδρο της γνώσεως και διέφθειρε την ανθρώπινη φύση που γεύθηκε από αυτό, έτσι και ο ίδιος, όταν θέλησε να φάει τη σάρκα του Κυρίου, εξολοθρεύτηκε με τη δύναμη της θεότητας που είχε μέσα της.

12. Το μέγα μυστήριο της Ενανθρωπήσεως, μένει πάντοτε μυστήριο. Όχι μόνο γιατί, καθώς φανερώνεται ανάλογα με τη δύναμη όσων σώζονται από αυτό, κρύβει μυστικό βάθος μεγαλύτερο απ' ό,τι φανερώνεται, αλλά γιατί και αυτό που φάνηκε, μένει ακόμη τελείως απόκρυφο και με κανένα τρόπο δεν γνωρίζεται όπως είναι. Ας μη θεωρηθεί παράδοξο το λεγόμενο. Γιατί ο Θεός όντας υπερούσιος και πολύ πιο πάνω από κάθε υπερουσιότητα, αφού θέλησε να λάβει ουσία, το έκανε με τρόπο υπερούσιο. Γι' αυτό, ενώ ως φιλάνθρωπος έγινε αληθινά άνθρωπος από την ουσία των ανθρώπων με τρόπο που υπερβαίνει τον άνθρωπο, εξακολουθεί να έχει για πάντα αφανέρωτο τον τρόπο του πώς έγινε άνθρωπος. Γιατί έγινε άνθρωπος με τρόπο που υπερβαίνει τον άνθρωπο.

13. Ας παρατηρήσομε με πίστη το μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως και ας δοξάσομε μόνο με απλότητα Εκείνον που ευδόκησε να γίνει αυτό για μας. Γιατί ποιος μπορεί, θαρρώντας σε λογικές αποδείξεις, να πει πώς γίνεται σύλληψη του Θεού Λόγου; Πώς γίνεται σχηματισμός σάρκας χωρίς σπορά; Πώς γίνεται γέννηση χωρίς φθορά της παρθενίας; Πώς είναι μητέρα εκείνη που και μετά τον τοκετό έμεινε παρθένος; Πώς ο υπερτέλειος προόδευε και μεγάλωνε στο σώμα; Πώς ο καθαρός βαπτιζόταν; Πώς εκείνος που πεινούσε έτρεφε τους άλλους; Πώς εκείνος που κοπίαζε χάριζε δύναμη; Πώς εκείνος που έπασχε έκανε θεραπείες; Πώς εκείνος που πέθαινε έδινε ζωή; Και για να πω το πρώτο και το τελευταίο, πώς ο Θεός γίνεται άνθρωπος; Και το ακόμα πιο μυστηριώδες, πώς βρίσκεται να έχει υπόσταση ουσιωδώς/στη σάρκα αυτός που κατά την ουσία είναι υποστατικώς όλος στον Πατέρα; Πώς ο ίδιος, και όλος είναι Θεός κατά φύση, και όλος έγινε κατά φύση. άνθρωπος, χωρίς ν' απαρνηθεί καθόλου καμία φύση, ούτε τη θεία κατά την οποία είναι Θεός, ούτε τη δική μας κατά την οποία έγινε άνθρωπος; Μόνο η πίστη χωρεί αυτά τα μυστήρια, γιατί αυτή κάνει χειροπιαστά τα πράγματα που υπερβαίνουν το νου και τη λογική.

14. Παραβαίνοντας την εντολή ο Αδάμ, προξένησε το να περιέχει ηδονή ο τρόπος δημιουργίας της ανθρώπινης φύσεως· εξορίζοντας από τη φύση την ηδονή ο Κύριος, δε δέχτηκε τη σύλληψη μέσω σπέρματος. Παραβαίνοντας την εντολή η γυναίκα, επέφερε το να αρχίζει με οδύνη η εμφάνιση της ανθρώπινης φύσεως· αποτινάζοντας την οδύνη από την φύση ο Κύριος, δεν επέτρεψε κατά τη γέννησή Του να υποστεί η Παρθένος καμιά φθορά. Μ' αυτά ήθελε να αφαιρέσει από την φύση και τη θεληματική ηδονή, και την αθέλητη οδύνη που προήλθε από την ηδονή, ώστε να γίνει εξολοθρευτής αυτών που δε δημιούργησε, και να μας διδάξει μυστικά ν' αρχίσομε με τη βούληση μας άλλη ζωή, η οποία ξεκινά ίσως με οδύνη και κόπους, καταλήγει όμως οπωσδήποτε σε θεία ηδονή και απέραντη ευφροσύνη. Γι' αυτό γίνεται άνθρωπος και γεννιέται ως άνθρωπος ο Δημιουργός του ανθρώπου, για να σώσει τον άνθρωπο· και γιατρεύοντας τα πάθη μας με τα πάθη Του, να δειχθεί ότι Αυτός είναι «πάθος» των δικών μας παθών, που ανακαινίζει υπέρ φύση από φιλανθρωπία τις πνευματικές μας έξεις μέσω των κατά σάρκα στερήσεών Του.

15. Εκείνος που με το θείο πόθο νίκησε την κλίση της ψυχής προς το σώμα, δεν περιορίζεται πλέον από τίποτε, αν και βρίσκεται στο σώμα. Γιατί ο Θεός ο Οποίος ελκύει την επιθυμία εκείνου που Τον ποθεί, είναι ασύγκριτα πιο υψηλός απ' όλα και δεν αφήνει να προσηλώσει την επιθυμία του εκείνος που Τον ποθεί σε κάτι που είναι μετά το Θεό. Ας ποθήσομε λοιπόν το Θεό με όλη τη δύναμη της φύσεώς μας και ας μη δεσμεύσομε την προαίρεσή μας σε κανένα από τα σωματικά. Ας ανεβούμε με την προαίρεσή μας πάνω από όλα τα όντα, αισθητά και νοητά, και καθόλου ας μη μειώσει ο φυσικός μας περιορισμός τη θέληση να είμαστε μαζί με το Θεό, τον κατά φύση απεριόριστο.

16. Η κακοπάθεια των αγίων είναι αγώνας μεταξύ φθόνου και αρετής. Ο φθόνος αγωνίζεται να επικρατήσει, ενώ η αρετή αγωνίζεται να μείνει ανίκητη υπομένοντας τα πάντα. Ο φθόνος αγωνίζεται να ευοδωθεί η κακία με το να κάνει κακό στους ενάρετους, ενώ η αρετή αγωνίζεται να κρατήσει τους αγαθούς, ακόμη και αν δέχονται αλλεπάλληλες συμφορές.

17. Η πάλη της αρετής είναι το να αγωνίζεται μέσα σε κόπους. Έπαθλο της νίκης για όσους υπομένουν είναι η απάθεια της ψυχής. Στην κατάσταση αυτή η ψυχή ενώνεται μέσω της αγάπης με το Θεό και χωρίζεται αυτοπροαίρετα από το σώμα και τον κόσμο. Γιατί η κακοπάθεια του σώματος, σε όσους υπομένουν, είναι ευρωστία της ψυχής.

