Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Ἡ τήρηση τοῦ νοῦ καί τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.(Γέροντος Ἰωσήφ Βατοπαιδινοῦ)




 joseph27

 Αδελφοί και πατέρες, οφείλουμε να στρέφουμε το νου μας, με όση δύναμη έχουμε, στο σκοπό του αγώνα μας, γιατί αυτός είναι ο κυβερνήτης και κύριος του εαυτού μας. Κατά το λόγιο «νους ορά και νους ακούει». Ο ελεύθερος νους είναι απαραίτητο μέσο για τη γνώση και τήρηση του θελήματος του Κυρίου, γι αυτό και σε μας τους μοναχούς επιβάλλεται, ως καθήκον, η τήρηση του νου. «Σχολάσατε και γνώτε, ότι εγώ ειμι ο Θεός» (Ψαλμ. με, 10) και πάλι: «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστιν ο αγαπών με» (Ιω. ιδ, 21). Ο «έχων» είναι όποιος με προθυμία ερευνά και μαθαίνει την έννοια των νοημάτων του θείου νόμου. Ο νους, λοιπόν, είναι το κύριο μέσο γι αυτήν την επιτυχία. Το δύσκολο δεν είναι η γνώση των εντολών, αλλά η πονηριά και κακότητα του εχθρού μας, που με δόλο νοθεύει με ακατονόμαστες προφάσεις το πνευματικό μας καθήκον. Μόνο η τήρηση και η προσοχή του νου μας απαλλάσσει από τον κίνδύνο της πλάνης και των υπόλοιπων αφορμών, που προξενούν τα ποικίλα αίτια.

Γι αυτό σας θυμίζω συνεχώς να φυλάσσετε το νου με την προσπάθεια της ευχής, ακούραστα. Όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, «νους μη σκεδαννυμένος (όταν δεν διασκορπίζεται) επί τα έξω, επάνεισι (επιστρέφει) μεν προς εαυτόν, δι εαυτού δε προς την περί Θεού έννοιαν αναβαίνει» (Επιστολή β, Γρηγορίω Εταίρω ΕΠΕ τ. α σ. 64). Η ήττα μας δεν προέρχεται από την κακή χρήση των νοημάτων, που προηγούνται στον πλανεμένο νου και ακολουθεί η αμαρτωλή πράξη, που είναι η παράχρηση μέσω των πραγμάτων; Αλλωστε η υγιής και λογική σκέψη δεν είναι το χαρακτηριστικό του ανθρώπου;

Γι αυτό, παρακαλώ την αγάπη σας. Όλη σας η προσπάθεια να αφορά αυτόν τον αγώνα, εάν θέλουμε να κερδίσουμε την πάλη. Ο Κύριος μας υπενθυμίζει οτι «ο μη ων μετ εμού κατ εμού εστι, και ο μη σννάγων μετ εμού σκορπίζει» (Ματ. ιβ, 30). Πως θα είναι συνεχώς μαζί με το Θεό ο μοναχός, χωρίς τη μνήμη και επίκλησή του; Δεν μας παραγγέλλούν οι Πατέρες «μνημονευτέον Θεού η αναπνευστέον» και πάλι, «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους»;

Ποιό σκοπό είχε η μαρτυρική προσπάθεια του οσιώτατου Πατέρα μας να αποφεύγει τους ανθρώπους, να ησυχάζει απόμερα, και με βία να κρατά το νου του στο Θεό και τη θεωρία του, πιέζοντας τη φύση σε σκληρούς και απαραμύθητους αγώνες; Θα είμαστε αναπολόγητοι εμείς που καταγόμαστε απ αυτήν τη ρίζα, αν αγνοούμε τη σημασία της τήρησης του νου, που είναι η πρώτη και κύρια βάση και αρχή της πνευματικής ζωής και προόδου!

Η επιμονή μου στην προσοχή τον νου είναι δικαιολογημένη, αφού σ αυτό το σημείο στέκεται όλη μας η ενέργεια και δράση. Ο Παύλος ορίζει ότι οφείλουμε να γνωρίζουμε τα νοήματα των πονηρότατων εχθρών μας. «Ου γαρ τα νοήματα αυτών αγνοούμεν» (Β Κορ. β, 11). Μετά, πως θα δεχτούμε φωτισμό από τη θεία Χάρη, στον οποίο υπάρχει ο θείος ζήλος, από τον οποίο παίρνουμε δύναμη για δράση και ενέργεια; Η έδρα της Χάρης είναι ο νους. Αν ο νους είναι σκοτισμένος ή αιχμάλωτος και εμπαθής, η Χάρη τον αποστρέφεται. Χωρίς τη Χάρη ο άνθρωπος είναι το πτώμα του παλαιού ανθρώπου, το θύμα του αντιστρατευόμενου νόμου της διαστροφής. Τότε επικρατεί η βασιλεία της φθοράς και του θανάτου. Για ποιό λόγο ο Κύριος μας τράβηξε από τον κόσμο; «Εξέλθετε εκ μέσου αυτών και αφορίσθητε και ακαθάρτου μη άπτεσθε, καγώ εισδέξομαι υμάς, και έσομαι υμίν εις πατέρα» (Β Κορ. στ, 17). Η έξοδος και ο χωρισμός δεν είναι τοπικός, αλλά τροπικός. Ο νους είναι ο κύριος και αίτιος του νέου τρόπου ζωής, του μοναχικού βιώματος.

Πολλές φορές αναφέραμε τα αποτελέσματα της εργασίας του φωτισμένου νου. Θα αναφερθούμε τώρα στη σημασία της ένωσής μας με τα θεία μυστήρια, που είναι τα μέσα μεταφοράς και ανάβασής μας στις θείες επαγγελίες, όπου και το κέντρο του προορισμού μας.

Πάντοτε να θυμάστε την υπερβολική αγάπη του Κυρίου μας. Δεν μας εγκατέλειψε στο σκοτάδι της αγνωσίας μας, αλλά «όντας ημάς νεκρούς τοις παραπτώμασι σννεζωοποίησε τω Χριστώ, και συνήγειρε και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις» (Εφ. β, 5, 6). Αυτό έγινε μόνο με τη Χάρη των μυστηρίων, που μας δώρισε μέσω της Εκκλησίας ο Κύριός μας. Τα θεία μυστήρια, αν και φαίνονται αισθητά, έχουν υπερφυσικές ιδιότητες. Είναι αισθητοί τρόποι μετάδοσης της Χάρης. Δεν λειτουργούν όμως μαγικά, εάν δεν υπάρχει η πίστη και το κατά Θεό βίωμα.

Το συγκλονιστικώτερο μυστήριο, που ποτέ δεν θα κατανοηθεί ούτε στο παρόν, ούτε στην αιωνιότητα, είναι το πανάγιο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, που η απέραντη και θεοπρεπέστατη παναγάπη και οικονομία του Κυρίου χάρισε στους ανθρώπους.

Στην καθημερινή μας ζωή, η πρακτική εκδήλωση της αληθινής αγάπης, που φανερώνει την ενότητα και επαφή στους συγγενικούς ή σε άλλους υγιείς δεσμούς, εκδηλώνεται με το σεμνό εναγκαλισμό ή το «άγιο φίλημα», κατά τον Παύλο. Ο Κύριος ξεπέρασε αυτούς τους τύπους και τα σύμβολα. Δεν αρκέστηκε στον εναγκαλισμό και το φίλημα, αλλά προχώρησε βαθύτερα στην υποστατική ενότητα με μας. Καταδέχεται να μεταδώσει τον εαυτό του, το πανάγιο σώμα και το αίμα του «εις πάντας αρμούς, εις νεφρούς εις καρδίαν» , ώστε να γίνουμε «σύσσωμοι» και «σύναιμοι» με αυτόν και πρακτικά να λάβουμε μέρος (μεταλάβουμε) στη θεία παναγάπη. Γι αυτό μας αποκαλεί «φίλους» και «αδελφούς» του και μας εισάγει, μέσω του εαυτού του, προς τον Πατέρα και έτσι «ουκέτι εσμέν ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφ. β, 19).

Αν έχουμε συνεχώς στο νου μας το νόημα αυτού του ακατάληπτου μυστηρίου, δεν θα μας χρειαστούν άλλες θεωρίες και βοηθήματα, για τη συνέχιση του σταυροφόρου βίου μας. Πως είναιι δυνατό να περιγραφεί η έμπρακτή του παναγάπη, που με τόσο πατρικό αυθορμητισμό μας εισάγει σε όλο το ένσαρκό του είναι, όταν μας λέει «εγώ ειμι ο άρτος της ζωής. Ο ερχόμενος προς με ου μη πεινάση… ούτος εστιν ο άρτος ο εκ του ουρανού καταβαίνων, ίνα τις εξ αυτού φάγη και μη αποθάνη. Εγώ ειμι ο άρτος ο ζων ο εκ του ουρανού καταβάς. Εάν τις φάγη εκ τούτου του άρτου, ζήσεται εις τον αιώνα. Και ο άρτος δε ον εγώ δώσω, η σαρξ μου εστιν, ην εγώ δώσω υπέρ της του κόσμου ζωής… εάν μη φάγητε την σάρκα του υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα, έχει ζωήν αιώνιον… η γαρ σαρξ μου αληθώς εστι βρώσις και το αίμα μου αληθώς εστι πόσις. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ, καθώς απέστειλέ με ο ζων πατήρ καγώ ζω δια τον πατέρα και ο τρώγων με κακείνος ζήσεται δι εμέ. Ούτος εστιν ο άρτος ο εκ του ουρανού καταβάς… ο τρώγων τούτον τον άρτον ζήσεται εις τον αιώνα» (Ιω. στ, 35 – 58). Ο χριστοφόρος Παύλος λέγει παράλληλα, πάσχοντας όσα γράφει: «Οσάκις γαρ αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το ποτηριον τούτο πίνητε, τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλλετε, άχρις ου αν έλθη» (Α Κορ. ια, 26).

Η περιγραφή, σχεδόν των περισσότερων λόγων του Κυρίου μας, για το υπέρτατο μυστήριο της μετοχής μας στο τίμιο σώμα και αίμα του, αν περιστρέφεται συνεχώς στο νου μας, θα είναι ένα από τα κύριώτερα μέσα της παραμονής μας με τη Χάρη. Η παράταση του θείου ζήλου θα μας συγκρατεί στη φυλακή και τήρηση των καθηκόντων μας, που απαιτούνται ως ολοκλήρωση της ομολογίας, την οποία δώσαμε δύο φορές, στο βάπτισμα και στο σχήμα της κουράς μας, ως μοναχοί.

Όπως προαναφέραμε, τα θεία μυστήρια είναι παντοδύναμα. Αν λείπει όμως η υποταγή μας στην ακρίβεια των εντολών δεν μας βοηθούν, γιατί μετέχουμε τυπικά. Οφείλουμε να συνιστούμε εαύτούς «αξίους της κλήσεως ημών ης εκλήθημεν, μετά πάσης ταπεινοφροσύνης και πραότητος, μετά μακροθυμίας, ανεχόμενοι αλλήλων εν αγάπη» (πρβλ. Εφ. δ,1-2). Και άλλοτε σας ερμήνευσα τη σημασία της συμπάθειας και ανεκτικότητας και πόσο ο Θεός τις αποδέχεται. Αυτό να μην το αμελείτε, γιατί είναι πραγματικότητα ο λόγος του Κύυρίου « εν ω μέτρω μετρείτε μετρηθήσεται υμίν» (Ματ. ζ, 2). Τις πολλές αδυναμίες μας στο θέμα της φιλοπονίας, που οφείλονται στη βιολογική μας αθλιότητα, τις συμπληρώνει, αν προσέχουμε, η συμπάθεια και η αγάπη, αφού ο Θεός μας είναι η αυτοαγάπη και εξευμενίζεται, όταν ανεχόμαστε με αγάπη το συνάνθρωπό μας, όπως ο ίδιος ανέχεται εμάς. Αν η εντολή είναι να αγαπούμε τους εχθρούς, πόση αγάπη πρέπει να δείχνουμε στους ομόψυχους αδελφούς και ομοϊδεάτες και μάλιστα όταν με αυτό το μέσο κάμπτουμε την εναντίον μας θεία δικαιοσύνη;

Στην καταθλιπτική πίεση του άκρατου μετεωρισμού, σας θυμίζω τη λογική άμυνα. Κατάπαυση του μετεωρισμού χωρίς πάλη και άμυνα δεν γίνεται, γιατί δεν προέρχεται αυτός μόνο από τη φαντασία, αλλά και από τον εχθρό διάβολο, ειδικά όταν απουσιάζουν αίτια μέσω των οποίων προκαλεί τις αισθήσεις και τα πάθη. Πέραν της επίμονης θείας επίκλησης και της ευχής, επωφελέστατος τρόπος της ανάσχεσης του μετεωρισμού είναι η ενθύμηση της ζωής του Κυρίου μας και των βιωμάτων των ανά τους αιώνες αγίων μας. Ειδικά των οσίων Πατέρων μας, που είχαν τα ίδια συστήματα και στόχους και άρα και τους ίδιους πολέμους και πειρασμούς.