18. Αφού εξαπατηθήκαμε από την ηδονή εξαρχής, προτιμήσαμε τον θάνατο από την αληθινή ζωή. Ας υπομένομε λοιπόν ευχαρίστως την κακοπάθεια του σώματος που σκοτώνει την ηδονή, κι έτσι, αφού αφανίσει ο θάνατος της ηδονής τον θάνατο που προήλθε απ' αυτήν, να λάβομε πάλι πίσω, αγορασμένη με μικρούς σωματικούς κόπους, τη ζωή που την πουλήσαμε για την ηδονή.

19. Αν με την καλοπέραση της σάρκας συμβαίνει ν' αυξάνει η δύναμη της αμαρτίας, είναι φανερό ότι όταν αυτή κακοπαθεί, ξανανιώνει η δύναμη της αρετής. Ας υπομένομε λοιπόν με γενναιότητα την κακοπάθεια του σώματος, η οποία καθαρίζει τους μολυσμούς της ψυχής και προξενεί την μέλλουσα δόξα. Γιατί τα παθήματα του καιρού αυτού δεν είναι άξια να συγκριθούν με τη δόξα που μέλλει ν' αποκαλυφθεί σ' εμάς.

20. Οι γιατροί που θεραπεύουν τα σώματα δε δίνουν ένα και το αυτό φάρμακο σε όλους. Έτσι και ο Θεός που γιατρεύει τις ασθένειες των ψυχών, δε γνωρίζει ένα μόνο τρόπο θεραπείας που να ταιριάζει σε όλες, αλλά δίνοντας στην κάθε ασθένεια το κατάλληλο φάρμακο, προξενεί τη θεραπεία. Ας ευχαριστήσομε λοιπόν, όταν θεραπευόμαστε, έστω κι αν έχει ταλαιπωρία ή θεραπεία. Γιατί τό τέλος είναι μακάριο.

21. Τίποτε άλλο δέ φανερώνει την κατάσταση της ψυχής, όσο οι επα- ναστάσεις του σώματος που κακοπαθεί, στις οποίες αν υποχωρήσει, θα φανεί ότι προτιμά τη σάρκα από το Θεό. Αν όμως στα τινάγματά τους μείνει ακλόνητη, τότε θα δειχθεί ότι από τη σάρκα προτιμά την αρετή, με την οποία θα έρθει να κατοικήσει μέσα της ο Θεός που γι' αυτήν καταδέχθηκε να πάθει ως άνθρωπος και που λέει, όπως παλιά στους μαθητές: «Έχετε θάρρος, εγώ έχω νικήσει τον κόσμο». 

22. Αν όλοι οι άγιοι παιδαγωγήθηκαν με κακοπάθειες, ας ευχαριστήσομε κι εμείς όταν παιδαγωγούμαστε μαζί τους, για να αξιωθούμε να μετάσχομε και στη δόξα τους. Γιατί όποιον αγαπά ο Κύριος, τον παιδαγωγεί, και χτυπά με μαστίγιο όποιον παραδέχεται σαν γιό Του. 

23. Ο Αδάμ, αφού συγκατατέθηκε στην πλευρά του που του πρότεινε την ηδονή, έβγαλε έξω από τον Παράδεισο το ανθρώπινο γένος. Και ο Κύριος που υπόμεινε τον πόνο από το κέντημά της, έβαλε τον ληστή μέσα στον Παράδεισο. Ας αγαπήσομε λοιπόν την κακοπάθεια του σώματος, και ας μισήσομε την ηδονή του. Γιατί η πρώτη εισάγει στον Παράδεισο και μας αποκαθιστά στα αγαθά, ενώ η άλλη βγάζει έξω και χωρίζει από τα αγαθά. 

24. Αν ο Θεός πάσχει κατά τη σάρκα αφού έγινε άνθρωπος, ποιος όταν υποφέρει, δεν χαίρεται που έχει το Θεό συμμέτοχο των παθημάτων του; Το να συμπάσχει κανείς μ' Αυτόν προξενεί τη βασιλεία. Γιατί λέει αλήθεια εκείνος που είπε: «Εφόσον συμπάσχομε, θα δοξαστούμε και μαζί Του». 

25. Αν οπωσδήποτε πρέπει να κακοπαθήσομε, επειδή αναμείχθηκε με την ανθρώπινη φύση μέσω του προπάτορά μας η ηδονή, ας υποφέρομε με γενναιότητα και καρτερία τις πρόσκαιρες κακοπάθειες, οι οποίες και το κεντρί της ηδονής το αμβλύνουν μέσα μας και μας ελευθερώνουν από τις αιώνιες κολάσεις που μας περιμένουν εξαιτίας της.

26. Όλων των αγαθών το τέρμα είναι η αγάπη, γιατί οδηγεί εκείνους που ζουν σύμφωνα μ' αυτή και τους προσφέρει και τους συγκεντρώνει στο Θεό, ο Οποίος είναι το ακρότατο αγαθό και αίτιος κάθε αγαθού, και γιατί η αγάπη είναι πιστή και δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει. Η πίστη είναι βάση των επομένων, εννοώ της ελπίδας και της αγάπης, καθώς κάνει βέβαιη την αλήθεια. Η ελπίδα είναι η δύναμη των άκρων, εννοώ της αγάπης και της πίστεως, γιατί δια μέσου του εαυτού της κάνει να φανεί και στις δύο Αυτό που πιστεύομε και αγαπούμε, και γιατί διδάσκει να πορευόμαστε μέσω αυτής προς Αυτό. Η αγάπη τέλος είναι η συμπλήρωση των δύο, καθώς όλη αγκαλιάζει όλο το ακρότατο Επιθυμητό και δίνει σ' αυτές την παύση της κινήσεως προς Αυτό, αντικαθιστώντας την πίστη στην ύπαρξή Του και την ελπίδα στον ερχομό Του με την απόλαυση της παρουσίας Του δια μέσου της. 

27. Το τελειότατο έργο της αγάπης και το πέρας της ενέργειάς της είναι το να κάνει να ταιριάζουν τα γνωρίσματα και οι ονομασίες με σχετικό αντιδόσιμο και στα δύο που αυτη έχει ενώσει. Έτσι κάνει τον άνθρωπο θεό, και το Θεό να γίνεται και να φαίνεται άνθρωπος, εξαιτίας της μιας και απαράλλακτης βουλησεως και κινησεως του θεληματος και των δύο. 

28. Αφού είμαστε πλασμενοι κατ' εικόνα Θεού, ας γίνομε πραγματικά κατά την εικόνα μας και του Θεού. η μάλλον μόνου και όλου του Θεού, και ολόκληροι, χωρίς να έχομε μεσα μας τίποτε το επίγειο, για να πλησιάσομε το Θεό και να γίνομε θεοί, παίρνοντας από το Θεό το να γίνομε θεοί. Γιατί έτσι αποδίδεται τιμη στα θεία δώρα και δείχνεται η αγάπη μας στην παρουσία της θείας ειρηνης. 

29. Είναι μεγα αγαθό η αγάπη, και αγαθό απ' όλα τα αγαθά το πρώτο και ανώτερο, γιατί ενώνει το θεό και τους ανθρώπους γύρω από εκείνον που την έχει. Και κάνει το Δημιουργό των ανθρώπων να φανεί ως άνθρωπος, επειδη όσο είναι δυνατο στους ανθρώπους δεν παραλλάζει από το Θεό σχετικά με το αγαθό αυτος που θεώνεται. Αυτο νομίζω ότι το ενεργεί το «να αγαπησομε το Θεό μ' όλη την καρδιά και την ψυχη και τη δύναμη μας, και τον πλησίον όπως τον εαυτο μας». 

30. Πρέπει να γνωρίζομε ότι ο διάβολος μας εξαπάτησε με δόλο κατά τρόπο κακούργο και πανούργο δια μεσου της φιλαυτίας προσβάλοντάς μας με την ηδονη, και έτσι μας χώρισε κατά την προαίρεση τον ένα από τον άλλο και από το Θεό. Διέστρεψε την ευθύτητά μας και με τον τρόπο αυτο διαίρεσε την ανθρώπινη φύση και την κατακομμάτιασε σε πολλές γνώμες και φαντασίες. 

31. Τρία είναι τα πιο μεγάλα που γίνονται αρχη του κακού και που γεννούν κάθε κακία: η άγνοια, η φιλαυτία και η τυραννικη συμπεριφορά. Το καθένα εξαρτάται και υποστηρίζεται από τα άλλα δύο. Από την άγνοια του Θεού προέρχεται η φιλαυτία, ενώ από αυτην, η τυραννικη συμπεριφορά προς τους συνανθρώπους. Και δεν θα υπάρξει αντίρρηση για το ότι αυτές τις εγκατέστησε μεσα μας ο πονηρός κατά τη σφαλερη χρηση των δυναμεων της ψυχης, δηλαδη του λογιστικού, του επιθυμητικού και του θυμοειδούς. 

32. Πρέπει με το λογικό αντίθετο στην άγνοια, να κινούμαστε μεσω της γνώσεως προς το Θεό, αναζητώντας Αυτον και μόνο. Με επιθυμία καθαρη από το πάθος της φιλαυτίας, να κατευθυνόμαστε με πόθο προς μόνο το Θεό. Και με θυμό χωρισμενο από την τυραννικη διάθεση, να αγωνιζόμαστε να επιτύχομε μόνο το Θεό. Και από αυτά να δημιουργησομε τη θεία και μακαρία αγάπη, για την οποία και υπάρχουν αυτά, και η οποία ενώνει με το θεό και κάνει θεό εκείνον που αγαπά το Θεό. 

33. Όταν ξεριζωθεί η φιλαυτία που είναι άρχη και μητέρα όλων των κακών, όπως είπα, συνήθως ξεριζώνονται μαζί και όλα όσα προέρχονται από αυτήν κι όσα την ακολουθούν. Γιατί όταν δεν υπάρχει αυτή, με κανένα ολότελα τρόπο, ούτε τo παραμικρo ίχνος ή είδος κακίας δεν μπορεί να υπάρχει. 

34. Είναι ανάγκη να φροντίζομε σε τέτοιο βαθμo για τoν εαυτό μας και για τους άλλους, όσο o ίδιος o Χριστoς έδειξε πρώτος με τoν εαυτό Του καταδεχόμενος να πάθει για χάρη μας. 

35. Για χάρη της αγάπης όλοι οι άγιοι αντιστάθηκαν στην αμαρτία, χωρίς να λογαριάσουν καθόλου την παρούσα ζωή. Και υπέφεραν τους πολύμορφους τρόπους του θανάτου, για να μαζευτούν από τoν κόσμο στoν εαυτό τους και στο Θεό, και να ενώσουν πάνω τους τα ρήγματα της φύσεως. Αυτή είναι η αληθινή και χωρίς ψεγάδι θεία σοφία των πιστών· αυτής τo τέλος είναι τo αγαθό και η αλήθεια, αν βέβαια αγαθό είναι η φιλανθρωπία, και αλήθεια είναι η από την πίστη φιλοθεΐα, τα oποία είναι γνωρίσματα της αγάπης, γιατί ενώνει τους ανθρώπους με τo Θεό και μεταξύ τους, και γι' αυτό έχει αδιάπτωτη την παραμονή των αγαθών. 

36. Ενέργεια και απόδειξη της τέλειας αγάπης προς τo Θεό είναι η ειλικρινής διάθεση με εκούσια συμπάθεια πρoς τoν πλησίον. «Γιατί εκείνος που δεν αγαπά τoν αδελφό του που τoν βλέπει —λέει o θείος Ιωάννης—, δε μπορεί να αγαπά τo Θεό, τoν oποίο δεν βλέπει». 

37. Η οδός της αλήθειας είναι η αγάπη. Δίνοντας στoν εαυτό Του αυτό τo όνομα o Λόγος του Θεού, παρουσιάζει στo Θεό και Πατέρα εκείνους που βαδίζουν αυτή την oδό καθαρούς από κάθε κακία. 

38. Η αγάπη είναι η θύρα από την οποία όποιος περνά, φτάνει στα Άγια των Αγίων και γίνεται θεατής του απλησίαστου κάλλος της αγίας και βασιλικής Τριάδας. 

39. Είναι πραγματικά φοβερo πράγμα και υπερβαίνει κάθε υπολογισμό η καταδίκη που επισύρει, τo να νεκρώσομε θεληματικά τη ζωή που μας έδωσε o Θεός με τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, αγαπώντας τα πράγματα που φθείρονται. Και τoν γνωρίζουν οπωσδήποτε αυτό τo φόβο εκείνοι που προτίμησαν συνειδητά αντί για τη φιλαυτία την αλήθεια. 

40. Ας χρησιμοποιήσομε κατάλληλα την ειρήνη, και αφού αθετήσομε τη φιλία πρoς τoν κόσμο και τoν κοσμοκράτορα διάβολο, η οποία κακώς υπάρχει μέσα μας, ας καταργήσομε έστω και αργά τoν πoλεμο που κάνομε με τα πάθη μας εναντίον του Θεού. Και αφού κάνομε με τo Θεo αδιάλυτη συνθήκη ειρήνης μαζί Του, νεκρώνοντας τo αμαρτητικo μέρος του σώματος, ας τερματίσομε την έχθρα μας πρoς Αυτόν. 

41. Είναι αδύνατο να φιλιωθούμε με τo Θεo, εφόσον με τα πάθη μας επαναστατούμε εναντίον Του και ανεχόμαστε να πληρώνομε φόρο με την κακία μας στο διάβολο, τον κακό τύραννο και φονευτή των ψυχών μας, αν δε βγούμε πρωτύτερα σε ολοκληρωτικό πόλεμο εναντίον του πονηρού. Γιατί μέχρι τότε είμαστε εχθροί και αντίπαλοι του Θεού, και ας πλάθομε για τον εαυτό μας το όνομα των πιστών, έως ότου δηλαδή θέλομε να δουλεύομε στα πάθη της ατιμίας. Και καμιά ωφέλεια δεν θα έχομε από την ειρήνη στόν κόσμο, εφόσον η ψυχή έχει κακή κατάσταση και επαναστατεί εναντίον του Δημιουργού της και δε δέχεται να ταχθεί κάτω από την εξουσία της βασιλείας Του, και είναι αγορασμένη από χίλιους-δυο ωμούς αφέντες που τη σπρώχνουν με βία στην κακία και την ετοιμάζουν απατηλά να προτιμήσει την οδό που οδηγεί στην απώλεια, παρά την οδό που σώζει. 