Όλα αυτά περιστρεφόμενα στη μνήμη μας, ανυψώνουν το ηθικό μας και ενισχύουν την πίστη μας, ώστε να μην παραδεχόμαστε την αποθάρρυνση, που συνεχώς ο διάβολος μας προβάλλει στα διάφορα μας λάθη, που πολλές φορές προκαλεί η απειρία μας. Υπάρχει καλύτερο παράδειγμα καρτερίας από τον Κυριό μας; Τον κοροΐδευαν και τον πείραζαν, όσοι εκτελούσαν τις εντολές του διαβόλου, και αυτός τους ανεχόταν, ενώ μπορούσε να τους καταργήσει μόνο με ένα βλέμμα. Δεν είναι αρκετή η ανεκτικότητα και μακροθυμία του Χριστού μας, για να καταστείλει το θυμό, την οργή ή το πείσμα, όταν μας κυκλώνουν; Για την αναστολή της αντεκδίκησης σ αυτούς που μας πειράζουν δεν είναι αρκετό, όταν ακούμε τον Κυριό μας από το σταυρό να συγχωρεί τους σταυρωτές του;

Ναί, αδελφοί μου. Υπάρχει ανάγκη σοβαρής άμυνας στον αόρατο πόλεμο, που αδιάκοπα μας περικυκλώνει. Προηγείται όμως η ακρίβεια της πρακτικής μας. Να επιμένετε στο πρόγραμμα. Ποτέ μην το παραβιάζετε. Οπως ο μωσαϊκός νόμος διέτασσε να μη γίνονται δεκτά για θυσία ελαττωματικά ζώα, έτσι και στην Πνευματική θυσία δεν πρέπει να γίνονται λειψά δώρα και προσφορές, που είναι οι παραβιάσεις του προγράμματος. Ξεχνάτε με πόση ακρίβεια οι Πατέρες μας τηρούσαν τις εντολές και το πρόγραμμα; Ο αββάς Ποιμήν, όταν πήγε να πει τους λογισμους του, που ήταν τρεις, διήνυσε απόσταση μιας ημέρας. Εκεί ξέχασε να πει τον τρίτο λογισμό. Όταν επέστρεψε στο κελλί του και έβαλε το κλειδί να ανοίξει, θυμήθηκε το λογισμό. Δεν μπήκε μέσα. Γύρισε αμέσως πίσω περπατώντας τόση απόσταση αγόγγυστα, γιατί επρεπε να μείνει ακριβής στο πρόγραμμά του. Τότε τον επαίνεσε ο διορατικός Γέροντας και του προφήτεψε την προκοπή του για την ακρίβειά του. « Ποιμήν» , τον είπε, «αγγέλων ποιμήν και διαβοήσεταί σου το όνομα εν πάση γη Αιγύπτου». Αλλά ήταν μόνο αυτός που κρατούσε ακρίβεια στο πρόγραμμα όλη η στρατιά των Πατέρων μας, αφού γνώριζαν «ότι ουκέτι εαυτοίς ήσαν αλλά τω Κυρίω αυτών» και ζούσαν πάντοτε για την τήρηση των εντολών του;

ΠΗΓΗ.ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΕΣ ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Αληθινά και κάλπικα νοήματα για την κοινωνία και τον άνθρωπο



 
Μια πρόσφορη πρακτική για να «ξεμπερδεύουν» οι λογίς χριστιανομάχοι εύκολα με την Εκκλησία, είναι να την «τσουβαλιάζουν» με τα άλλα, διάφορα, πτωτικά σχήματα του κόσμου και της κοινωνίας. 

Να μην κάνουν διάκριση αυτής της ίδιας της φύσεως και της αποστολής της Εκκλησίας από τα πρόσωπα - φορείς της, οι οποίοι συχνά (κανένας δεν το αρνείται) την εκθέτουν (άκοντες – εκόντες).

Αφορμή για την ανακοίνωσή μας αυτή μας έδωσε άρθρο του κ. Γ. Οικονόμου στην καθημερινή εφημερίδα των Αθηνών «Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ» (Φύλλο 9-7-2014), με τίτλο: «Νοήματα με κέντρο την κοινωνία και τον άνθρωπο».

Ο συντάκτης πήρε αφορμή για να γράψει το άρθρο του από το γεγονός ότι: «Ένα από τα μεγάλα προβλήματα του νεοελληνικού πολιτικού, κοινωνικού και πολιτιστικού βίου είναι η έλλειψη κοινωνιοκεντρικών και ανθρωποκεντρικών νοημάτων».

Διότι «τα νοήματα που κυριαρχούν επί πολλές δεκαετίες είναι εθνικιστικά, θρησκευτικά, κομματικά, ατομικιστικά, προσωπικά, λαιφ στάιλ, καταναλωτικά, ποδοσφαιρικά και τηλεοπτικά.

Η ισοπεδωτική κυριαρχία αυτών των νοημάτων («κοινωνικών φανταστικών σημάτων» κατά τον Καστοριάδη) επέβαλε έναν τρόπο ζωής πλήρως αποπολιτικοποιημένο, αλλά σφόδρα κομματικοποιημένο, υποταγμένο στις κομματικές ιδεολογίες, στην οικονομική ολιγαρχία, στα Μ.Μ.Ε και στην Εκκλησία, με αποτέλεσμα την απουσία πολιτικής κοινωνίας και τη σημερινή γενικευμένη χρεοκοπία».

Στη συνέχεια επιχειρεί να αναλύσει τι εστί κοινωνιοκεντρικά και ανθρωποκεντρικά νοήματα.


Στεκόμαστε στην ανάλυση των ανθρωποκεντρικών νοημάτων, για να το σχολιάσουμε στη συνέχεια.

«Ανθρωποκεντρικά νοήματα είναι αυτά που αντιπαρατίθενται στα θρησκειολογικά νοήματα, τα οποία είναι η δεύτερη νεοελληνική μάστιγα (Χριστόδουλος, Άνθιμος, Σεραφείμ Πειραιώς, η Εκκλησία ως ιδεολογικός και κρατικός θεσμός, βυζαντινισμός, νέο-ορθόδοξοι).

Ανθρωποκεντρικά νοήματα είναι αυτά που έχουν κέντρο τον άνθρωπο και όχι τον «θεό», ούτε τη μεταφυσική και την ανύπαρκτη «μετά θάνατον ζωή».

Είναι τα νοήματα που έχουν κέντρο τον άνθρωπο, όχι ως πιστό κάποιας θρησκείας, ως μέλος κάποιας εθνότητας η ως οπαδό μιας ιδεολογίας, Διαπνέονται, δηλαδή, από ισότητα και καθολικότητα».

Σε άλλο σημείο ορίζει ότι «κοινωνιοκεντρικά και ανθρωποκεντρικά νοήματα είναι η ελευθερία παντός είδους, ατομική και πολιτική».

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει ο οιοσδήποτε ότι ο αρθρογράφος είναι βαθύτατα επηρεασμένος από τον πνεύμα του άθεου ευρωπαϊκού ουμανισμού, το οποίο βλέπει αγεφύρωτη διάσταση μεταξύ κοινωνίας και θρησκείας, μεταξύ Εκκλησίας και Κράτους, μεταξύ ελευθερίας και θρησκευτικής πίστεως.

Δεν είναι δύσκολο να εννοηθεί το μεγάλο άλμα τριών αιώνων, το οποίο επιχειρεί να κάνει, προς τα πίσω, για να εκφράσει τις πεπαλαιωμένες πια αντιλήψεις του «ευρωπαϊκού διαφωτισμού», οι οποίες διαπνέονταν από το, δικαιολογημένο στην εποχή τους, αντιεκκλησιαστικό πνεύμα.

Δε θα διαφωνήσουμε, με τον ισχυρισμό του, ότι κυριαρχούν νοήματα «εθνικιστικά, θρησκευτικά, κομματικά, ατομικιστικά, προσωπικά, λαιφ στάιλ, καταναλωτικά, ποδοσφαιρικά και τηλεοπτικά», τα οποία ταλανίζουν όντως τον νεοελληνικό προσωπικό και κοινωνικό μας βίο εδώ και δεκαετίες.

Ότι υπάρχει ένα αντιανθρώπινο και αντικοινωνικό σύστημα, το οποίο τρέφεται από αυτά τα εκφυλιστικά φαινόμενα. Θεωρούμε όμως ότι δεν έψαξε να βρει τις καταβολές τους.

Να διαπιστώσει ότι αυτά τα φαινόμενα δεν έχουν σχέση με την ελληνορθόδοξη παράδοσή μας, ότι είναι γεννήματα του πνευματικά αποπροσανατολισμένου ευρωπαϊκού πνεύματος.

Ότι η αληθινή Εκκλησία του Χριστού, η Ορθοδοξία μας, δεν έχει την παραμικρή σχέση με αυτά. Ότι αυτά τα φαινόμενα εμφανίστηκαν, ανδρώθηκαν και επικράτησαν στον αιρετικό ευρωπαϊκό χώρο και εισήχθησαν στην πατρίδα μας, μαζί με όλο τον υπόλοιπο συρφετό της ευρωπαϊκής διανόησης και πρακτικής, στο νεώτερο σύγχρονο πολιτικό και κοινωνικό μας βίο.

Δεν έψαξε στην ιστορία μας και την ελληνορθόδοξη παράδοσή μας να διαπιστώσει ότι δεν υπήρξε ποτέ ρατσισμός, εθνικισμός, αποθέωση του σεξισμού (όπως συμβαίνει στις μέρες μας), θρησκευτικός φανατισμός (με την έννοια των θρησκευτικών πολέμων), της βίας και της τρομοκρατίας.

Δεν έκανε επίσης τον κόπο να εξετάσει πως η Εκκλησία μας δεν είναι ούτε θρησκεία, ούτε θρησκευτική πίστη, όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος και η ευρωπαϊκή αντίληψη.

Δε μπορεί, ή δε θέλει, να ξεχωρίσει, την παραφθαρμένη και εκφυλισμένη μορφή της Εκκλησίας στον Παπισμό και τον Προτεσταντισμό, όπου όντως μεταβλήθηκε η Εκκλησία σε μια από τις θρησκείες του κόσμου, διαθέτοντας και καλλιεργώντας μάλιστα αντικοινωνικά και αντιανθρώπινα στοιχεία.

Είναι άλλωστε πολύ βολικό στους εκκλησιομάχους να ταυτίζουν την Εκκλησία στο πρόσωπο του αιρετικού παπισμού και προτεσταντισμού, προβάλλοντας τις, καταγραμμένες από την ιστορία, αρνητικές τους πλευρές και καταλογίζοντάς τες στην αληθινή και γνήσια Εκκλησία.

Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική από τα ανιστόρητα «πυροτεχνήματα» του σύγχρονου αθέου ουμανισμού. Ο Χριστιανισμός υπήρξε η μεγαλύτερη επανάσταση όλων των εποχών.

Σείστηκαν και γκρεμίστηκαν συθέμελα οι αντικοινωνικοί και οι απάνθρωποι θεσμοί του αρχαίου προχριστιανικού κόσμου από το σωτήριο λόγο του Χριστού.

Το Ευαγγέλιο απευθύνθηκε σε όλη την ανθρωπότητα, ανεξάρτητα από έθνη, φύλα, και κοινωνικές τάξεις. Η Εκκλησία αγκάλιασε όλους τους ανθρώπους.

Αφού τους απελευθέρωσε από τα δεσμά της αμαρτίας, τους κατέστησε πρόσωπα ισότιμα μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα, στο Σώμα του Χριστού.

Ο πρώην δούλος έγινε αγαπητός αδελφός του πρώην κυρίου του και συνδαιτυμόνας του στα κοινά τραπέζια, τις «αγάπες». Η πλούσιοι άνοιξαν τις επαύλεις τους στους φτωχούς και άσημους εν Χριστώ αδελφούς τους. Διέθεσαν τα πλούτη τους για την ανακούφιση των ενδεών.

Ο πρώην Ιουδαίος συναδελφώθηκε με τον πρώην Εθνικό. Το ίδιο και ο βαρβαρικής καταγωγής Χριστιανός αδελφοποιήθηκε με τον ελληνικής καταγωγής Χριστιανό.