42. Ο Θεός μας έπλασε για να γίνομε κοινωνοί της θείας φύσεως και μέτοχοι της αιωνιότητάς Του, και να φανούμε όμοιοι με Αυτόν, θεού-μενοι μέσω της θείας χάρης. Για τη θέωση αυτή συστάθηκαν και εξακολουθούν να υπάρχουν τα όντα, και γι' αυτήν τα μη όντα καρποφόρησαν και γέννησαν τα όντα. 

43. Αν επιθυμούμε να ονομαζόμαστε και να είμαστε του Θεού, ας αγωνιστούμε να μην προδώσομε το Λόγο με τα πάθη, όπως ο Ιούδας, ή να Τον αρνηθούμε όπως ο Πέτρος. Άρνηση του Λόγου είναι να αποφύγομε να κάνομε το καλό από φόβο, και προδοσία είναι η έμπρακτη θεληματική αμαρτία, καθώς και η ορμή προς την αμαρτία. 

44. Κάθε θλίψη καταλήγει σε χαρά, και κάθε κόπος σε ανάπαυση, και κάθε ατιμία σε δόξα. Και γενικά, το τέλος όλων των θλίψεων για την αρετή είναι το να βρεθεί κανείς μαζί με το Θεό και να μείνει μ' Αυτόν για πάντα και να απολαύσει την αιώνια ανάπαυση που δεν έχει πέρας. 

45. Ο Θεός θέλοντας να μας ενώσει μεταξύ μας όχι μόνο κατά τη φύση, αλλά και κατά τη γνώση, και παρακινώντας ως αγαθός προς αυτό όλους τους ανθρώπους, χάραξε τις σωτήριες και φιλάνθρωπες εντολές για μας, και ένεκα τούτου νομοθέτησε να ελεούμε και να ελεούμαστε. 

46. Η φιλαυτία και η εξυπνάδα των ανθρώπων, αφού και τους συνανθρώπους και το Νόμο είτε τους παραμέρισε, είτε τους σοφιστεύθηκε, κατακομμάτιασε σε πολλά μέρη τη μια ανθρώπινη φύση· και αφού εισήγαγε και εξάπλωσε την αναισθησία που επικρατεί τώρα σ' αυτή, όπλισε με την προαίρεση την φύση εναντίον του εαυτού της. Γι' αυτό, όποιος με σώφρονα λογισμό και γενναίο φρόνημα μπόρεσε να διαλύσει αυτή την αντίφαση της φύσεως, ελέησε πρώτα-πρώτα τον εαυτό του, γιατί συμμόρφωσε την προαίρεσή του σύμφωνα με τη φύση, και κατέφυγε στο Θεό κατά την προαίρεση λόγω της φύσεως. Και έδειξε στον εαυτό του τι σημαίνει το «κατ' εικόνα» και πώς ο Θεός στην αρχή, δημιουργώντας τη δική μας φύση όπως έπρεπε, όμοια με τον εαυτό Του και ολοκάθαρο απεικόνισμα της αγαθότητάς Του, της εξασφάλισε την ταυτότητα με τον εαυτό της σε όλα, να είναι άμαχη, ειρηνική, χωρίς εναντιότητες, δεμένη σφιχτά με το Θεό και τον εαυτό της μέσω της αγάπης, η οποία μας εξαρτά με τον πόθο από τον Θεό και μας συνδέει μεταξύ μας με τη συμπάθεια.

47. Ο φιλάνθρωπος Θεός έγινε άνθρωπος για να συγκεντρώσει την ανθρώπινη φύση στον εαυτό Του και να τη σταματήσει από το να φέρεται άσχημα στόν εαυτό της, ή μάλλον να επαναστατεί εναντίον του εαυτού της και να έχει κομματιαστεί και να μη σταματά πουθενά εξαιτίας της άστατης κινήσεως της προαιρέσεώς της γύρω από το κάθε πράγμα.

48. Τίποτε απ' όσα είναι μετά το Θεό, δεν είναι πολυτιμότερο για όσους έχουν νου, ή μάλλον προσφιλέστερο στο Θεό, από την αγάπη. Γιατί εκείνους που είναι χωρισμένοι τους μαζεύει σε ένα, και μπορεί να δημιουργήσει ταυτότητα γνώμης για τους πολλούς ή για όλους, χωρίς εναντιότητες. Γιατί ιδίωμα της αγάπης είναι να κάνει μία τη γνώμη όσων την επιζητούν.

49. Αν από τη φύση του το αγαθό ενοποιεί και συγκρατεί τα διαιρεμένα, είναι φανερό ότι το κακό διαιρεί και καταστρέφει τα ενωμένα. Γιατί άπό τη φύση του το κακό είναι κάτι που διασκορπίζεται, είναι άστατο, πολύμορφο και διαιρετικό.

50. Απαλλαγή από όλα τα κακά και σύντομος δρόμος σωτηρίας είναι η αληθινή, ή με επίγνωση αγάπη του Θεού και η τέλεια απάρνηση της στοργής της ψυχής προς το σώμα και τον κόσμο. Σύμφωνα μ' αυτήν, αφού αποβάλομε τήν επιθυμία της ηδονής και το φόβο της οδύνης, ελευθερωνόμαστε από την κακή φιλαυτία και ανεβαίνομε στη γνώση του Δημιουργού. Και αφού πάρομε στη θέση της κακής την αγαθή νοερή φιλαυτία, τη χωρισμένη από σωματική στοργή, δεν παύομε να λατρεύομε το Θεό με αυτήν την καλή φιλαυτία, ζητώντας πάντοτε από το Θεό τον καταρτισμό της ψυχής. Γιατί αυτή είναι η λατρεία η αληθινή και πραγματικά θεάρεστη, η ακριβής επιμέλεια της ψυχής μέσω των αρετών.

51. Εκείνος που δεν επιθυμεί σωματική ηδονή και καθόλου δε φοβάται οδύνη, έγινε απαθής. Γιατί μαζί μ' αυτές και τη μητέρα τους φιλαυτία σκότωσε και όλα τα πάθη που γι' αυτές υπάρχουν και από αυτές προέρχονται, όπως και την άγνοια, την αρχηγό των κακών. Και έτσι ολόκληρος δόθηκε στο φύσει Καλό, το οποίο είναι σταθερό και μόνιμο και αναλλοίωτο, μένοντας μαζί μ' Αυτό τελείως ακίνητος να αντανακλά με ακάλυπτο πρόσωπο τη δόξα του Κυρίου και από την φωτοειδή δόξα που έχει μέσα του να βλέπει τη θεϊκή και απλησίαστη δόξα.

52. Ας αρνηθούμε την ηδονή και την οδύνη της ζωής αυτής με όλη μας τη δύναμη, και τότε θα απαλλαγούμε από κάθε επινόηση των παθών και κάθε δαιμονική κακουργία. Γιατί αγαπούμε τα πάθη για την ηδονή και εξαιτίας του πόνου αποφεύγομε την αρετή. 

53. Επειδή κάθε κακίαε εκ φύσεως καταστρέφεται μαζι με τους τρόπους που τη δημιούργησαν, βρίσκοντας ο άνθρωπος με τη πείρα του ότι κάθε ηδονή τη διαδέχεται η οδύνη, κατεύθυνε όλη την ορμή του προς την ηδονή και ολη την αποστροφή του προς την οδύνη. Την πρώτη την υπερασπίζεται με όλη του τη δύναμη, ενώ την άλλη την καταπολεμά με όλο του το ζήλο, πιστεύοντας κάτι αδύνατο, ότι με τη μέθοδο αυτή θα διαχωρίσει τη μια από την αλλη και μόνη τη φιλαυτία θα έχει ενωμένη με την ηδονή χωρίς να της βάζει τέλος η οδύνη··  το πάθος όμως φαίνεται τον κάνει ν' αγνοεί ότι σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχει ηδονή χωρίς οδύνη. Γιατί είναι ανακατεμένος με την ηδονή ο πόνος, κι ας μοιάζει να μη γίνεται αντιληπτός απ' όσους τον έχουν, καθώς στο πάθος επικρατεί η ηδονή. Και είναι φυσικό να προβάλλει πάντοτε εκείνο που επικρατεί, και να σκεπάζει ό,τι συνυπάρχει. Όταν λοιπόν διεκδικούμε την ηδονή εξαιτίας της φιλαυτίας μας και φροντίζουμε να αποφεύγομε την οδύνη, πάλι για την ίδια αιτία, τότε εφευρίσκομε τα απερίγραπτα καταστρεπτικά πάθη.

54. Αγνοεί ο άνθρωπος και δεν αισθάνεται την ηδονή και την οδύνη, όταν στο Θεό, που είναι το όντως αγαπητό και αξιέραστο και επιθυμητό, δέσει ή μάλλον κολλήσει το νου του, οπότε γίνεται ελεύθερος από τη σωματική σχέση.

55. Όπως δεν μπορεί να λατρεύει κανείς το Θεό καθαρά, αν δεν καθαρίζει από τα βάθη την ψυχή του, έτσι δεν μπορεί να λατρεύει την κτίση αν δεν περιποιείται το σώμα. Επιτελώντας σ' αυτό το σώμα ο άνθρωπος τη φθοροποιό αυτή λατρεία και καταντώντας φίλαυτος, είχε ακατάπαυστα ενεργούμενη μέσα του την ηδονή και την οδύνη, τρώγοντας διαρκώς από το δένδρο της παρακοής που παρείχε ανακατωμένη τη γνώση του καλού και του κακού με την πείρα μέσω της αισθήσεως. Και αν κανείς πει ότι το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού είναι η ορατή κτίση, δε θα σφάλει. Γιατί η απόλαυση της εκ φύσεως προξενεί ηδονή και οδύνη.

56. Όπου δεν επικρατεί το λογικό, εκεί είναι φυσικό να επικρατεί η δύναμη της αισθήσεως, στην οποία έχει αναμειχθεί κατά κάποιο τρόπο η δύναμη της αμαρτίας. Αυτή κρυφοσέρνει την ψυχή με την ηδονή σε οίκτο τάχα προς τη συγγενή κατά την υπόσταση σάρκα, και αφού της αναθέσει σαν φυσικό της έργο την εμπαθή και ηδονική επιμέλεια της σάρκας, την απομακρύνει από τη ζωή που ταιριάζει στη φύση της και την πείθει να γίνει δημιουργός της κακίας, η οποία καθ' εαυτήν είναι ανυπόστατη.

57. Κακία της νοερής ψυχής είναι η λησμοσύνη των φυσικών καλών, και προέρχεται από την εμπαθή σχέση προς τη σάρκα και τον κόσμο. Τη λησμοσύνη αυτή την αφανίζει το λογικό, όταν ενεργεί στρατηγικά σύμφωνα με την πνευματική επιστήμη, διερευνώντας τη φύση του κόσμου και της σάρκας και οδηγώντας την ψυχή στη συγγενική της χώρα των νοητών. Εκεί δεν έχει κανένα πέρασμα ο νόμος της αμαρτίας, γιατί δεν έχει πια την αίσθηση να τον περνά εκεί σαν γέφυρα, αφού η αίσθηση έχει ήδη χωριστεί κατά τη σχέση της με την ψυχή και έχει απορριφθεί στα αισθητά θεάματα, των οποίων ο νους αφού ξεπέρασε τη σχέση και τη φύση, δεν τα αισθάνεται ολότελα.

58. Όταν το λογικό κυριαρχεί στα πάθη, κάνει τις αισθήσεις όργανο των αρετών. Έτσι αντίθετα, όταν τα πάθη κυριαρχούν πάνω στο λογικό, διαμορφώνουν τις αισθήσεις σύμφωνα με την αμαρτία. Πρέπει λοιπόν με νήψη να εξετάζομε και να μελετούμε με ποιο τρόπο η ψυχή θα κάνει την καλή αντιστροφή όπως πρέπει, ώστε εκείνα με τα οποία πρωτύτερα αμάρτανε, να τα μεταχειριστεί τώρα για την πραγματοποίηση και στερέωση των αρετών.

59. Το άγιο Ευαγγέλιο διδάσκει την απάρνηση της σαρκικής ζωής και την υπόσχεση της πνευματικής ζωής. Μιλώ γι' αυτούς οι οποίοι, ενώ συνεχώς πεθαίνουν κατά άνθρωπον, εννοώ την ανθρώπινη ζωή στη σάρκα κατά τον αιώνα τούτο, ζούνε όμως κατά Θεόν μόνο πνευματικά, όπως ήταν ο θείος Απόστολος και οι όμοιοί του, οι οποίοι δεν ζουν διόλου δική τους ζωή, αλλά έχουν το Χριστό μέσα τους να ζει στην ψυχή τους. Έτσι εκείνοι που είναι νεκροί για το Θεό στον αιώνα τούτο, δοκιμάζονται στη σάρκα έχοντας θλίψεις και βάσανα πολλά και στενοχώριες και υπομένοντας διωγμούς και χίλια-δυο είδη πειρασμών με χαρά.