Στο πρόσωπο του κάθε ανθρώπου εικονίζεται ο Χριστός και γι’ αυτό γίνεται υποχρέωση του κάθε πιστού η αλλήλων διακονία.

Όταν η έννοια της κοινωνικής ευποιίας στον αρχαίο κόσμο ήταν άγνωστη, η Εκκλησία θεμελίωσε την κοινωνική μέριμνα και διακονία του ανθρώπου, η οποία συνεχίζεται εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια, έχοντας σαφέστατο χριστιανικό χαρακτήρα.

Όταν λ. χ. κατά τον φοβερό λοιμό του 250 μ. Χ. οι ειδωλολάτρες και οι Ιουδαίοι εγκατέλειπαν τους ασθενείς οικείους τους, για να γλυτώσουν από την μετάδοση της πανώλης, την περίθαλψη είχαν αναλάβει, με κίνδυνο της ζωής τους οι Χριστιανοί.

Οι πρώην πόρνες μεταβάλλονται σε αγαπητές εν Χριστώ αδελφές, οι οποίες χαίρονται και απολαμβάνουν τον άδολο σεβασμό και την τιμή των πρώην εραστών τους.

Οι απόβλητοι της κοινωνίας βρίσκουν θέση και απάγκιο στην αγαπητική χριστιανική κοινότητα. Κανένας δεν τίθεται στο περιθώριο, όλοι είναι καλεσμένοι στο Δείπνο της Βασιλείας, τη σωτηρία και τη θέωση.

Στο Βυζάντιο συνεχίστηκε και ανδρώθηκε η νέα αυτή πνευματική και κοινωνική επανάσταση του Χριστιανισμού.

Εκχριστιανίστηκαν, δηλαδή εξανθρωπίστηκαν όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί (κατάργηση δια νόμου της δουλείας, θεσμοθέτηση της δικαιοσύνης για όλους, αργία της Κυριακής, περιορισμός της παγανιστικής δεισιδαιμονίας, σεβασμός της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας, περιορισμός της εξουσίας και του πλούτου, μέριμνα για τους φτωχούς και αδυνάτους, κ.α.).

Οι πολυπληθείς εθνότητες και λαοί, που αποτελούσαν το βυζαντινό κράτος συνυπήρχαν με θαυμαστή αρμονία, διότι τους ένωνε η κοινή πίστη στο Χριστό.

Εμφύλιες και κοινωνικές συγκρούσεις είναι σπάνια φαινόμενα στο χιλιόχρονο Βυζάντιο, διότι είχε σύνταγμα το Ευαγγέλιο του Χριστού και εφάρμοζε την κοινωνική διδασκαλία και πρακτική της Εκκλησίας μας.

Δεν είναι τυχαίο ότι και αυτός ο Ιουλιανός ο Παραβάτης (361-363) αποπειράθηκε να στηρίξει το ουτοπικό του θρησκευτικό παγανιστικό σύστημα στην κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας.

Το ίδιο και στην μαύρη περίοδο της τουρκοκρατίας. Η Εκκλησία μας έγινε ο συνδετικός δεσμός του Έθνους και τροφός του Γένους μας.

Υπήρξε ο μόνος θεσμός, ο οποίος στήριξε και διέσωσε το Γένος μας από τον αφανισμό, κάτι που δεν είναι σε θέσει να δουν οι κοντόφθαλμοι χριστιανομάχοι. Όσο και αν φαίνεται παράδοξο, οι έννοιες του εθνικισμού και του ρατσισμού ήταν σχεδόν άγνωστες, τουλάχιστον τα πρώτα διακόσια χρόνια της δουλείας.

Το πρόβλημα για τους Ορθοδόξους Έλληνες και για τους άλλους υπόδουλους Ορθοδόξους λαούς, δεν ήταν τα πρόσωπα, που τους καταπίεζαν τους, αλλά η Οθωμανική εξουσία.

Απόδειξη ότι όσοι τούρκοι μουσουλμάνοι ασπάζονταν την Ορθοδοξία, εντάσσονταν στην οικογένεια των υπόδουλων Ρωμιών, π. χ. οι Νεομάρτυρες οι εξ Αγαρηνών.

Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι βρήκαν ασφαλές καταφύγιο στον ελληνικό χώρο οι αγρίως καταδιωκόμενοι Εβραίοι από τους Ισπανούς και τους άλλους Ευρωπαίους, τον 16ο και 17ο αιώνα, όπου έζησαν εν ηρεμία, μεγαλούργησαν και συνεχίζουν να μεγαλουργούν.

Οι έννοιες του ρατσισμού και του εθνικισμού, άγνωστες στον ορθόδοξο λαό μας, ήρθαν στον τόπο μας από τους «διαβασμένους» της Εσπερίας στα τέλη του 18ου αιώνα.

Οι αγωνιστές του 21 πολέμησαν για το «Ρωμαίικο», όπου θα συμπεριλάμβανε όλους τους λαούς της βαλκανικής και της Μ. Ασίας και όχι τη δημιουργία «εθνικής εστίας», όπως διατείνονταν ο μικροεθνικισμούς του Κοραή και των συν αυτώ, (βλέπε Θούριο του Ρήγα).

Ο μεγάλος Ιερομάρτυρας και Εθνομάρτυρας άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (1714-1779) προωθούσε την απελευθέρωση όλων των υπόδουλων Ορθοδόξων λαών και μιλούσε συχνά για το «Ρωμαίικο», ήτοι την ανασύσταση του πολυεθνικού βυζαντινού κράτους, της Ρωμανίας.

Ο ρατσισμός, ο εθνικισμός και ο θρησκευτικός φανατισμός είναι δημιουργήματα αποκλειστικά της αιρετικής Ευρώπης. Εκεί εμφανίστηκαν και ανδρώθηκαν αυτά τα εκφυλιστικά φαινόμενα.

Ο διαβόητος και μισέλληνας Καρλομάγνος (9ος αιώνας), το καύχημα των σύγχρονων ευρωπαίων, θα εγείρει πρώτος θέμα ρατσισμού κατά των «αιρετικών» Ελλήνων και θα μπολιάσει τους ευρωπαίους με μίσος κατά ημών των Ελλήνων και γενικότερα κατά των Ορθοδόξων.

Ο Παπισμός, μετά το σχίσμα (1054), θα γίνει εγκόσμια υπερεξουσία. Θα υποτάξει τους πάντες κάτω από την παντόφλα του Πάπα και θα εγείρει φρικτές γενοκτονίες κατά εκείνων που αμφισβητούσαν την εξουσία του.

Οι σταυροφορίες, οι ευρωπαϊκοί θρησκευτικοί πόλεμοι, η «Ιερά Εξέταση» και οι διωγμοί κατά των «αιρετικών», η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, η γενοκτονία των 800.000 ορθοδόξων Σέρβων από τους παπικούς Ουστάσι, κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, είναι το θλιβερό πρόσωπο της δυτικής χριστιανοσύνης.

Το ίδιο και η αποικιοκρατία, όπου ο Παπισμός, με το απόπαιδό του, τον Προτεσταντισμό, πρωτοστάτησαν στην κατάκτηση του κόσμου, με σφαγές, γενοκτονίες και δηώσεις, μεταβάλλοντας τον «νέο κόσμο» σε απέραντες δουλοπαροικίες, ως τα σήμερα.

Αλλά και η σύγχρονη δυτική ετεροδοξία συνεχίζει την ίδια τακτική, επιβεβαιώνοντας με τον πλέον σαφή τρόπο την απόλυτη διάσταση και αποξένωσή της από την αληθινή Εκκλησία του Χριστού, την Ορθοδοξία μας.

Τα σύγχρονα ανυπέρβλητα προβλήματά μας δεν είναι άμοιρα ευθυνών των ετεροδόξων δυτικών «εταίρων» μας.

Κάνει λόγο ο αρθρογράφος για ανθρωποκεντρισμό χωρίς Θεό. Αν εννοεί το «θεό» της δυτικής χριστιανοσύνης δε θα διαφωνήσουμε μαζί του, διότι αυτός ο «θεός» είναι όχι μόνο νεκρός, όπως διακήρυξε δικαίως ο Νίτσε, αλλά και απάνθρωπος.

Είναι το ανύπαρκτο και θνησιγενές είδωλο του σχολαστικισμού, το οποίο δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση του αιρετικού δυτικού ανθρώπου.

Αν όμως εννοεί τον αληθινό Τριαδικό Θεό, της πατρότητας, της αγάπης και του ελέους, όπως δοξάζει η Ορθοδοξία μας, τότε βρίσκεται σε οικτρή πλάνη, διότι απογυμνώνει τον άνθρωπο από το Θεό, την πηγή της ζωής και του δίνει ιδιότητες απολυτότητας, τις οποίες δεν έχει.

Το σχήμα του ανθρωποκεντρισμού χωρίς το Θεό έχει αποτύχει παταγωδώς εδώ και αιώνες και αυτό το αποτυχημένο σχήμα συνεχίζει να προτείνει δυστυχώς ο άθεος ευρωπαϊκός ουμανισμός.

Εγκλωβισμένος και ο αρθογράφος στα στεγανά αυτά, δε μπορεί προφανώς να αντιληφτεί ότι τα κοινωνιοκεντρικά και ανθρωποκεντρικά νοήματα που προτείνει, για την «αλλαγή» της κοινωνίας, είναι καταδικασμένα να αποτύχουν.

Τρανό παράδειγμα η παταγώδεις κατάρρευση των κοινωνιοκεντρικών και ανθρωποκεντρικών κοινωνιών της Δύσεως.

Για μας του Ορθοδόξους, αληθινός τύπος ανθρώπου, είναι ο ένσαρκος Λόγος του Θεού, ο Θεάνθρωπος Κύριός μας Ιησούς Χριστός και αληθινός άνθρωπος ο ενωμένος οργανικά και οντολογικά με Εκείνον.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο αυτονομημένος από το Θεό άνθρωπος, τραυματισμένος από την αμαρτία και αποδυναμωμένος από τη φθορά και την φορά του θανάτου, στερείται της γνησιότητας.

Αληθινή κοινωνία είναι η θεανθρώπινη κοινωνία, δηλαδή η Εκκλησία, όπου τα ανθρώπινα πρόσωπα μπολιάζονται με την άκτιστη χάρη του Θεού και μεταμορφώνεται σε θεανθρώπινα κύτταρα του Σώματος του Χριστού.

Αληθινή ελευθερία και σεβασμό στα ανθρώπινα πρόσωπα παρέχει μόνον η Εκκλησία, η οποία καταξιώνει την ανθρώπινη οντότητα, μεταβάλλοντάς την σε εικόνα Θεού και ανάγοντάς την σε θεοειδή ύπαρξη, η οποία βρίσκεται εν πορεία για την σωτηρία και την κατά χάριν θέωση.

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών της Ι.Μ. Πειραιώς

Αββά Δωροθέου – επιστολές σε αδελφούς που βρίσκονται σε πειρασμό.


ΣΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ ΠΟΥ ΔΟΚΙΜΑΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΠΕΙΡΑΣΜΟ
Επιστολή Η´
— Πρώτα-πρώτα, παιδί μου, δεν γνωρίζουμε τον τρόπο που οικονομεί ο Θεός τη ζωη μαςκαι οφείλουμε να Του παραδίνουμε τον εαυτό μας να τον κυβερνήσει —πράγμα που οφείλουμε ακριβώς να κάνουμε και σ᾽ αυτήν την περίσταση. Γιατί θα δυσκολευτείς, αν θελήσεις να κρίνεις με ανθρώπινα κριτήρια όσα σου συμβαίνουν αντί ν’ αφήσεις στο Θεο κάθε μέριμνά σου. Πρέπει λοιπόν, όταν σε περικυκλώνουν θλιβεροί και πιεστικοί λογισμοί, να κραυγάζεις στο Θεο: «Κυριε, οικονόμησε αυτήν την υπόθεση, όπως Συ θέλεις και όπως γνωρίζεις»1. Γιατί πολλά θέματα τα τακτοποιεί η Πρόνοια του Θεού διαφορετικά απ’ ό,τι νομίζουμε ή ελπίζουμε. Και οι ελπίδες που τρέφαμε για μερικά πράγματα, από την πείρα αποδείχτηκαν λαθεμένες. Με λίγα λόγια, πρέπει να δείχνεις μακροθυμία την ώρα του πειρασμού και να προσεύχεσαι και να μην προσπαθείς ή να νομίζεις ότι με ανθρωπίνους λογισμούς, όπως είπα, θα ξεπεράσεις λογισμούς δαιμονικούς. Ο αββάς Ποιμένας επειδή τα γνώριζε αυτά, έλεγε ότι η εντολή «να μη μεριμνήσεις για την αυριανή ημέρα»2 (Ματθ. 6, 34) απευθυνόταν σ’ όσους βρίσκονται σε πειρασμό. Αν λοιπόν, παιδί μου, πιστεύεις ότι αυτά είναι αληθινά, εγκατάλειψε κάθε δικό σου λογισμό —και αν ακόμα είναι συνετός— και κράτησε την ελπίδα σου στο Θεο. Σ’ Αυτόν που δίνει περισσότερα από όσα Του ζητάμε ή μπορούμε να φανταστούμε (Εφ. 3, 20). Θα μπορούσα να σου απαντήσω σ’ όλα όσα είπες, αλλά δεν θέλω να έλθω σε αντίθεση ούτε με σένα ούτε με τον ίδιο τον εαυτό μου. Το μόνο που λέω είναι να στερεωθείς στην οδό που οδηγεί στην ελπίδα του Θεού. Γιατί αυτή η οδός είναι η πιο ασφαλής και η πιο αμέριμνη. Ο Θεός μαζί σου.
Επιστολή Θ´
ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ
— Να θυμάσαι, παιδί μου, αυτόν που είπε ότι «δια μέσου πολλών θλίψεων θα μπούμε στη Βασιλεία των Ουρανών» (Πραξ. 14, 22), χωρίς να καθορίζει το είδος των θλίψεων, αλλά είπε αόριστα: «δια μέσου πολλών θλίψεων». Και έτσι, αν έχεις αμαρτίες, να υπομένεις ο,τι σου συμβαίνει με ευχαριστιακή διάθεση και επίγνωση, σαν να ήταν κάτι πολύ ευχάριστο. Αν όμως δεν έχεις αμαρτίες, να υπομένεις τον πειρασμό σαν κάτι που σε καθαρίζει από τα πάθη ή σου γίνεται αφορμή να κερδίσεις τη Βασιλεία των Ουρανών. Ο φιλάνθρωπος και φιλόψυχος Θεός, που επιτίμησε τον άνεμο και τη φουρτουνιασμένη θάλασσα και τη γαλήνεψε, να επιτιμήσει και τον πειρασμό σου, παιδί μου, και να σου δώσει ευρύτητα πνεύματος για να γνωρίσεις τις κακουργίες του εχθρού. Αμήν.
Επιστολή Ι´
ΣΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ ΠΟΥ ΕΠΕΣΕ ΣΕ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΑ ΑΣΘΕΝΕΙΑ
ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΛΛΕΣ ΣΥΜΦΟΡΕΣ
— Σε παρακαλώ, παιδί μου, να υπομένεις και να ευχαριστείς για τις συμφορές που σου συμβαίνουν εξαιτίας της αρρώστιας, σύμφωνα μ’ εκείνον που λέει: «Όλα όσα σου συμβαίνουν, να τα δέχεσαι σαν καλά», για να εκπληρωθεί σε σένα, παιδί μου, ο σκοπός της Θείας Προνοίας σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Παρε λοιπόν κουράγιο και δυνάμωσε, με τη Χαρη του Θεού και την «οικονομία» Του για σένα. Ο Θεός μαζί σου.
Επιστολή ΙΑ´
ΣΕ ΑΔΕΛΦΟ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΠΕΙΡΑΣΜΟ
— Ο Χριστός ας σου χαρίσει την ειρήνη Του, αδελφέ μου. Προσπάθησε να πείσεις το λογισμό σου, ότι οπωσδήποτε εσύ έδωσες αφορμή στον πειρασμό, έστω και αν προς το παρόν δεν μπορείς να βρεις για ποια αιτία σου συνέβη. Κατηγόρησε τον εαυτόν σου, υπόμεινε και προσευχήσου. Και έχω εμπιστοσύνη στην ευσπλαχνία του αγαθού Δεσπότου Χριστού, ότι θα διώξει τον πειρασμό. Ο Απόστολος Παύλος είπε: «Η ειρήνη του Θεού, που ξεπερνάει κάθε ανθρώπινο νου, θα φρουρήσει την καρδιά σας» (Φιλ. 4, 7).
Επιστολή ΙΒ’
ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ
— Μη σου φαίνεται παράξενο, παιδί μου, εφόσον βρίσκεσαι στην οδό που οδηγεί στο Θεο, αν πολλές φορές πέφτεις πάνω σε αγκάθια και σβώλους και άλλοτε σε ομαλό έδαφος. Γιατί όσοι αγωνίζονται, άλλοτε πέφτουν, άλλοτε νικούν. Ο Μεγας Ιωβ είπε: «Τι άλλο είναι η ζωη του ανθρώπου πάνω στη γη, παρά μια συνεχής δοκιμασία»; (Ιωβ 7, 1). Και κάποιος άλλος άγιος είπε: «Άνθρωπος που δεν γεύτηκε πειρασμό, δεν μπορεί να είναι βέβαιος για τις αρετές του» (Σοφ. Σειρ. 34, 10: Ιακώβ. 1, 12). Γιατί καθώς ασκούμαστε στην πίστη πειραζόμαστε, για να δοκιμαστούμε και να μάθουμε να πολεμάμε. Ο Κυριος είπε: «Πρέπει να περάσετε μέσα από πολλές θλίψεις, για να μπείτε στη Βασιλεία των Ουρανών» (Πραξ. 14, 22),. Ας είναι λοιπόν βοηθός σας σε ο,τι συναντάτε, η ελπίδα του καλού τέλους. Και ο Άγιος Απόστολος, θέλοντας να μας προετοιμάσει για ν’ αποκτήσουμε υπομονή, λέει: «Είναι αξιόπιστος ο Θεός που σας υποσχέθηκε ότι δεν θα σας αφήσει να πειραστείτε περισσότερο απ’ όσο μπορείτε, αλλά μαζί με τον πειρασμό θα φέρει και το ξεπέρασμά του, ώστε να μπορείτε να τον σηκώσετε» (Α´ Κορ. 10, 13). Και ο Κυριος μας, η πραγματική Αλήθεια που λέει: «Σ’ αυτόν τον κόσμο θα δοκιμάσετε θλίψεις, αλλά έχετε θάρρος, εγώ νίκησα τον κόσμο» (Ιωάν. 16, 23), ας είναι η παρηγοριά σου. Αυτά να μελετάς, αυτά να τηρείς. Να ζεις με τη μνήμη του Κυρίου, και η αγαθότητά Του, θα σε βοηθάει σε όλα, παιδί μου, γιατί είναι ελεήμονας και γνωρίζει την αδυναμία μας. Αυτός θα επιτιμήσει τα κύματα και θα ξαναφέρει γαλήνη στην ψυχή σου με τις ευχές των Αγίων Του.
Επιστολή ΙΓ´
ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ
— Όπως ακριβώς οι σκιές ακολουθούν τα σώματα, έτσι και οι πειρασμοί τις εντολές του Θεού. Γιατί, όπως λέει ο Μεγας Αντώνιος3, όποιος δεν γεύτηκε πειρασμούς, δεν θα μπει στη Βασιλεία των Ουρανών. Μην απορήσεις λοιπόν, παιδί μου, αν συναντήσεις θλίψεις και πειρασμούς, ενώ ζητάς συμβουλές για τη σωτηρία της ψυχής σου. Αλλά να υπομένεις ατάραχα και να προσεύχεσαι, ευχαριστώντας τον Θεο, που αξιώνεσαι να πειραστείς, για χάρη της εντολής του Θεού, για να γυμναστεί και να δοκιμαστεί η ψυχή σου. Ο αγαθός Θεός να σου χαρίσει πνευματική αγρύπνια και υπομονή στον καιρό του πειρασμού.
Επιστολή ΙΔ´
ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ
— Πολύ καλά εννόησε ο Αββάς Ποιμένας ότι η εντολή να μη μεριμνήσει κανείς για την επόμενη ημέρα, έχει δοθεί σε άνθρωπο που βρισκόταν σε πειρασμό. Και το «άφησε στο Θεο τη μέριμνα για σένα» (Ψαλ. 54, 23) στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγεί. Απομακρύνσου λοιπόν, παιδί μου, από τους ανθρώπινους λογισμούς και κράτησε την ελπίδα σου στο Θεο, που κάνει πολύ περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε. Και η ελπίδα στο Θεο θα σε αναπαύσει. Ο Κυριος να σε βοηθήσει, παιδί μου, με την ευχή των αγίων. Πρέπει λοιπόν ν’ απομακρυνόμαστε από τέτοιου είδους λογισμούς, γιατί δεν είμαστε βέβαιοι, αν αύριο ζούμε.
Επιστολή ΙΕ´
ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ
— Είμαστε δημιουργήματα του αγαθού και φιλάνθρωπου Θεού που είπε: «Ζω εγώ, λέει Κυριος, και δεν επιθυμώ το θάνατο του αμαρτωλού, αλλά θέλω να μετανοήσει και να ζήσει» (Εξ. 33, 11). Και πάλι: «Δεν ήρθα να καλέσω σε μετάνοια τους δικαίους, αλλά τους αμαρτωλούς» (Ματθ. 9, 13). Αν λοιπόν είναι έτσι, και έτσι πιστεύουμε, ας αφήσουμε στον Κυριο κάθε μέριμνα, για μας και τη ζωη μας, και Αυτός θα μας διαθρέψει (Ψαλ. 54, 23), δηλαδή θα μας σώσει. Γιατί Αυτός ενδιαφέρεται για μας. Αυτός να παρηγορήσει και την καρδιά σου, παιδί μου, με τις ευχές των αγίων.
Επιστολή ΙΣΤ´
ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΑΔΕΛΦΟ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΣΘΕΝΕΣΤΕΡΟ, ΠΟΥ ΤΟΝ ΒΑΣΑΝΙΖΑΝ ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ, ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥΣΑΝ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΟΥ.
— Στο Όνομα του Ιησού Χριστού. Αδελφέ μου, δεν έχουμε κανένα δικαίωμα πάνω στον αδελφό μας. Γιατί το κακό που έγινε πρέπει να το ξεπεράσουμε και να το καταπιούμε με αγάπη. Κανείς δεν μπορεί να πει στον πλησίον: «Γιατί δεν με αγαπάς;» Αλλά αυτός πρέπει με πράξεις αγάπης να ελκύει τον πλησίον και να τον προκαλεί να τον αγαπήσει.
Σχετικά δε με τις σωματικές και υλικές ανάγκες, αν κάποιος είναι άξιος ν’ αναπαυτεί, ακόμα και σε καρδιά Σαρακηνών δίνει πληροφορία ο Θεός να τον ελεήσουν ανάλογα με τις ανάγκες του. Αν όμως δεν είναι άξιος ή δεν είναι για το συμφέρον της ψυχής του να παρηγορηθεί στον καιρό της δοκιμασίας του, τότε και αν ακόμα δημιουργήσει καινούριο ουρανό και καινούρια γη, δεν θα βρει ανάπαυση4. Πανω σ’ αυτό που λες, ότι δηλαδή δίνεις βάρος στους αδελφούς, είναι σαν να ομολογείς το δικαίωμά σου. Γιατί κανένας δεν μπορεί να πει ότι βαραίνει τον πλησίον του, που θέλει να σωθεί, όταν του δίνει την ευκαιρία να εκτελέσει την εντολή του Θεού. Όποιος μισεί όσους τον προσβάλλουν, μισεί την πραότητα. Όποιος αποφεύγει αυτούς που τον στενοχωρούν, αποφεύγει την ανάπαυσή του «εν Χριστώ». Ο φιλάνθρωπος Θεός να μας σκεπάσει με τη Χαρη Του, παιδί μου, με τις ευχές των αγίων. Αμήν.
Σημειώσεις:
1. «Ηρώτησάν τινες τον Αββάν Μακάριον, λέγοντες• Πως οφείλομεν προσεύχεσθαι; Λεγει αυτοίς ο γέρων• Ουκ έστι χρεία βατολογείν, αλλ’ εκτείνειν τας χείρας, και λέγειν• Κυριε, ως θέλεις και ως οίδας, ελέησον. Εαν δε επίκειται πόλεμος• Κυριε, βοήθει• Και Αυτός οίδε τα συμφέροντα, και ποιεί μεθ’ ημών έλεος».
(Αβ. Μακ. P.G. 65, 2696).
2. «Ηρωτήθη ο Αββάς Ποιμήν, ότι εις τίνα έρχεται ο λόγος ο γεγραμένος, ότι, «Μη φροντίσητε περί της αύριον». Λεγει αυτώ ο γέρων: Προς άνθρωπον όντα εν πειρασμώ και ολιγωρούντα ερρήθη, ίνα μη φροντίση λέγων: Ποσον χρόνον έχω εν τω πειρασμώ τούτω; αλλά μάλλον λογίσηται, λέγων καθ’ εκάστην το σήμερον».
(Αβ. Ποιμ. P.G. 65, 353Ψ).
3. «Ουδείς απείραστος δυνήσεται εισελθείν εις την βασιλείαν των ουρανών. Έπαρον γαρ, φησί, τους πειρασμούς, και ουδείς ο σωζόμενος».
(Αβ. Αντ. P.G. 65, 77A)
4. Αβ. Ποιμ. P.G. 65, 333.
(Από το βιβλίο «Αββά Δωροθέου Έργα Ασκητικά.», Εκδ. «
ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ», Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Καρέας, 2000)
(Πηγή: Ιερά Μητρόπολις Καισαριανής, Βυρωνος και Υμηττού)

Η εμπαθής ψυχή στην μέλλουσα κρίση – ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ Έργα Ασκητικά


Άραγε πόσα έχει η ταλαίπωρη ψυχή να υποφέρει από τα πάθη της (ενν. στην μέλλουσα ζωή). Μπορείτε και απ’ αυτά που ζούμε εδώ να καταλάβετε εκείνη τη θλίψη. Γιατί, όταν κανείς έχει πυρετό, τί είναι εκείνο που τον καίει; Ποιά φωτιά ή ποια ξύλα δημιουργούν εκείνη τη φλόγα; Και αν τύχει να έχει κανείς σώμα ασθενικής κράσεως, δεν είναι η ίδια η ανημποριά του που τον καίει και τον ταράσσει πάντοτε και θλίβει τη ζωή του; 
Το ίδιο συμβαίνει και με την εμπαθή ψυχή. Πάντοτε βασανίζεται η ταλαίπωρη από την ίδια την κακοιμοιριά της, έχοντας διαρκώς την πικρή ανάμνηση και την οδυνηρή παραμονή των παθών, που την καίουν και την καταφλέγουν αδιάκοπα. Και ακόμα, ποιος μπορεί να μιλήσει, αδελφοί μου, για τους φοβερούς εκείνους τόπους, για τα σώματα εκείνα που δημιουργούν στην ψυχή τέτοια και τόση οδύνη και τη βασανίζουν, χωρίς να φθείρονται, για τη φοβερή εκείνη φωτιά, για το σκοτάδι, για τις ανελέητες και βασανιστικές δυνάμεις, για τα αμέτρητα άλλα βασανιστήρια, που αναφέρονται με πολλούς τρόπους στις θείες Γραφές, όλα ανάλογα με τις κακές πράξεις και τους κακούς λογισμούς των ψυχών;

Γιατί, όπως ακριβώς οι άγιοι οδηγούνται σε τόπους φωτεινούς και σε αγγελική ευφροσύνη, ανάλογα με τις καλές τους πράξεις, έτσι και οι αμαρτωλοί απομονώνονται σε τόπους σκοτεινούς και ζοφερούς και γεμάτους φόβο και τρόμο, όπως λένε οι άγιοι. Γιατί, τί φοβερότερο και ελεεινότερο υπάρχει από εκείνους τους τόπους που προορίζονται για τους δαίμονες; Τί άλλο πιο πικρό από την κόλαση, στην οποία καταδικάζονται; Και όμως τιμωρούνται και οι αμαρτωλοί μαζί με τους δαίμονες, όπως λέει η Γραφή: «Φύγετε μακριά μου οι καταραμένοι στην αιώνια φωτιά που ετοιμάστηκε για το διάβολο και τους αγγέλους του» (Ματθ. 25, 41).

[ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Πρέπει να σημειωθεί η θέση που παίρνει ο αββάς Δωρόθεος στο θέμα της μελλούσης κολάσεως.

Όπως ακριβώς η έξωση του Αδάμ από τον Παράδεισο δεν είναι εκδίκηση και τιμωρία εκ μέρους του Θεού «διά τήν προσβληθείσαν Θείαν Δικαιοσύνην», έτσι και η μέλλουσα γέεννα δεν αποτελεί αποκατάσταση «τής προσβληθείσης Θείας Δικαιοσύνης», αλλά τραγική συνέπεια της εκπτώσεως του ανθρώπου από το «κατά φύσιν» και διαιώνιση των συνεπειών αυτής. Η έμφαση στο σημείο της οδύνης, που προέρχεται από την ίδια την ψυχή γιατί τής λείπουν οι επίγειες παρακλήσεις, η μοναξιά, η απουσία του Θεού, η μνήμη των αμαρτιών της και η παράδοση στις δυνάμεις του σκότους, δίνει όλες τις διαστάσεις της τραγικότητας και του αποτροπιασμού που προκαλεί αυτή η αιώνια καταδίκη. Ταυτόχρονα όμως δίνει απάντηση στον επιπόλαιο συλλογισμό μερικών σύγχρονων ανθώπων –«ο Θεός δεν είναι κακούργος, άρα δεν υπάρχει κόλαση» ή «η κόλαση και ο παράδεισος είναι εδώ» - καθώς επίσης και στις δογματικές παρεκκλίσεις της Δυτικής θεολογίας (πρβλ. Π. Νέλλα: Η περί δικαιώσεως διδασκαλία Ν. Καβάσιλα. Πειραιεύς 1975). ]


Η‘ Διδασκαλία για την μνησικακία Αββάς Δωρόθεος Ἀββᾶ Δωροθέου Η‘ Διδασκαλία, ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΝΗΣΙΚΑΚΙΑ



Ἕνας ἀπό τούς Πατέρες, ὁ Εὐάγριος, εἶπε ὅτι οἱ μοναχοί δέν πρέπει νά ὀργίζονται ἤ νά στενοχωροῦν κανέναν. Καί πάλι εἶπε: Ἄν κάποιος χαλιναγωγήσει τό θυμό, χαλιναγωγεῖ τούς δαίμονες. Ἄν ὅμως ἔχει νικηθεῖ ἀπ’ αὐτό τό πάθος, εἶναι τελείως ξένος ἀπό τή μοναχική ζωή[1] καί ἄλλα σχετικά.Τί λοιπόν πρέπει νά ποῦμε ἐμεῖς γιά τόν ἑαυτό μας, πού δέν σταματᾶμε μόνο στό θυμό καί στήν ὀργή, ἀλλά πολλές φορές φτάνουμε καί μέχρι τή μνησικακία; Τί ἄλλο, παρά τό νά πενθήσουμε γι’ αὐτή τήν ἐλεεινή καί ἀπάνθρωπη κατάστασή μας. Ἄς κρατήσουμε λοιπόν ἄγρυπνα τά μάτια τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ἀδελφοί μου, καί ἄς βοηθήσουμε¸‘μετά Θεόν’ τούς ἑαυτούς μας, γιά νά γλυτώσουμε ἀπό τήν πίκρα αὐτοῦ τοῦ καταστρεπτικοῦ πάθους. Γιατί συμβαίνει πολλές φορές νά βάζει κανείς μετάνοια στόν ἀδελφό του -ὅταν φυσικά ψυχρανθοῦν ἤ στενοχωρηθοῦν μεταξύ τους- καί νά παραμένει καί μετά τή μετάνοια λυπημένος καί ἔχοντας λογισμούς ἐναντίον του. Δέν πρέπει αὐτός πού πολεμιέται ἀπό τούς λογισμούς ν’ ἀδιαφορήσει γιά τό θέμα, ἀλλά ἀμέσως νά τούς σταματήσει. Γιατί αὐτό εἶναι μνησικακία. Καί εἶναι ἀνάγκη νά προσέξει μέ ἄγρυπνη φροντίδα, νά μετανοήσει, ν’ ἀγωνιστεῖ, ὅπως εἶπα, γιά νά μήν μείνει πολύ καιρό μ’ αὐτούς τούς λογισμούς καί κινδυνεύσει. Γιατί μέ τό νά βάλει μετάνοια, ἁπλῶς συμμορφώνεται σέ μιά πρακτική ἐντολή καί προσωρινά ἀντιμετωπίζει τό θέμα τῆς ὀργῆς, ἀλλά δέν κάνει κανέναν ἀγώνα ἐναντίον τῆς μνησικακίας. Γι’ αὐτό καί παραμένει ἔχοντας τή λύπη ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ του. Γιατί εἶναι ἄλλο πράγμα ἡ μνησικακία, ἄλλο ἡ ὀργή, ἄλλο ὁ θυμός καί ἄλλο ἡ ταραχή[2].