60. Κάθε πάθος σχηματίζεται οπωσδήποτε με το συνδυασμό κάποιου αισθητού πράγματος και μιας αισθήσεως και μιας φυσικής δυνάμεως, του θυμού π.χ. ή της επιθυμίας, η οποία έχει εκτραπεί από τη φυσική λειτουργία της. Αν λοιπόν ο νους εξετάσει το αποτέλεσμα της συνθέσεως του αισθητού και της αισθήσεως και της φυσικής δυνάμεως και μπορέσει, αφού τα ξεχωρίσει, να επαναφέρει στο φυσικό του λόγο το καθένα και να θεωρήσει το αισθητό καθ' εαυτό, χωρίς τη σχέση της αισθήσεως προς αυτό, και την αίσθηση χωρίς την οικειότητα του αισθητού προς αυτήν, και την επιθυμία, για παράδειγμα, ή μια άλλη φυσική δύναμη χωρίς την εμπαθή διάθεση προς την αίσθηση και το αισθητό, όπως η συγκεκριμένη κίνηση του πάθους καθορίζει να γίνεται η θεωρία, τότε διέλυσε και έκανε σκόνη τη σύσταση του οποιουδήποτε πάθους και τη σκόρπισε κάτω από το νερό της γνώσεως, όπως έκανε παλιά ο Μωυσής στο χρυσό μοσχάρι, και εξαφάνισε ολότελα και αυτή την ψιλή φαντασία των παθών, με την αποκατάσταση των στοιχείων που συνθέτουν τα πάθη, χωριστά το καθένα, στη φυσική τους κατάσταση.

61. Ο βίος που έχει κηλιδωθεί από πολλά αμαρτήματα των σαρκικών παθών, είναι σαν ένα κατασπιλωμένο φόρεμα·  γιατί ο καθένας είναι φυσικό να φαίνεται από τη διαγωγή του σαν από ένα φόρεμα αν είναι δίκαιος ή άδικος. Ο ένας έχει φόρεμα καθαρό, τον ενάρετο βίο. Ο άλλος έχει την ζωή του κηλιδωμένη με πονηρά έργα. Ή μάλλον, φόρεμα λερωμένο από τη σάρκα είναι η συνειδητή έξη και διάθεση που διαμορφώνει την ψυχή με τη μνήμη των πονηρών κινήσεων και ενεργημάτων της σάρκας. Βλέποντας συνεχώς η ψυχή να την τυλίγει η έξη και διάθεση αυτή σαν φόρεμα, γεμίζει από τη δυσωδία των παθών. Γιατί όπως από το Πνεύμα με τις αρετές που συνυφαίνονται κατά λόγο μεταξύ τους, γίνεται φόρεμα για την ψυχή, που όταν το φορεί γίνεται ωραία και δοξασμένη, έτσι και από τη σάρκα, όταν συνυφαίνονται μεταξύ τους κατ' αναλογίαν τα πάθη, γίνεται ένα ακάθαρτο και λεκιασμένο φόρεμα που δείχνει από τη δική του κατάσταση τι λογής είναι η ψυχή, αφού της έδωσε άλλη μορφή και εικόνα διαφορετική από τη θεία.

62. Βέβαιη εγγύηση της ελπίδας ότι θα θεωθεί η ανθρώπινη φύση αποτελεί η ενανθρώπηση του Θεού, η οποία κάνει τον άνθρωπο θεό στο βαθμό που Εκείνος έγινε άνθρωπος. Γιατί Εκείνος που έγινε άνθρωπος χωρίς αμαρτία είναι φανερό ότι θα θεοποιήσει την ανθρώπινη φύση χωρίς να τη μεταβάλει σε θεότητα· και τόσο θα την ανεβάσει για τον εαυτό Του, όσο Αυτός κατέβασε χαμηλά για τον άνθρωπο τον εαυτό Του. Αυτά διδάσκοντας μυστικά και ο μέγας Απόστολος, λέει ότι θα φανερωθεί στους επερχόμενους αιώνες ο υπερβολικός πλούτος της αγαθότητας του Θεού προς εμάς.

63. Όταν το λογικό επιστατεί στο θυμό και την επιθυμία, δημιουργεί τις αρετές·  όταν ο νους συλλαμβάνει τους λόγους των δημιουργημάτων, συλλέγει· την αλάνθαστη γνώση. Όταν λοιπόν το λογικό, αφού απομακρύνει όσα του είναι αντίθετα, βρει το σύμφωνα με τη φύση του αξιαγάπητο, και ο νους, ξεπερνώντας όσα μπορούν να γνωσθούν, φτάσει στην Αιτία των όντων που ξεπερνά κάθε ουσία και γνώση, τότε πραγματώνεται κατά χάρη το πάθος της θεώσεως. Αυτό μεταφέρει το λογικό από τη φυσική διάκριση εκεί όπου δεν υπάρχει αντικείμενο της διακρίσεως, και οδηγεί το νου να αναπαυθεί από το φυσικό τρόπο νοήσεως εκεί όπου δεν υπάρχει κάτι να  το γνωρίσει, και κάνει θεό, μέσα στην ταυτότητα που δίνει η στάση, εκείνον που αξιώνεται τη θεία μέθεξη.

64. Την ψυχή που σκούριασε τελείως από την ακαθαρσία της ηδονής, την καθαρίζει η κακοπάθεια και της αφαιρεί ολότελα τους δεσμούς με τα υλικά, καθώς η ψυχή μαθαίνει τη ζημία που ακολουθεί τη φιλία με αυτά. Γι' αυτό το λόγο ο Θεός, σύμφωνα με τη δίκαιη κρίση Του, επιτρέπει στον διάβολο να καταπιέζει με δοκιμασίες τους ανθρώπους.

65. Η ηδονή και η λύπη, η επιθυμία και ο φόβος και τα επακόλουθά τους, δε δημιουργήθηκαν από την αρχή μαζί με την ανθρώπινη φύση, γιατί τότε θα συντελούσαν και στο σκοπό της φύσεως. Υποστηρίζω κάτι που έμαθα από τον μεγάλο Γρηγόριο Νύσσης, ότι αυτά μπήκαν αργότερα λόγω της εκπτώσεως από την τελειότητα και συνδέθηκαν με το πιο άλογο μέρος της φύσεως. Με αυτά, στη θέση της μακαρίας και θείας εικόνας, ευθύς μόλις έγινε η παράβαση του Αδάμ, έγινε φανερή και καθαρή στον άνθρωπο η ομοίωση με τα άλογα ζώα. Γιατί έπρεπε, αφού σκεπάστηκε η αξία του λογικού, να τιμωρηθεί δικαίως η φύση των ανθρώπων με τα γνωρίσματα της αλογίας που μόνη της διάλεξε. Έτσι οικονόμησε με τη σοφία Του ο Θεός για να έρθει ο άνθρωπος σε συναίσθηση της λογικής μεγαλοσύνης του νου του.

66. Στους πνευματικούς αγωνιστές γίνονται καλά και τα πάθη όταν, απομακρύνοντάς τα με σοφία από τα σωματικά, τα χρησιμοποιούμε για να αποκτήσομε τα ουράνια. Όταν δηλαδή μετατρέψομε την επιθυμία σε κίνηση που ορέγεται τη νοερή πόθηση των θείων·  την ηδονή, σε γαλήνια ευφροσύνη της θελητικής ενέργειας του νου για τα θεία χαρίσματα·  το φόβο, σε επιμέλεια προφυλάξεως από τη μέλλουσα τιμωρία λόγω των αμαρτιών τη λύπη τέλος, σε μεταμέλεια για τη διόρθωση κάποιου τωρινού κακού. Και μ' ένα λόγο, όπως κάνουν οι σοφότεροι γιατροί που με το σώμα της φαρμακερής έχιδνας εξουδετερώνουν τη βλάβη που αυτή προκάλεσε, ή προξενούν ανοσία για ενδεχόμενη, κι εμείς να χρησιμοποιούμε τα πάθη αυτά για εξόντωση κακίας που υπάρχει ή που την περιμένομε, και γι' απόκτηση και φύλαξη αρετής και γνώσεως.

67. Ο νόμος της Παλαιάς Διαθήκης, με την πρακτική φιλοσοφία καθαρίζει την ανθρώπινη φύση από κάθε μολυσμό. Ο νόμος της Καινής Διαθήκης, με τη θεωρητική μυσταγωγία ανεβάζει το νου με τη θεία γνώση από τα σωματικά στα θεάματα τα συγγενή με τα νοητά.

68. Η αγία Γραφή τους αρχαρίους που βρίσκονται κάπου στα προπύλαια της θείας αυλής των αρετών, τους ονομάζει «φοβούμενους». Εκείνους που απόκτησαν μια ορισμένη έξη των λόγων και των τρόπων της αρετής, τους ονομάζει «προκόπτοντες». Κι εκείνους που με την εξάσκηση της αρετής έφτασαν ήδη με τη γνώση στην κορυφή της αποκαλυπτικής αλήθειας των αρετών, τους αποκαλεί «τελείους». Εκείνος λοιπόν που αποστράφηκε την παλιά του αναστροφή με τα πάθη και παρέδωσε όλη του τη διάθεση στα θεία πράγματα λόγω του φόβου, δεν υπολείπεται σε κανένα καλό απ' όσα αρμόζουν στους αρχαρίους, και αν ακόμη δεν απόκτησε την έξη των αρετών ούτε έγινε μέτοχος της σοφίας που διδάσκεται στους τελείους. Αλλά ούτε και ένας από τους «προκόπτοντες» υστερεί σε κάποιο από τα καλά που ανήκουν στο βαθμό του, και αν δεν απόκτησε ακόμη την υψηλότατη γνώση των θείων που έχουν οι τέλειοι. Γιατί οι τέλειοι, αφού αξιώθηκαν ήδη να λάβουν μυστικά τη θεωρητική θεολογία και αφού καθάρισαν το νου τους από κάθε υλική φαντασία και τον έκαναν εικόνα που φέρει ακέραιο το ομοίωμα της θείας ωραιότητας χωρίς καμιά έλλειψη, αποδεικνύονται ότι έχουν εγκαταστήσει μέσα τους τη θεία αγάπη.

69. Δύο ειδών είναι ο φόβος·  αγνός και μη αγνός. Ο φόβος της κολάσεως που δημιουργείται κυρίως για τα αμαρτήματά μας, επειδή αιτία της δημιουργίας του έχει την αμαρτία, δεν είναι αγνός, ούτε και θα υπάρχει για πάντα, γιατί εξαφανίζεται με τη μετάνοια μαζί με την αμαρτία. Εκείνος όμως που πάντοτε υπάρχει χωρίς τη λύπη για αμαρτήματα, αυτός είναι ο αγνός φόβος, ο οποίος δε θα λείψει ποτέ. Γιατί είναι σαν φυτεμένος από το Θεό στην κτίση και κάνει ολοφάνερη σε όλους τη φυσική σεβασμιότητα του Θεού και την υπεροχή Του, που είναι πάνω από κάθε βασιλεία και δύναμη.

70. Εκείνος που δεν φοβάται το Θεό ως κριτή, αλλά Τον σέβεται για το υπερβολικό μεγαλείο της άπειρης δυνάμεως Του, δικαίως δεν υστερεί, αλλά είναι τέλειος στην αγάπη, και αγαπά το Θεό με συστολή και τον πρέποντα σεβασμό. Αυτός είναι εκείνος που απόκτησε το φόβο που παραμένει στον αιώνα του αιώνος, και δεν υστερεί καθόλου ούτε στο παραμικρό.

71. Από τα όντα γνωρίζομε τον Αίτιο των Όντων. Από τη διαφορά των όντων διδασκόμαστε την ενυπόστατη Σοφία του Θεού. Και από τη φυσική κίνηση των όντων μαθαίνομε την ενυπόστατη Ζωή του Θεού, τη δύναμη που ζωοποιεί τα όντα, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα.

72. Το Άγιο Πνεύμα δεν απουσιάζει από κανένα από τα όντα και μάλιστα από εκείνα που έχουν οπωσδήποτε λογικό. Γιατί αυτό συγκρατεί τη γνώση καθενός, επειδή είναι Θεός και Πνεύμα Θεού, και με τη δύναμή Του προχωρεί προνοητικά ανάμεσα απ' όλα τα όντα·  ανακινεί το κατά φύση λογικό που έχει το καθένα και μέσω αυτού φέρνει σε συναίσθηση όσων έχουν γίνει εσφαλμένα πέρα απ' ό,τι ορίζει η φύση εκείνον που αισθάνεται και έχει την προαίρεσή του υπάκουη στο να δέχεται τους ορθούς και σύμφωνους με τη φύση λογισμούς. Γι' αυτό και βρίσκομε πολλούς ανθρώπους από τους πολύ βαρβάρους και νομάδες, οι οποίοι αλλάζουν και γίνονται καλοκάγαθοι και απορρίπτουν τους θηριώδεις νόμους που ίσχυαν ανέκαθεν σ' αυτούς.

73. Το Άγιο Πνεύμα είναι βέβαια παρόν σε όλα γενικώς τα όντα, καθώς όλα τα συγκρατεί και ανακινεί τα φυσικά τους σπέρματα. Ιδιαίτερα όμως υπάρχει σ' όλους, όσοι υπακούουν στο Νόμο, γιατί υποδεικνύει σ' αυτούς την παράβαση των εντολών και τους φωτίζει σχετικά με την υπόσχεση του ερχομού του Χριστού·  και επιπλέον όσων είπαμε, υπάρχει σ' όλους (τους χριστιανούς γιατί τους χαρίζει την υιοθεσία. Με την ιδιότητά Του όμως να προξενεί σοφία, σε κανένα από τους παραπάνω δεν υπάρχει αναγκαστικά, εκτός σ' εκείνους που έχουν φανεί συνετοί και που με την ένθεη ζωή τους έκαναν τους εαυτούς των αξίους της θεοποιητικής κατοικήσεώς Του μέσα  τους. Γιατί καθένας που δεν κάνει τα θεία θελήματα, ακόμη και αν είναι πιστός, έχει καρδιά ασύνετη, καθώς είναι εργαστήριο πονηρών λογισμών, και σώμα βυθισμένο στις αμαρτίες, καθώς περιπλέκεται συνεχώς σε μολυσμούς παθών.

74. Ο Θεός, ο Οποίος επιθυμεί τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και πεινά για τη θεοποίησή τους, ξεραίνει την οίησή τους σαν την άκαρπη συκιά, με το σκοπό, αφού προτιμήσουν να είναι δίκαιοι από το να νομίζονται τέτοιοι, και αφού ξεντυθούν το υποκριτικό φόρεμα της ηθικής επιδείξεως, να περάσουν ευσεβώς τη ζωή τους, όπως θέλει ο θείος λόγος, επιδιώκοντας ανόθευτα τις αρετές και επιδεικνύοντας στο Θεό μάλλον την κατάσταση της ψυχής τους, παρά στους ανθρώπους το ψεύτικο εξωτερικό σχήμα των ηθών.