Αββά Δωροθέου - Για το θείο φόβο




Αββά Δωροθέου
έργα ασκητικά 
Δ' Διδασκαλία
ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΙΟ ΦΟΒΟ
     47.-. Ο Αγιος Ιωάννης λέει στις Καθολικές Επιστολές: H τέλεια αγάπη φυγαδεύει το φόβο(Α' Ιωάννου 4, 18).Άραγε, τι θέλει μ' αυτό να μας επισημάνει ο Αγιος; Ποια άραγε ονομάζει αγάπη και ποιο φόβο; Ο Προφήτης λέει στον ψαλμό:Φοβήθητε τον Κύριο, πάντες οι άγιοι αυτού(Ψαλμ. 33, 10)και χίλια άλλα παρόμοια βρίσκουμε στις Άγιες Γραφές. Αν λοιπόν και οι άγιοι που τόσο αγαπούν τον Κύριο τον φοβούνται, πως λέει: Η αγάπη φυγαδεύει τον φόβο;Θέλει να μας δείξει ο άγιος ότι είναι δύο είδη φόβων, ένας αρχικός και ένας τέλειος. Και ότι ο μεν ένας είναι χαρακτηριστικό των αρχαρίων, όπως θα λέγαμε, στην πνευματική ζωή, ο δε άλλοςείναι χαρακτηριστικό των αγίων που έχουν πια τελειωθεί πνευματικά, αυτών που έφτα­σαν στο μέτρο της άγιας αγάπης. Να, τι θέλω να πω: Κάνει κανείς το θέλημα του Θεού για το φόβο της τιμωρίας. Αυτός, όπως είπαμε, είναι ακόμα ολότελα αρχάριος. Δεν αγωνίζεται για το ίδιο το καλό, αλλά επειδή φοβάται τις τιμωρίες. Άλλος κάνει το θέλημα του Θεού επειδή αγαπάει το Θεό, επειδή χαίρεται ιδιαίτερα με το να είναι η ζωή του ευάρεστη στο Θεό. Αυτός γνωρίζει την ουσία του καλού, αυτός γεύτηκε τι σημαίνει να είναι κανείς ενωμένος με το Θεό. Αυτός είναι εκείνος που έχει αληθινή αγάπη, που ο άγιος την ονομάζει τέλεια. Και αυτή η αγάπη τον οδηγεί στον τέλειο φόβο. Γιατί αυτός φοβάται και κάνει το θέλημα του Θεού, όχι από φόβο για τις τιμωρίες, όχι από φόβο μήπως κολαστεί, αλλά, όπως ακριβώς είπαμε, επειδή γεύτηκε τη γλυκύτητα που δοκιμάζει όποιος είναι ενωμένος με το Θεό, φοβάται μήπως τη χάσει, φοβάται μήπως τη στερηθεί. Αυτός λοιπόν ο τέλειος φόβος, που προέρχεται απ' αυτή την αγάπη, απομακρύνει τον αρχικό φόβο. Και γι' αυτό λέει: Η τέλεια αγάπη φυγαδεύει το φόβο. Είναι όμως αδύνατο να φτά­σει κανείς διαφορετικά στον τέλειο φόβο, παρά μόνο με τον αρχικό.
     48.-. Γιατί υπάρχουν τρία είδη ψυχικών διαθέσεων, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, με τα οποία μπορούμε να ευαρεστήσουμε στο Θεό. Δηλαδή,ευαρεστούμε στο Θεό ή επειδή φοβό­μαστε την κόλαση-και τότε βρισκόμαστε στην κατάσταση του δούλου-ή εκπληρώνουμε τις εντολές του Θεού, επειδή επιδιώ­κουμε τα κέρδη που θα πάρουμε σαν μισθό από το Θεό για την προσωπική μας ωφέλεια-και σ' αυτό το σημείο μοιάζουμε με τους μισθωτούς-ή για το ίδιο το καλό και τότε βρισκόμαστε στην κατάσταση του υιού.
Γιατί, όταν ο υιός φτάσει σε ώριμη ηλικία, κάνει το θέλημα του πατέρα του, όχι γιατί φοβάται μήπως τον δείρει, ούτε για να πάρει άπ' αυτόν μισθό, αλλά επειδή τον αγαπάει ιδιαίτερα και τον σέβεται και είναι σίγουρος ότι όλα τα υπάρχοντα του πατέρα του είναι δικά του.Αυτός αξιώνεται ν' ακούσει:Δεν είσαι πια δούλος, αλλά υιός και κληρονόμος του Θεού, δια Χριστού(Γαλ. 4, 7).Αυτός δεν φοβάται πια το Θεό, μ' εκείνον βέβαια τον αρχικό φόβο, αλλά τον αγαπάει, όπως λέει ο Αγ. Αντώνιος: Εγώδεν φοβάμαι πια το Θεό, αλλά τον αγαπώ. Και ο Κύριος που είπε στον Αβραάμ, μετά την προσφορά του παιδιού του:Τώρα πια βεβαι­ώθηκα ότι φοβάσαι το Θεό(Γεν. 22, 12),εκείνον τον τέλειο φόβο εννοούσε, που έρχεται στην ψυχή από την αγάπη. Γιατί πως θα έλεγε:Τώρα πια βεβαιώθηκα;- Συγχωρά με, Θεέ μου, που θα κάνω αυτή τη σκέψη. Τόσα πολλά έκανε ο Αβραάμ. Υπά­κουσε στο Θεό και άφησε όλα του τα υπάρχοντα και ξενιτεύτηκε σε ξένη γη και σε ειδωλολατρικό έθνος, όπου δεν υπήρχε ούτε ίχνος θεοσέβειας, και πάνω άπ' όλα του έστειλε και το φοβερό πειρασμό της θυσίας του παιδιού του. Και μετά άπ' όλα αυτά του λέει: Τώρα πια βεβαιώθηκα ότι φοβάσαι το Θεό;Είναι ολοφάνερο ότι τον τέλειο φόβο ευνοούσε,αυτόν που έχουν οι Άγιοι. Γιατί δεν κάνουν πια το θέλημα του Θεού από το φόβο της τιμωρίας ή για να πάρουν μισθό, αλλά επειδή αγαπάνε το Θεό, όπως πολλές φορές είπαμε, επειδή φοβούνται να κάνουν κάτι που δεν συμφωνεί με το θέλημα του Αγαπημένου. Και γι' αυτό λέει: Η αγάπη απομακρύνει το φόβο. Γιατί δεν τηρούν πια το νόμο του Θεού από φόβο, αλλά φοβούνται επειδή αγαπάνε.
     49.-.Αυτός είναι ο τέλειος φόβος, αλλά δεν μπορεί κανείς να φτάσει στον τέλειο φόβο, όπως πριν είπαμε, αν δεν αποκτή­σει πρώτα τον αρχικό φόβο. Γιατί λέει: Η αρχή της σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου(Ψαλμ. 110, 10).Και πάλι λέει: Αρχή και τέλος είναι ο φόβος του Θεού(Παροιμ. 1, 7: 9,10: 22, 4).Αρχή εννοεί τον αρχικό φόβο που τον διαδέχεται ο τέλειος, ο φόβος των αγίων. Ο αρχικός λοιπόν φόβος ταιριάζει στο δικό μας πνευματικό επίπεδο. Αυτός προφυλάσσει την ψυχή από κάθε κακία, όπως το γάνωμα προφυλάσσει το χάλκωμα. Γιατί λέει:Με το φόβο του Κυρίου ξεφεύγει καθένας από κάθε κακό(Παροιμ. 15, 27).Εάν λοιπόν απομακρυνθεί από το κακό, με το φόβο της τιμωρίας, σαν το δούλο που φοβάται το αφεντικό του, φτάνει σιγά-σιγά να κάνει το καλό, και κάνοντας το καλό αρχίζει λίγο-λίγο να ελπίζει και σε κάποια αμοιβή της εργασίας, όπως ακριβώς και ο μισθωτός. Όταν λοιπόν επιμείνει στην αποφυγή του κακού, όπως είπαμε, από φόβο σαν το δούλο, και πάλι, όταν συνεχίσει να κάνει το καλό με την ελπίδα της αμοιβής, όπως ακριβώς ο μισθωτός, παραμένοντας, με τη Χάρη Θεού, στην προσπάθεια του καλού για αρκετό χρονικό διάστημα και προσεγγίζοντας το Θεό, ανάλογα με την πρόοδο του,γεύεται τελικά τη Θεϊκή παρουσία και δεν θέλει πια ν' απομακρυνθεί από το Θεό. Γιατί ποιος μπορεί πια να τον χωρίσει, όπως είπε ο Απόστολος, από την αγάπη του Χριστού;(Ρωμ. 8, 35).Τότε φτάνει στην κατάσταση του υιού και αγαπάει το καλό για το ίδιο το καλό και φοβάται επειδή αγαπάει.Αυτός ακριβώς είναι ο μεγάλος και τέλειος φόβος.
     50.-. Γι' αυτό ο Προφήτης διδάσκοντας μας τη διαφορά αυτών των φόβων έλεγε: Ελάτε, παιδιά μου, ακούστε με, θα σας διδάξω το φόβο του Θεού(Ψαλμ. 33,12).Προσέξτε σε κάθε λόγο του Προφήτη, προσέξτε ότι κάθε λέξη του έχει δύναμη. Πρώτα-πρώτα λέει: Ελάτε κοντά μου, προσκαλώντας μας στην αρετή. Προσθέτει και τη λέξη παιδιά.Παιδιά ονομάζουν οι άγιοι εκείνους που με το λόγο τους μεταμορφώνονται από την κακία στην αρετή, όπως λέει ο Απόστολος:Παιδιά, που για χάρη σας ξαναδοκιμάζω τις ωδίνες του τοκετού, μέχρι να μορ­φωθεί ο Χριστός μέσα σας(Γαλ. 4, 19).Μετά, αφού μας προ­σκάλεσε και μας παρακίνησε για μια τέτοια μεταμόρφωση, λέει:Θα σας διδάξω το φόβο του Κυρίου.Βλέπετε την παρρησία του Αγίου; Εμείς όταν θέλουμε να πούμε κάτι καλό, πάντα λέμε:Θέλετε να μιλήσουμε λίγο και να εμβαθύνουμε στο τι σημαίνει φόβος του Θεού ή κάποια άλλη αρετή;Ο Άγιος όμως δεν μίλησε έτσι, αλλά με παρρησία έλεγε:Έλατε, παιδιά μου, ακούστε με, θα σας διδάξω το φόβο του Θεού. Ποιος είναι εκείνος ο άνθρωπος, που θέλει να ζήσει, που επιθυμεί να δει καλές ημέρες(Ψαλμ. 33, 13).Μετά σαν κάποιος ν' απάντησε:Εγώ θέλω.Μάθε με πως να ζήσω, ώστε να δω καλές ημέρες,τον διδάσκει λέγοντας: Σταμάτησε τη γλώσσα σου να λέει ανάρμοστα λόγια και τα χείλη σου να μιλάνε με τρόπο δόλιο(Ψαλμ. 33, 14).Να, αμέσως κόβει την ενέργεια του κακού με το φόβο του Θεού. Το να σταματήσεις τη γλώσσα σου να λέει ανάρμοστα λόγια, σημαίνεινα μην πληγώσεις με κάποιο λόγο τη συνείδηση του πλησίον, να μην κακολογήσεις, να μην κάνεις κανέναν να οργιστεί. Το δε τα χείλη σου να μη μιλάνε με τρόπο δόλιο σημαίνει να μην εξαπατήσεις τον πλησίον.
Μετά προσθέτει:Απομακρύνσου από το κακό. Ανέφερε πρώτα μερικές αμαρτίες, την καταλαλιά, τη δολιότητα, και συμ­πλήρωσε γενικά για κάθε άλλη κακία το απομακρύνσου από το κακό. Δηλαδή, μ' ένα λόγο, απόφυγε κάθε κακό, απομακρύνσου από κάθε πράγμα που οδηγεί στην αμαρτία. Και δεν είπε μόνον αυτό και σιώπησε αλλά πρόσθεσε: Κάνε το καλό. Γιατί πολλές φορές δεν κάνει κανείς το κακό, άλλ' όμως δεν κάνει ούτε καλό. Δεν αδικεί, όμως ούτε και ελεεί. Δεν μισεί, όμως ούτε αγαπάει. Καλά λοιπόν είπε ο Προφήτης: Απομακρύνσου από το κακό και κάνε το καλό. Έτσι μας δείχνει με τη σειρά τις τρεις εκείνες καταστάσεις που προείπαμε. Με το φόβο δηλαδή του Θεού οδηγεί την ψυχή μακριά από το κακό και την παρο­τρύνει να ανυψωθεί στο χώρο του καλού. Γιατί, αν αξιωθεί κανείς να σταματήσει να κάνει το κακό και ν' απομακρυνθεί άπ' αυτό, με φυσικό τρόπο πια κάνει το καλό, με την καθοδή­γηση των αγίων. Αφού είπε πολύ καλά αυτά, στη συνέχεια πρό­σθεσε: Ζήτησε την ειρήνη και επιδίωξε την, και δεν είπε: Ζήτησε μόνον, αλλά κυνήγησε την για να την αποκτήσεις.