75. Άλλη είναι η αιτία του να πράττομε, και άλλη του να πάσχομε. Η αιτία του να πράττομε είναι η φυσική δύναμη προς ενέργεια των αρετών, ενώ η αιτία του να πάσχομε είναι είτε δωρεά όσων είναι υπέρ τη φύση, είτε αναγκαίο επακολούθημα της ροπής μας στα παρά φύση· γιατί όπως δεν έχομε φυσική τη δύναμη για όσα υπερβαίνουν τα όντα, έτσι [δεν] έχομε φυσική τη δύναμη για όσα είναι μη όντα. Πάσχομε λοιπόν τη θέωση κατά χάρη, επειδή είναι υπέρ φύση, και δεν την προξενούμε, γιατί δεν έχομε από τη φύση μας δύναμη δεκτική της θεώσεως. Και πάσχομε πάλι, ως αντίθετη στη φύση μας, με την προαίρεσή μας κατά σύμπτωση την κακία, γιατί δεν έχομε φυσική δύναμη προς δημιουργία κακίας. Πράττομε λοιπόν όντας εδώ κατά τη φύση μας τις αρετές, γιατί έχομε φυσική τη δύναμη να τις πράττομε·  ενώ πάσχομε για το μέλλον τη θέωση, δεχόμενοι τη χάρη προς τούτο ως δωρεά.

76. Πράττομε εμείς, όσο έχομε ενεργό τη λογική δύναμη με την οποία εκ φύσεως μπορούμε να πράττομε τις αρετές, και όσο η νοερή μας δύναμη, η δεκτική κάθε γνώσεως, προσπερνά ακατάσχετα τη φύση όλων όσα υπάρχουν και αποτελούν αντικείμενο γνώσεως και αφήνει πίσω της όλους τους αιώνες. Πάσχομε όταν, έχοντας περάσει τελείως τους λόγους των όντων, φτάσομε —με τρόπο που ξεπερνά τη γνώση— στην Αιτία των όντων, και εκεί καταπαύσομε την ενέργεια των δυνάμεών μας μαζί με όσα εκ φύσεως είναι πεπερασμένα. Γινόμαστε τότε εκείνο, το οποίο καθόλου δεν αποτελεί κατόρθωμα της φυσικής δυνάμεως, αφού η φύση δεν έχει τη δύναμη να φτάσει το υπέρ φύση. Γιατί κανένα δημιούργημα δεν μπορεί από τη φύση του να προξενήσει τη θέωση, αφού ούτε μπορεί να φτάσει το Θεό. Μόνο η θεία χάρη έχει φυσικό ιδίωμα να χαρίζει με αναλογία στα όντα τη θέωση, καθώς λαμπρύνει τη φύση με το υπερφυσικό φως και την ανεβάζει πάνω από τα όριά της με την υπερβολική δόξα. 

77. Έπειτ' από αυτή τη ζωή παύομε να πράττομε τις αρετές· δεν παύαμε όμως να πάσχομε κατά χάρη τη θέωση που παρέχεται ένεκα των αρετών. Γιατί το υπερφυσικό πάθος είναι απεριόριστο όσο και δραστικό, ενώ το παρά φύση πάθος είναι ανύπαρκτο και ανενεργό.

78. Τύποι των θείων αγαθών είναι οι τρόποι των αρετών και οι λόγοι των όντων, με τους οποίους ο Θεός γίνεται συνεχώς άνθρωπος. Και ως σώμα έχει τους τρόπους των αρετών, ενώ ως ψυχή τους πνευματικούς λόγους της γνώσεως· μέσω αυτών θεοποιεί τους αξίους δίνοντάς τους ενυπόστατη μορφή αρετής και χαρίζοντας ουσιαστική ύπαρξη γνώσεως χωρίς πλάνη.

79. Ο πιστός και πρακτικός νους μοιάζει με τον απόστολο Πέτρο, που φυλακίστηκε από τον Ηρώδη —όνομα που ερμηνεύεται «δερμάτινος». Έτσι και αυτός, όταν κρατηθεί από τον δερμάτινο νόμο, δηλαδή από το σαρκικό φρόνημα, τότε κλείνεται στη φυλακή με δύο φρουρούς και μια σιδερένια πύλη. Πολεμείται δηλαδή και από την ενέργεια των παθών και από τη συγκατάθεση της διάνοιας στα πάθη· όταν περάσει ανάμεσα απ' αυτές σαν από δύο φρουρές ή φυλακές, μέσω του λόγου της πρακτικής φιλοσοφίας σαν με βοήθεια αγγέλου, φτάνει στη σιδερένια πύλη που οδηγεί στην πόλη, δηλαδή στη στερεά και απότομη και δυσκολοπολέμητη σχέση των αισθήσεων προς τα αισθητά. Την πύλη αυτή ανοίγει αυτόματα ο λόγος της πνευματικής θεωρίας της φύσεως και άφοβα πλέον παραπέμπει το νου στα συγγενή νοητά, ελεύθερο από τη λύσσα του Ηρώδη.

80. Ο διάβολος είναι και εχθρός του Θεού και εκδικητής. Εχθρός του Θεού είναι όταν, από μίσος προς Αυτόν, παρουσιάζεται ο ολέθριος σαν να έχει αγάπη προς εμάς τους ανθρώπους, και πείθει την προαίρεσή μας με τα εκούσια πάθη μέσω της ηδονής να προτιμά από τα αιώνια αγαθά τα πρόσκαιρα, με τα οποία κλέβει όλη την επιθυμία της ψυχής και μας απομακρύνει τελείως από τη θεία αγάπη, κάνοντάς μας θεληματικούς εχθρούς του Δημιουργού. Εκδικητής πάλι είναι όταν, δείχνοντας γυμνό το μίσος του εναντίον μας, αφού πλέον γίναμε με την αμαρτία υποχείριοί του, ζητεί την τιμωρία μας. Γιατί τίποτε άλλο δεν είναι τόσο ευχάριστο στο διάβολο, όσο άνθρωπος που τιμωρείται. Όταν του επιτραπεί αυτό, τότε εφευρίσκει τα αλλεπάλληλα κύματα των αθέλητων παθημάτων και τα επιφέρει σαν λαίλαπα ανελέητα εναντίον εκείνων που έλαβε την άδεια κατά παραχώρηση Θεού. Και αυτό όχι γιατί θέλει να εκπληρώσει το θείο πρόσταγμα, αλλά γιατί επιθυμεί να κορέσει το πάθος του μίσους του εναντίον μας, ώστε η ψυχή, ατονώντας και γονατίζοντας από το πολύ βάρος των οδυνηρών συμφορών, να περικόψει τη δύναμη της θείας ελπίδας της μετατρέποντας σε αιτία αθεΐας τα κύματα των δεινών που επέρχονται σ' αυτήν για σωφρονισμό.