     51.-. Προσέξτε πολύ αυτό το ρητό και παρατηρήστε την ακρίβεια του Αγίου. Όταν αξιωθεί κανείς ν' απομακρυνθεί από το κακό και αγωνιστεί, με τη Χάρη του Θεού, να κάνει συνέχεια το καλό αμέσως αρχίζουν οι εχθροί του να τον πολε­μούν. Αγωνίζεται λοιπόν, κοπιάζει, συντρίβεται, όχι μόνον επειδή φοβάται να μην ξαναγυρίσει στο κακό, όπως είπαμε για το δούλο, αλλά ελπίζοντας ότι θα πάρει το μισθό του για το καλό, όπως ακριβώς ο μισθωτός. Με το να πολεμιέται λοιπόν και να πολεμάει και να κτυπιέται με τον εχθρό, κάνει το καλό, αλλά με πολλή θλίψη, με πολλή συντριβή. Όταν λοιπόν πάρει βοήθεια από το Θεό και αρχίζει να συνηθίζει να κάνει το καλό, τότε βλέπει την ανάπαυση, τότε γεύεται προοδευτικά την ειρήνη, τότε αισθάνεται ποια είναι η θλίψη του πολέμου και ποια η χαρά και η ευφροσύνη της ειρήνης. Τότε λοιπόν τη ζητάει, αγωνίζεται και την καταδιώκει τρέχοντας για να την κερδίσει, για να την κατακτήσει τέλεια, για να την εγκαταστήσει στην ψυχή του. Ποιος λοιπόν είναι πιο μακάριος από την ψυχή εκείνη, που αξιώθηκε να φτάσει σ' αυτό το μέτρο; Αυτός, όπως πολλές φορές είπαμε, βρίσκεται στην κατάσταση του υιού. Γιατί, πρα­γματικά, είναι μακάριοι αυτοί που επιδιώκουν την ειρήνη.Γιατί αυτοί θα ονομαστούν παιδιά του Θεού(Ματθ. 5, 9).Ποιος λοι­πόν μπορεί να πείσει πλέον την ψυχή εκείνη να κάνει το καλό για κάποιον άλλο λόγο, εκτός από την απόλαυση αυτού του ίδιου του αγαθού; Ποιος άλλος γνωρίζει αυτή τη χαρά, παρά εκείνος που τη γεύτηκε; Τότε αυτός γνωρίζει, όπως πολλές φορές είπαμε, τον τέλειο φόβο.
Ακούσαμε λοιπόν ποιος είναι ο τέλειος φόβος των αγίων και ποιος είναι ο αρχικός φόβος της δικής μας καταστάσεως και από που ξεκινάει κανείς και που φτάνει με το φόβο του Θεού. Τώρα λοιπόν μας απομένει να μάθουμε το πως έρχεται ο φόβος του Θεού και να πούμε ποια είναι αυτά που μας αποξενώνουν άπ' αυτόν.
     52.-. Είπαν οι Πατέρες ότι ο άνθρωπος αποκτάει το φόβο του Θεού:Με τη διαρκή μνήμη του θανάτου και των τιμωρι­ών.Με το να έρευνα τον εαυτό του, κάθε βράδυ, πως πέρασε την ημέρα, και κάθε πρωί πάλι, πως πέρασε τη νύκτα.Με το να μην έχει παρρησία.Με το να ζήσει με κάποιον άλλον άνθρωπο που πραγματικά φοβάται το Θεό.Γιατί λέγεται ότι ρώτησε '=ένας αδελφός κάποιον από τους Γέροντες: Τι να κάνω, πάτερ, για να φοβάμαι το Θεό;Και του λέει ο Γέροντας: Πήγαινενα ζήσεις μαζί με κάποιον που φοβάται το Θεό, και καθώς εκείνος θα ζει το φόβο του Θεού, θα μάθεις και συ πως να Τον φοβάσαι.
Διώχνουμε δε το φόβο του Θεού μακριά μας κάνοντας όλα τα αντίθετα άπ' αυτά που αναφέραμε,δηλαδή με το να μην έχουμε μνήμη θανάτου και των τιμωριών, να μην προσέχουμε τους εαυτούς μας, να μην εξετάζουμε πως περάσαμε, αλλά να ζούμε αδιάφορα και μ' αδιάφορους πνευματικά να συναναστρε­φόμαστε, και ακόμα έχοντας παρρησία. Αυτό είναι χειρότερο άπ' όλα. Αυτό είναι τέλειοςαφανισμός. Γιατί, τι άλλο διώχνει μακριά από την ψυχή το φόβο του Θεού, όπως η παρρησία; Γι' αυτό, όταν ρώτησαν τον αββά Αγάθωνα για την παρρησία, είπε ότι μοιάζει με μεγάλο καύσωνα, που όταν έλθει, όλοι τρέχουν να κρυφτούν και που καταστρέφει τους καρπούς των δέντρων.Βλέπετε, αδελφοί μου, τι δύναμη έχει το πάθος; Βλέπετε τι οργή;Και όταν τον ξαναρώτησαν: Πραγματικά, είναι τόσο φοβερή αμαρτία, η παρρησία; Απάντησε:Δεν υπάρχει χειρότερο πάθος από την παρρησία, γιατί αυτη είναι η μητέρα όλων των παθών. Πολύ καλά και με πολλή σύνεση είπε ότι είναι μητέρα όλων των παθών, επειδή αυτή διώχνει το φόβο του Θεού από την ψυχή. Γιατί, αν με το φόβο του Κυρίου απομακρύνεται κανείς από κάθε κακό, οπωσδήποτε όπου δεν υπάρχει φόβος Θεού, εκεί βρίσκεται κάθε πάθος. Ο Θεός να γλυτώσει τις ψυχές μας από το καταστροφικό πάθος της παρρησίας.
     53.-. Και η παρρησία εκφράζεται με πολλούς τρόπους. Παρρη­σιαζεταίκανείς και με τα λόγια και με την αφή και με το βλέμμα.Φτάνει κανείς από την παρρησία και στην αργολογία, και στο να κουβεντιάζει για κοσμικά πράγματα και στο να κάνει αστεία και να προξενεί άσεμνα γέλια.Παρρησία είναι το να αγγίζεις κάποι­ον χωρίς να υπάρχει ανάγκη, το να απλώσεις το χέρι σου σε κάποιον για ν' αστειευτείς, το να σπρώξεις κάποιον ή να του αρπάξεις κάτι, το να κοιτάζεις κάποιον με αναίδεια.Αυτά όλα τα γεννάει η παρρησία. Αυτά όλα γίνονται γιατί δεν υπάρχει στην ψυχή φόβος Θεού. Και άπ' αυτά φτάνει κανείς σιγά-σιγά και σε τέλεια καταφρόνηση . Γι' αυτό, όταν παρέδιδε ο Θεός τις εντολές του νόμου, έλεγε: Κάνετε ευλαβείς τους υιούς του Ισραήλ(Λευίτ. 15, 31).Γιατί χωρίς την ευλάβεια ούτε τον ίδιο το Θεό δεν τιμάει κανείς, ούτε καν δίνει προσοχή, έστω και μια φορά, σ' οποιαδήποτε εντολή. Γι' αυτό δεν υπάρχει τίποτα πιο επιζήμιο από την παρρησία. Γι' αυτό είναι η μητέρα όλων των παθών, επειδή απομακρύνει την ευλάβεια, επειδή διώχνει το φόβο του Θεού, επειδή γεννάει την καταφρόνηση.
Επειδή έχετε παρρησία μεταξύ σας,γι' αυτό και δεν έχετε σεβασμό και μιλάτε άσχημα και πληγώνετε ο ένας τον άλλο.Και αν ένας σας δει κάτι που δεν ωφελεί, φεύγει, το κουβεντιάζει και το βάζει στην καρδιά άλλου αδελφού. Και δεν βλάπτεται μόνον αυτός, αλλά βλάπτει και τον αδελφό του, βάζοντας στην καρδιά του το θανατηφόρο σπέρμα του κακού. Και ενώ πολλές φορές έχει το νου του στην προσευχή ή σε κάποιο άλλο καλό πράγμα, πάει ο άλλος και του δίνει θέμα ν' απασχολείται, και όχι μόνον εμποδίζει την πνευματική του ωφέλεια, αλλά του φέρνει και πειρασμό. Και δεν υπάρχει τίποτα ποιο βαρύ, τίποτα πιο κατα­στρεπτικό, από το να κάνει κανείς κακό, όχι μόνον στον εαυτόν του, αλλά και στους άλλους.
      54.-. Ας έχουμε ευλάβεια, αδελφοί μου, ας φοβόμαστε την καταστροφή, τη δική μας και των άλλων. Ας τιμούμε ο ένας τον άλλον και ας προσέχουμε ώστε ούτε να σηκώνουμε τα μάτια μας στα πρόσωπα των άλλων. Γιατί και αυτό, όπως είπε κάποιος από τους Γέροντες, είναι είδος παρρησίας.
Και αν κάποτε συμβεί και δει κανείς τον αδελφό του ν' αμαρτάνει, ούτε να τον αποστραφεί και να σιωπήσει και να τον αφήσει να καταστραφεί, ούτε πάλι να τον βρίσει και να τον καταληλήσει, αλλά με συμπάθεια και φόβο Θεού ν' αναφέρει το γεγονός σε κάποιον που είναι σε θέση να τον διορθώσει, ή να του μιλήσει ο ίδιος με αγάπη και ταπείνωση λέγοντας:Συγχώρε­σε με, αδελφέ μου, γιατί σαν άνθρωπος που δεν έχω μάθει να βλέπω τα χάλια μου, παρατηρώ ότι ίσως δεν κάνουμε καλά αυτό εδώ το πράγμα. Και αν δεν τον ακούσει, ας το πει σε άλλον, σ' όποιον η συνείδησή του τον πληροφορεί ότι είναι ευλαβής. Ας το πει στον προεστώτα του ή στον ηγούμενο, ανάλογα με το μέγεθος του σφάλματος, και ας ησυχάσει. Αλλά, όπως είπαμε, να το πει με σκοπό να διορθώσει τον αδελφό του και όχι για φλυαρία ή για καταλαλιά ή για εξουδενωσή του, χωρίς να θέλει να τον διαπομπεύσει, χωρίς να τον κατακρίνει,χωρίς να προφασίζεταιότι δήθεν θέλει να τον διορθώσει, έχοντας μέσα του κάποια κακή πρόθεση άπ' όσες ανέφερα. Γιατί πραγματικά, και στον ίδιο το Γέροντα του αν πει κανείς κάτι, χωρίς να έχει την πρόθεση να διορθώσει τον πλησίον ή γιατί ο ίδιος σκανδαλίστη­κε, είναι αμαρτία, είναι καταλαλιά. Αλλ' ας εξετάσει την καρ­διά του και αν έχει κάποια εμπαθή τάση, να μην το πει. Αν όμως παρατηρεί με ακρίβεια μέσα του ότι πραγματικά από συμπάθεια και για την ωφέλεια του πλησίον θέλει να το πει, τον ενοχλεί όμως και κάποιος λογισμός μέσα του εμπαθής, να αναφέρει στο Γέροντα με ταπείνωση και το δικό του αμάρτημα και του πλησί­ον λέγοντας:Η μεν συνείδηση μου με πληροφορεί ότι θέλω να το πω για τη διόρθωση του αδελφού, αλλά αισθάνομαι ότι μέσα μου έχει μπλεχτεί και κάποιος λογισμός, είτε γιατί είχα κάποτε κάτι εναντίον του αδελφού, είτε γιατί κάποιος απατηλός λογι­σμός θέλει να μ' εμποδίσει να το πω και να διορθωθεί, δεν ξέρω. Και τότε ο Γέροντας θα του πει αν πρέπει να το πει ή όχι.
Πολλές φορές λέει κανείς κάτι χωρίς να έχει σκοπό ούτε να ωφελήσει τον αδελφό του, ούτε να εξομολογηθεί το σκανδαλισμό του, ούτε επειδή έχει κάποιαμνησικακία, αλλά έτσι απλά στη συζήτηση, από διάθεση αργολογίας. Και τι χρειάζεται αυτή η φλυαρία; Πολλές φορές μάλιστα, μαθαίνει ο αδελφός ότι έλεγε γι' αυτόν και ταράζεται και θλίβεται και μεγαλώνει το κακό. Γιατί όταν λέει κανείς κάτι μόνο και μόνο για να ωφεληθεί ο άλλος, δεν επιτρέπει ο Θεός να ταραχθεί, δεν αφήνει να επακο­λουθήσει καμιά θλίψη και βλάβη.
     55.-. Αγωνιστείτε λοιπόν όπως είπαμε, να φυλάτε τη γλώσ­σα σας, να μη λέει κανείς σας κακό για τον πλησίον, ούτε να πληγώνει κανέναν με λόγο ή έργο ή με κίνηση ή μ' οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Ούτε να είσαστεευέξαπτοι, ώστε, όταν ακούσει κανείς σας από τον αδελφό του ένα λόγο, να θυμώνει ή να απαντάει και αυτός άσχημα ή να παραμένει θλιμμένος μαζί του. Αυτά δεν είναι σημάδια αυτών που αγωνίζονται.Αυτά δεν τα κάνουν όποιοι θέλουν να σωθούν.
Αποκτήστε το φόβο του Θεού, αλλά με ευλάβεια,ώστε, όταν συναντιόσαστε, να σκύβει καθένας το κεφάλι του μπροστά στον αδελφό του, όπως είπαμε, ταπεινώνοντας τον εαυτόν του, μπρο­στά στο Θεό και μπροστά στον αδελφό του και κόβοντας για χατήρι του το θέλημα του.Πραγματικά είναι αξιέπαινο πράγμα το να παραχωρεί κάποιος διακονητής τη θέση του στον αδελφό του και να τον προτιμάει.Ωφελείται αυτός που την παραχώρη­σε περισσότερο από τον άλλο. Εγώ δεν θυμάμαι να έκανα τίποτα καλό, άλλ' αν πάντοτε με σκέπασε η Χάρη του Θεού, άπ' αυτό ξέρω ότι με σκέπασε, δηλαδή από το ότι ποτέ δεν προτίμησα τον εαυτό μου από τον αδελφό μου, αλλά πάντα έβαζα πρώτο τον αδελφό μου.
     56.-.Όταν ακόμα βρισκόμουν στο Μοναστήρι του αββά Σερίδου, αρρώστησε ο διακονητής του Γέροντα, του αββά Ιω­άννη, που ήταν υποτακτικός του αββά Βαρσανουφίου, και μου έδωσε ευλογία ο Γέροντας μου να υπηρετήσω εγώ τον άρρωστο Γέροντα. Και φιλούσα με τέτοιο τρόπο την πόρτα του κελλιού του άπ' έξω, όπως ακριβώς προσκυνάει κανείς τον Τίμιο Σταυ­ρό. Πόσο μάλλον ήμουν ευτυχισμένος να τον υπηρετώ!Γιατί ποιος δεν θα 'θελε ν' αξιωθεί να διακονήσει έναν τέτοιον άγιο; Μι­λούσε μάλιστα και πολύ θαυμαστά και κάθε μέρα, πάντα αφού τελείωνα τη διακονία μου, του έβαζα μετάνοια για να πάρω την ευχή του να φύγω, και πάντοτε μου έλεγε κάτι.Γιατί ο Γέροντας είχε τέσσερις λόγους.Και, όπως είπα, κάθε βράδυ, όταν επρόκει­το ν' αναχωρήσω, μου έλεγε οπωσδήποτε έναν από αυτούς τους τέσσερις και μιλούσε έτσι:Πάνω άπ' όλα, αδελφέ μου-γιατί έτσι συνήθιζε ο Γέροντας σε κάθε λόγο να χρησιμοποιεί αυτή τη φράση-ο Θεός να φυλάξει την αγάπη.Είπαν οι Πατέρες:Το να προσέξει κανείς να μην σκανδαλίσει τη συνείδηση του πλησί­ον, γεννάει την ταπεινοφροσύνη. Το άλλο βράδυ μου έλεγε:Πάνω άπ' όλα, αδελφέ μου, ο Θεός να φυλάξει την αγάπη. Είπαν οι Πατέρες: Ποτέ δεν έβαλα το θέλημα μου, εμπρός από το θέλημα του αδελφού μου. Άλλοτε πάλι έλεγε:Πάνω άπ' όλα, αδελφέ μου, ο Θεός να φυλάξει την αγάπη. Είπαν οι Πατέ­ρες: Φεύγε από τα ανθρώπινα και σώζου. Πάλι έλεγε:Πάνω άπ' όλα, αδελφέ μου, ο Θεός να φυλάξει την αγάπη. Να σηκώνει ο ένας τα βάρη του άλλου και έτσι ν' αναπληρώσετε το νόμο του Χριστού(Γαλ. 6, 2).
Πάντοτε κάτι άπ' αυτά τα τέσσερα θα μου ' δινε σαν προτρο­πή, όταν κάθε βράδυ έφευγα, σαν να μου'δινε εφόδια, και έτσι τα είχα προστασία σ' όλη μου τη ζωή. Και όμως παρόλο ότι είχα τόση ανάπαυση κουτά στον άγιο και τέτοια διάθεση να τον διακονώ, μόνο με το να αισθάνομαι ότι κάποιος αδελφός θλιβό­ταν, ζητώντας και αυτός να τον διακονήσει, πήγαινα στον ηγού­μενο και τον παρακαλούσα λέγοντας: Είναι καλύτερα, αν ευλο­γείτε, αυτός ο αδελφός να διακονεί το Γέροντα. Και δεν μου έδωσε ευλογία, ούτε ο ηγούμενος, ούτε ο ίδιος ο Γέροντας. Πλην όμως τότε εγώ έκανα ό,τι μπορούσα να προτιμηθεί ο αδελφός. Και ενώ πέρασα εκεί εννέα χρόνια, δεν θυμάμαι να μίλησα άσχημα σε κανέναν, αν και ήμουνα πάντοτε σε διακονία -για να μην νομίζει κανείς ότι έγώ δεν βρέθηκα σε περιστάσεις που θ' απαιτούσαν να πω κάποιο λόγο.
     57.-.Και πιστέψτε με, θυμάμαι ότι με ακολούθησε ένας αδελφός από το νοσοκομείο μέχρι την εκκλησία βρίζοντας με, και εγώ περπατούσα μπροστά του, χωρίς να του πω ούτε μια λέξη, αλλά και όταν το έμαθε ο Γέροντας -δεν ξέρω ποιος τουτ0είπε,  και θέλησε να τον επιτιμήσει, εγώ έπεσα στα πόδια του λέγοντας: Μη, για την αγάπη του Κυρίου, εγώ έσφαλα, τι φταίει ο αδελφός;Και κάποιος άλλος πάλι, είτε από πειρασμό, είτε από απλότητα -ο Θεός ξέρει από τι- για μεγάλο χρονικό διάστημα ουρούσε τη νύκτα στο προσκέφαλο μου, ώστε να βρέχονται και αυτά τα στρωσίδια μου.Παρόμοια καιμερικοί άλλοι αδελφοί έρχονταν κάθε μέρα και τίναζαν τις ψάθες τους μπροστά στο κελλί μου και παρατηρούσα τόσο πλήθος κοριών να μπαίνουν στο κελλί μου, ώστε να μην προλαβαίνω να τους σκοτώνω, γιατί ήταν πάρα πολλοί από την πολλή ζέστη.Όταν λοιπόν πήγαινα να κοιμηθώ, μαζεύονταν όλοι οι κοριοί πάνω μου. Και μ' έπαιρ­νε μεν ο ύπνος από την πολλή κούραση, όταν όμως σηκωνόμου­να από τον ύπνο, έβλεπα όλο μου το σώμα καταφαγωμένο. Και ποτέ δεν είπα σε κανέναν άπ' αυτούς:Μην κάνεις έτσι ή γιατί το κάνεις αυτό;Ούτε θυμάμαι ποτέ τον εαυτό μου, όπως προείπα, να είπε κάποιο λόγο και να πλήγωσε ή να λύπησε κανέναν.
Μάθετε και σεις να υπομένετε ο ένας τα βάρη του άλλου(Γαλ. 6, 2),μάθετε να έχετε σεβασμό μεταξύ σας. Και αν ακόμα ακούσει κανένας σας από κάποιον ένα λόγο, που δεν τον ευχα­ριστεί, ή αν πάθει κάτι παρά τη θέλησή του, να μην το πάρει αμέσως κατ' άκαρδα, να μην ερεθιστεί, και σε καιρό που προσφέ­ρεται για αγώνα και ωφέλεια, βρεθεί να έχει την καρδιά του χαλαρωμένη, ασυλλόγιστη, αδύναμη, ανίκανη να δεχτεί οποια­δήποτε προσβολή, όπως ακριβώς το πεπόνι, που και μικρό πετραδάκι να το εγγίσει, αμέσως τραυματίζεται και σαπίζει.Αλλά να έχετε καλύτερα σταθερή καρδιά, να έχετε μακροθυμία, για να νικάει η μεταξύ σας αγάπη όλα όσα συμβαίνουν.
     58.-. Και αν έχει κανείς μια διακονία ή αν τύχει και θέλει να ζητήσει κάτι από τον κηπουρό, είτε από τον κελλαρίτη, είτε από το μάγειρο, είτε μ' ένα λόγο από οποιονδήποτε συνδιακονητή του, να φροντίζει, και αυτός που ζητάει την υπηρεσία και ο διακονητής που την εκτελεί, να διατηρήσουν, πάνω άπ' όλα, την ευπροσήγορη και ειρηνική κατάσταση τους. Και ποτέ να μην αφήνουν τους εαυτούς τους να παρεκκλίνουν από την εντολή του Θεού και να τραπούν είτε σε ταραχή, είτε σε αντιπάθεια ή προσπάθεια, ή σ' οποιοδήποτε θέλημα ή δικαίωμα τους.Άλλ' ό,τι και αν συμβεί μικρό ή μεγάλο, ας το περιφρονήσει και ας αδιαφορήσει. Η αδιαφορία βέβαια είναι κακό πράγμα. Ούτε όμως πάλι είναι καλό να προτιμήσει ν' ασχοληθεί μ' αυτό που θα του συμβεί και να χάσει την ειρήνη του, ώστε να ζημιωθεί η ψυχή του. Γιατί σ' όποια διακονία και αν βρεθείτε, και αν ακόμα είναι πολύ βιαστική και σπουδαία, δεν θέλω να κάνετε τίποτα με φιλονικία, τίποτα με ταραχή, αλλά να είσαστε βέβαιοι ότι κάθε έργο που κάνετε, είτε μεγάλο είναι, είτε μικρό, όπως προείπα, είναι το ένα όγδοο άπ' αυτό που μας ζητιέται. Το να διατηρήσε­τε όμως την ειρήνη σας -και αν ακόμα συμβεί ν' αποτύχετε στο διακόνημα από την υποχώρηση που θα κάνετε- είναι τα τέσσε­ρα όγδοα, δηλαδή το μισό από το ζητούμενο. Βλέπετε πόση διαφορά υπάρχει;
     59.-. Όταν λοιπόν κάνετε κάτι, αν θέλετε να το κάνετε τέ­λειο και ολόκληρο, φροντίστε και αυτό να το κάνετε τέλειο -πράγμα που είναι, όπως είπα, το ένα όγδοο- και την εσωτερι­κή σας κατάσταση να φυλάξετε αβλαβή - πράγμα που είναι τα τέσσερα όγδοα. Αν όμως τύχει ανάγκη και παρασυρθείτε και παραβείτε αυτή την εντολή και βλαβείτε ή βλάψετε, δεν είναι συμφέρον, επειδή πρέπει να τελειωθεί η διακονία, να χάσετε τα τέσσερα όγδοα, δηλαδή την ειρήνη σας, μόνο και μόνο για να φυλάξετε το ένα όγδοο, δηλαδή την τελειότητα του έργου. Αν δείτε και κάνει κανείς κάτι τέτοιο, να είσαστε βέβαιοι ότι δεν κάνει το διακόνημα του με επίγνωση. Γιατί ή από κενοδοξία ή από ανθρωπαρέσκεια επιμένει φιλονικώντας και κολάζοντας τον εαυτόν του και τον πλησίον, για ν' ακούσει μετά άπ' αυτά ότι κανείς δεν μπόρεσε να τον νικήσει. Άλλοίμονο! Μεγάλο κατόρθωμα! Δεν είναι αυτή νίκη, αδελφοί μου, αυτή είναι ζημιά, αυτή είναι απώλεια. Σάς δίνω εντολή, ότι, και αν έγώ στείλω κάποιον από σας σ' οποιαδήποτε διακονία και δει να ξεσηκώνε­ται ταραχή ή οποιαδήποτε άλλη βλάβη, να σταματήσει. Και ποτέ να μην βλάψετε τους εαυτούς σας ή τους άλλους, αλλά να σταματήσει η δουλειά. Να μην γίνει. Μόνον μην ταράζεσθε. Επειδή, όπως είπα, κάνοντας έτσι, χάνετε τα τέσσερα όγδοα για να κερδίσετε το ένα όγδοο. Αυτό είναι ολοφάνερος παραλογι­σμός.
     60.-. Αυτά σάς τα λέω όχι για να μικροψυχείτε αμέσως και να σταματάτε τις διακονίες ή ν' αδιαφορείτε και να πετάτε δια μιας τα πράγματα και να καταπατάτε τη συνείδηση σας, επειδή θέλετε να ζείτε αμέριμνα. Ούτε πάλι για να παρακούετε και να λέει καθένας σας:Δεν μπορώ να το κάνω αυτό, γιατί βλάπτο­μαι, δεν είναι στα μέτρα μου.Γιατί μ' αυτήν την πρόφαση δεν θα κάνετε ποτέ καμιά διακονία, ούτε ποτέ θα μπορέσετε να τηρήσετε την εντολή του Θεού. Αλλά σας το λέω, για να βάζετε όλη τη δύναμη σας, ώστε να κάνετε με αγάπη κάθε διακονία σας, με ταπεινοφροσύνη, υπακούοντας, τιμώντας, παρηγορών­τας ο ένας τον άλλο. Τίποτα δεν είναι πιο δυνατό από την ταπεινοφροσύνη. Αν όμως δει κανείς κάποια στιγμή τον πλησί­ον ή τον εαυτόν του να θλίβεται, σταματήστε, υποχωρήστε, μην επιμένετε μέχρι σημείου που να επακολουθήσει και πνευματική βλάβη. Γιατί είναι καλύτερα, χίλιες φορές το λέω, να μη γίνει η δουλειά όπως θέλετε, αλλά όπως βολεύει, και όχι από ισχυρογνωμοσύνη ή από δικαίωμα, και αν ακόμα είναι ολοφάνερο ότι η υποχώρηση αυτή θα σας ταράξει ή θα θλίψει τους άλλους και χάσετε έτσι τα τέσσερα όγδοα. Γιατί υπάρχει πολλή διαφορά στη ζημιά. Πολλές φορές μάλιστα συμβαίνει και να χάνει κανείς το ένα όγδοο, και να μην καταφέρνει απολύτως τίποτα. Αυτές είναι οι συνέπειες των φιλονικιών.Αυτήν την αρχή να τηρήσου­με. Δηλαδή, όλα τα έργα που κάνουμε να τα κάνουμε με σκοπό να ωφεληθούμε άπ' αυτά. Ποια όμως ωφέλεια προκύπτει, όταν δεν ταπεινώνουμε τον εαυτό μας ο ένας στον άλλο; Αλλά αντίθετα συγχύζουμε και στενοχωρούμε ο ένας τον άλλο; Και ξέρετε αυτό που λέει το Γεροντικό:Από τον πλησίον εξαρτά­ται η ζωή και ο θάνατός μας.
Να τα μελετάτε πάντα μέσα σας αυτά, αδελφοί μου, να εντρυφάτε στα λόγια των αγίων Γερόντων, να φροντίζετε με αγάπη και φόβο Θεού να ζητάτε την ωφέλεια τη δική σας και των άλλων. Έτσι μπορείτε να βοηθιέστε άπ' όλα όσα συμβαί­νουν και να προοδεύετε, με τη Χάρη του Θεού. Αυτός δε ο φιλάνθρωπος Θεός μας να σας χαρίσει το φόβο Του. Γιατί λέει η Αγία Γραφή: Να φοβάσαι το Θεό και να τηρείς τις εντολές Του. Γιατί μόνο μέσα σ' αυτό το σχήμα βρίσκει και ολοκληρώνει τον προορισμό του κάθε άνθρωπος.(Εκκλ. 12, 13).



Read more:http://www.egolpion.net/gia_theio_fovo.el.aspx#ixzz3BUjpNvqj